1. Ο ήσυχος φιλόσοφος
Σας έχω ξαναπεί γι αυτόν. Γεννήθηκε στη Σεούλ, μετανάστευσε στη Γερμανία, όπου μελέτησε Φιλοσοφία, Γερμανική Λογοτεχνία και Καθολική Θεολογία και έγινε κάτι σαν σούπερ σταρ της φιλοσοφίας. Το σμαρτφόουν το ’χει ριγμένο στα σκουπίδια. Γράφει λίγο, διαβάζει και περπατάει πολύ, απολαμβάνει τη μουσική. Τα βιβλία του δεν είναι ξενέρωτα, σχολαστικά επιχειρήματα (η ανθρωποδιωχτική ακαδημαϊκή φιλοσοφία δεν αφορά αυτήν εδώ τη στήλη). Είναι φιλοσοφία για τη ζωή.
Το βιβλίο του «Το Πνεύμα Της Ελπίδας» (μετάφραση Βασίλης Τσαλής, opera) είναι ένα φιλοσοφικό ποίημα.
2. Angst – Αγχος
Η λέξη «άγχος (Angst)» σήμαινε αρχικά «εγκλωβισμός». Το άγχος συρρικνώνει τον ορίζοντά μας. Ο χρόνος μικραίνει, όλα συμβαίνουν στον ενεστώτα ή σε κάποιον καταθλιπτικό παρελθοντικό χρόνο. Η αγχωμένη δεν βλέπει μέλλον, όλα είναι τώρα, με τη χειρότερη δυνατή έννοια. Το άγχος «μάς κλείνει τη θέα […] μας αποκόπτει την πρόσβαση στο εφικτό», λέει ο Χαν. Χωρίς ελπίδα δεν κάνεις αλλαγές, επαναστάσεις, ανακαλύψεις, πρωτότυπες σκέψεις.
Αγχος και φόβος πλάθουν συγκεκριμένους εσωτερικούς κόσμους. Αυτά τα εσωτερικά τοπία παρουσιάζουν αποπνικτική ομοιογένεια. Ο φόβος εκβάλλει «στα ίδια και τα ίδια», η μία σκέψη είναι ολόιδια με την προηγούμενη, αν όχι πιο φρικώδης! Η σκέψη της αγχωμένης είναι μία κυκλική διαδρομή που γεννά ξανά και ξανά το ίδιο. Χωρίς ελπίδα δεν υπάρχει δημιουργικότητα, μέλλον, νέο.
Αφού σφραγίσουν «τις διόδους πρόσβασής μας» προς το Αλλο και τους Αλλους, ο φόβος και το άγχος μάς στερούν την ελευθερία. Αυτού του είδους τα συναισθήματα δεν προσιδιάζουν σε δημοκρατικούς πολίτες, αλλά σε υπηκόους που αδυνατούν να φανταστούν τα πράγματα αλλιώς, λέει ο Χαν καθρεφτίζοντας τη σκέψη της Μάρτα Νούσμπαουμ. «Ο φόβος είναι ένα δημοφιλές μέσο άσκησης εξουσίας, κάνει τους ανθρώπους υπάκουους και ευάλωτους στον εκβιασμό». Στις μέρες μας, λέει, δεν φοβόμαστε μόνον να εκφραστούμε, αλλά και να σκεφτούμε. Το θάρρος της σκέψης, «η σκέψη που προσφέρει πρόσβαση στο απολύτως Διαφορετικό» συρρικνώνεται μεταξύ φόβου, τρόμου, άγχους και like – δηλαδή μίας ημιμόνιμης λαχτάρας για αποδοχή. «Διαιωνίζεται το Ιδιο».
3. Ελπίδα
Η ελπίδα κάνει τη χρήση του μέλλοντα για τα ανθρώπινα να μη φαντάζει φάρσα. Εγώ ο άνθρωπος μπορώ και λέω «θα», παρ’ όλα τα στοιχεία που καθιστούν την ύπαρξή μου κάτι αναντίρρητα ευάλωτο. Ελπίδα σημαίνει «δίνω πίστωση στην πραγματικότητα», υπομένω, καλώ, ικετεύω, αντέχω, προσμένω το άγνωστο, μένω ανοιχτή, δεσμεύομαι ενεργά να πιστέψω. Λάθος. Δεσμεύομαι ενεργά να πιστεύω.
