Πριν από έξι μήνες είχα την ευκαιρία να συναντήσω τον Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, για μία συνέντευξη με τον κόουτς της Φενέρμπαχτσε, την παραμονή ενός αγώνα με τον Ολυμπιακό. Η κουβέντα μαζί του σε συνεπαίρνει. Τον ρώτησα σε ένα σημείο αν οι τότε πρόσφατες αποχωρήσεις των Ζέλικο Ομπράντοβιτς και Ετορε Μεσίνα από Παρτιζάν και Μιλάνο αντίστοιχα, προσφέρουν μία αφελή αφήγηση ότι ακόμη και οι θρύλοι των πάγκων μπορεί να γίνονται «παλιομοδίτες». Η απάντησή του ήταν ξεκάθαρη: «Ο λόγος που έμειναν στην κορυφή για 30 χρόνια είναι επειδή ανακαλύπτουν συνεχώς τον εαυτό τους». Εξήγησε πως «δεν έγιναν πιο ηλίθιοι με τον καιρό. Λένε πως μεγαλώνουν, όμως η μεγαλύτερη λογική σε όλα αυτά είναι να κερδίζεις και όλοι θα το βουλώσουν».
Το καλοκαίρι του 1991, ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς κοιμήθηκε το ένα βράδυ παίκτης της Παρτιζάν και το επόμενο πρωί ξύπνησε προπονητής της ομάδας του Βελιγραδίου, σε ηλικία μόλις 31 ετών. Στην πρώτη κιόλας σεζόν του κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών (νυν Ευρωλίγκα) και έκτοτε πανηγύρισε άλλες οκτώ κούπες. Πλέον, στα 66 του, μερικούς μήνες μετά την παραίτησή του από την πρώτη αγάπη του, δεν δείχνει να έχει σκέψεις αγρανάπαυσης ή οριστικής αποχώρησης. Η επιστροφή του στη δεύτερη μεγάλη αγάπη του, τον Παναθηναϊκό, είναι πια μία μεγάλη πιθανότητα, με τη σέρβικη «Mozzart Sport» να κάνει λόγο για πρόταση 5 εκατ. ευρώ για τριετές συμβόλαιο.
Την ίδια στιγμή, ένας πρώην παίκτης του «Ζοτς» (αλλά και στο παρελθόν και άσπονδος φίλος του), όχι μόνο τελικά ακολούθησε τα βήματα του Σέρβου, αλλά στα 43 του γίνεται για άλλη μία φορά σύμβολο, τούτη τη φορά έξω από την αντιπαλότητα Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού, στους οποίους αγωνίστηκε και διέπρεψε. Ο Βασίλης Σπανούλης κάθισε στον πάγκο του φιλόδοξου Αρη και η – για πολλούς απρόσμενη – επιλογή του θυμίζει την αξία και την ανάγκη για είδωλα και σύμβολα. Ακόμη και στην εποχή του άκρατου επαγγελματισμού και «τεχνοκρατισμού» των σπορ.
Η ενότητα και η νοσταλγία του «Ζοτς»
Ο κύκλος του Εργκίν Αταμάν στον Παναθηναϊκό έκλεισε με μία περίεργη τρίτη σεζόν, ωστόσο η «μαρκίζα» της σχέσης τους θα λέει πάντοτε «Βερολίνο 2024». Η κατάκτηση της Ευρωλίγκας και του ελληνικού πρωταθλήματος με ανατροπή από το 0-2 φάνηκε να ανοίγει μία νέα σελίδα στους «πράσινους», όμως παρά το διαθέσιμο χρήμα για ηχηρές προσθήκες, άλλοτε απαραίτητες και ενίοτε με τη μορφή εντυπωσιασμού, η επόμενη διετία πρόσφερε μόνο δύο Κύπελλα Ελλάδας και, κυρίως, τον φετινό αποκλεισμό από το Final Four του ΟΑΚΑ. Ο Τούρκος κόουτς έχει τα «παράσημά» του, με συνολικά τρεις τίτλους Ευρωλίγκας, όμως έχει και τις παραξενιές του. Είτε αυτό είναι η επιμονή του σε «κλειστό» rotation επτά οκτώ παικτών, ενώ το ρόστερ του διέθετε άλλους τόσους είτε ήταν η σύγκρουση με παίκτες ή και η αδιαφορία επικοινωνίας.