«Αυτός που ελπίζει, ενεργεί με τόλμη και δεν αποθαρρύνεται από τα γυρίσματα της τύχης και τη σκληρότητα της ζωής. Η ελπίδα διαθέτει ενός είδους εγγενή στοχαστικότητα». Ελπίδα χρειάζονται όσοι αποζητούν μια ζωή με νόημα κι ελευθερία, ανάμεσα στους αληθινούς Αλλους και όχι στις ψηφιακές εκδοχές τους που επιβάλλουν το ίδιο και το ίδιο. Η ελπίδα, σύμφωνα με τον Χαν, είναι άχρηστη στους ανθρώπους που πάσχουν από καταναλωτικές εμμονές. «Οι καταναλωτές δεν ελπίζουν, έχουν μόνο επιθυμίες ή ανάγκες. Δεν έχουν καν ανάγκη από το μέλλον». Στο ψηφιακό μολ όλα είναι τώρα. «Η ελπίδα δεν περιλαμβάνεται στο λεξιλόγιο του καπιταλισμού. Οποιος ελπίζει δεν καταναλώνει».
4. Ελπίδα και «θετική σκέψη»
Ο Χαν διαχωρίζει την ελπίδα από τη «θετική σκέψη» και τη «θετική ψυχολογία». Η θετικότητα της εποχής μας είναι τέτοια που όταν δεν είσαι καλά οι φίλοι σού προτείνουν therapy session, γυμναστήριο και βιολογικές μαρμελάδες. Καλά όλ’ αυτά, αφορούν, όμως, τη σφαίρα της επιβίωσης. Ναι, σίγουρα μου είναι χρήσιμο να παίρνω καλές ανάσες ν’ αθλούμαι και να τρώω βιολογικά προϊόντα, είμαι, όμως άνθρωπος και όχι σκύλος, γι’ αυτό χρειάζομαι παρηγοριές που ξεπερνούν τη σφαίρα του αναγκαίου.
Ψάχνω καρπούς από άλλα δέντρα, ψηλότερα. Τον καρπό της φιλοσοφίας, των θρησκειών και της ποίησης – αυτά που μου μαθαίνουν να τα ’χω του πεταματού, ώσπου να τα χρειαστώ αληθινά, γιατί δεν ξέρω πού να σταθώ. Η (κυριολεκτικά) αιώνια φρεσκάδα τους δεν συγκρίνεται με τα μπαγιατεμένα λόγια των «προπονητών». Η ανάγνωση των βιβλίων του Χαν φανερώνει πώς η φιλοσοφία μπορεί να είναι παρηγορητική κι ενδυναμωτική, ζωηρή, στοχαστική και αποκούμπι, με τρόπο που ελάχιστα πράγματα μπορούν να το πετύχουν – σίγουρα όχι η αβαθής «ψυχολογία».
Η φρεσκάδα κι η αίσθηση των ανοιχτών οριζόντων είναι στις λέξεις, στο λεξιλόγιο. Οταν ο coach λέει «χοροπήδα» στον άνθρωπο που έχει καραβοτσακιστεί χειρότερα απ’ τον Οδυσσέα, οι θρησκείες και η τέχνη τού λένε κάτι που τον ξεπερνά και τον σκεπάζει: ελπίδα. Η ελπίδα έχει μέσα της την αρνητικότητα, δεν αποκρύπτει τις αρνητικές όψεις της ζωής, «τις λαμβάνει υπ’ όψιν»! Συμβαίνει «παρά ταύτα». «Οσο πιο βαθιά η απελπισία, τόσο πιο έντονη η ελπίδα», λέει ο Χαν, μιλώντας πια ελληνικά: η Ελπίς είναι τέκνο της Νυκτός, πλάι στον Τάρταρο, τον Ερεβο και τον Ερωτα.