Στην επόμενη μέρα του, το «τριφύλλι» επιθυμεί επιστροφή στο παρελθόν. Μία προσέγγιση στον Ομπράντοβιτς μπορεί να έβγαζε περισσότερο νόημα το καλοκαίρι του 2023, πριν από την πρόσληψη Αταμάν, όταν άρχιζε η επιχείρηση «comeback». Δεν εννοώ πως δεν βγάζει νόημα τώρα, αλλά τότε ο Παναθηναϊκός πιθανότατα είχε περισσότερη ανάγκη έναν εξαιρετικό και πετυχημένο κόουτς που παράλληλα γνώριζε και τα κατατόπια στο μελλοντικά ανακαινισμένο ΟΑΚΑ. Τα 13 χρόνια που πανηγύρισε τόσους τίτλους (μεταξύ των οποίων πέντε ευρωπαϊκοί) δεν λησμονούνται. Τα 14 χρόνια από την αποχώρησή του μπορούν να μπουν για λίγο στη λήθη.
Οι «πράσινοι» θέλουν να μιλήσουν πάλι με τον «Ζοτς» για 2,5 λόγους. Ο «μισός» και αυτονόητος είναι πως ακόμη τον θεωρούν τον καλύτερο εκεί έξω. Ο πρώτος ότι ο Σέρβος αποτελεί μία συνολική ιδέα. Κοινώς, έχει συγκεκριμένο τρόπος σκέψης. Είναι μεθοδικός και βάζει πάντα έναν ομαδικό σκοπό. Στην Ευρώπη δύσκολα θα συναντήσει κάποιος μπόλικους κόουτς με τη δική του προσήλωση, με δογματισμούς μεν, αλλά που δεν σημαίνει ότι δεν θα παρεκκλίνει αν αντιληφθεί μία αποτελεσματική εναλλακτική. Ο δεύτερος λόγος, «πασπαλισμένος» με ολίγη από νοσταλγία, είναι πως ο κόουτς Ομπράντοβιτς παραμένει μεν φιλόδοξος, ωστόσο, δεν είναι ο τύπος που θα δείχνει με τα δάχτυλά του τα εννέα τρόπαιά του, όπως έκανε ο Αταμάν τις στιγμές που ένιωθε άβολα.
Η πρακτικότητα του «τώρα» του Τούρκου θα συνοδευτεί, αν ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς επιλέξει να καθίσει και πάλι στον «πράσινο» πάγκο, και με ένα «μετά».
Η αύρα του Σπανούλη
Σε αντίθεση με το «αν» του κόουτς Ομπράντοβιτς, η απόφαση του Βασίλη Σπανούλη να αφήσει την Ευρωλίγκα για χάρη του οράματος που του παρουσίασαν στον Αρη είναι οριστική. Βεβαίως, και αυτή η κίνηση είναι στο πλαίσιο του συμβολισμού, έστω και αν ο ομοσπονδιακός προπονητής δεν φόρεσε ποτέ ως παίκτης την κίτρινη φανέλα. Μονάχα που στο «Παλέ» δεν αρκούσαν μόνο οι πόροι και η διάθεση επένδυσης του Ρίτσαρντ Σιάο. Το νέο ξεκίνημα, με στόχο και την επιστροφή στην Ευρωλίγκα, είχε ανάγκη από ένα πρόσωπο που θα θυμίζει τις ένδοξες στιγμές της εποχής του Γκάλη και του Γιαννάκη.
Στην επίσημη παρουσίασή του, την περασμένη Δευτέρα, ο κόουτς Σπανούλης μίλησε για όραμα, για το πνεύμα του νικητή που επιχειρεί να φέρει στον Αρη, αλλά και στη σημασία της αναγνώρισης λαθών και ευθυνών. Στην ατζέντα και τις σημειώσεις του δεν υπήρχε μάθημα νοοτροπίας, όμως αυτό έγινε μάλλον φυσικά, με σκοπό να αποφύγει επικοινωνιακά λάθη και ακατάσχετη ονοματολογία, που τόσο λατρεύει το «διψασμένο» κοινό. Θέλησε αρχικά να αποτυπώσει την προσωπική προσέγγισή του, πριν φτάσει στο ομαδικό όραμα και την ομάδα και το στυλ που ονειρεύεται ο ίδιος.
Μέχρι τότε, το βιογραφικό ενός Final Four BCL με το Περιστέρι, ένας τελικός Ευρωλίγκας με τη Μονακό και ένα χάλκινο μετάλλιο με την Εθνική στο περσινό Ευρωμπάσκετ είναι η βάση. Η συνέχεια ανήκει στη δουλειά, την αύρα και τους συμβολισμούς ενός γεννημένου νικητή ο οποίος, πάντως, θα εργαστεί για πρώτη φορά με πραγματικά υψηλή πίεση κοινού και Τύπου.