Με τα λόγια του Απόστολου Παύλου: «Αγαπούμε τον εαυτό μας ακόμα και μέσα στις δυσχέρειες, γιατί ξέρουμε καλά πως οι δυσχέρειες οδηγούν στην υπομονή, η υπομονή στον δοκιμασμένο χαρακτήρα κι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα. Και η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει». Μας καθιστά, λέει ο Χαν, «πιστούς του μέλλοντος», ικανές για το παντελώς νέο, το απροσδόκητο! Εκεί, λοιπόν, που η θετική ψυχολογία ιδιωτικοποιεί, φασκιώνει τα ανθρώπινα μέσα σε ανατριχιαστικά αναμενόμενες αφηγήσεις και «αφήνει ανέγγιχτη την κοινωνική προέλευση της δυστυχίας», η φιλοσοφία επιχειρεί να μιλήσει σε πρώτο πληθυντικό, σε χρόνο μέλλοντα και εκκινώντας από μία κοινότητα δυσκολιών που κρύβει μέσα της εναλλαγές στην πλοκή: ο άνθρωπος ευτυχεί «παρά ταύτα».
5. Ελπίζουν οι σκύλοι;
Ξέρουμε θυμωμένους σκύλους. Χαρούμενους ή ξαφνιασμένους από τους ήχους μίας διερχόμενης μηχανής. Τι γίνεται, όμως, με την ελπίδα; «Μπορούμε να φανταστούμε ένα ζώο να ελπίζει;», αναρωτιέται ο Βίτγκενσταϊν στις «Φιλοσοφικές έρευνες» και ο Μπιουν Τσουλ Χαν αναλαμβάνει ν’ απαντήσει.
Το ζώο διαθέτει την ικανότητα της ομιλίας, όμως η γλώσσα του είναι διαφορετική. «Εχει μια εντελώς διαφορετική χρονική δομή από την ανθρώπινη γλώσσα […] της λείπει ο μέλλων υπό την ενσυναισθητική έννοια. Μπορεί μεν το ζώο να μιλάει –υπό την έννοια ότι στέλνει σήματα που είναι φορείς σημασίας–, αλλά δεν μπορεί να υποσχεθεί. Η γλώσσα του ζώου δεν είναι αφηγηματική. Οπότε, δεν μπορεί να αφηγηθεί». Σε αντίθεση με την επιθυμία, στην οποία διαπρέπουν σκύλοι και καταναλωτές, «η ελπίδα είναι δομημένη αφηγηματικά».
6. Παραπομπές
Αμέτρητες είναι οι συναρπαστικές παραπομπές του Μπιουν Τσουλ Χαν στη σκέψη άλλων. Από τον Εριχ Φρομ (η ελπίδα-ως-παραδοξότητα), τη Μάρτα Νούσμπαουμ (δημοκρατικό συναίσθημα) και τον Απόστολο Παύλο (να ελπίζεις πάντα!) μέχρι τον Καμί (που απογοητεύεται) και τον Χέγκελ που παρομοιάζει το πνεύμα με γοργοπόδαρο τυφλοπόντικα που διαλύει ό,τι του κρύβει το φως! Τελικά, για τον Χαν η ελπίδα «είναι μια ολόθερμη προσευχή της ψυχής […] αφυπνίζεται ενόψει της απελπισίας […] μοιάζει με τον ακάματο τυφλοπόντικα του παραμυθιού, που σκάβει με απόλυτη αφοσίωση στοές στο σκοτάδι».
Γιατί τόση σκέψη γύρω απ’ αυτά; Μα για να τα καταφέρουμε στη δύσκολη και υψηλή αποστολή μας. Με τα λόγια της Μάρτα Νούσμπαουμ («έρωτος γνώση», σελ. 293): «Να γίνουμε άνθρωποι για τους οποίους τίποτα δεν πάει χαμένο, […] άνθρωποι που προσπαθούν να ζουν καλά».
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτή την εβδομάδα
Οι ταινίες του Νίκου Κούνδουρου (δείτε εδώ). Τα θερινά σινεμά. Τα κυνηγόσκυλα. Οι φούρνοι παλαιού τύπου που δεν πουλάνε μούρη μαζί με το ψωμί. Η ατμόσφαιρα διακοπών, χαράς και ηδονισμού στις αφίξεις του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος».
