Το ότι η φωνή του Παύλου Πολάκη ακούγεται ως η πιο λογική στο κόμμα, τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ σιγά σιγά αποσύρεται στα βάθη της Ιστορίας, μοιάζει με ειρωνεία. Από την άλλη, παρ’ όλα τα στραβά του, ο Πολάκης υπήρξε πάντα συνεπής στον εαυτό και στην παράταξή του. Δεν άλλαζε απόψεις ανάλογα με τη συγκυρία, δεν οραματιζόταν ένα διαφορετικό κόμμα από αυτό που είχε. Σου έδειχνε ποιος ήταν και ήταν ο ίδιος πάντα. Καθώς ο πολιτικός παρακολουθεί τον ΣΥΡΙΖΑ να ρευστοποιείται με κάθε επισημότητα προκειμένου να χωρέσει στα υποθετικά καλούπια του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ, λέει το αυτονόητο: γιατί να γίνει το κόμμα συμπλήρωμα ενός άλλου, χωρίς καν να έχει λάβει σχετική πρόσκληση; Ισως τώρα καταλαβαίνει πως εκεί όπου αυτός έβλεπε κάποτε ανεξάντλητα ιδεολογικά κοιτάσματα, οι σύντροφοί του έβλεπαν ευκαιρίες εξουσίας· εκείνοι τους οποίους έβλεπε ως συντρόφους, δεν ήταν παρά τυχοδιώκτες που θα πούλαγαν κόμμα και συντροφικότητα μόλις οι ευκαιρίες εξουσίας θα εξέλειπαν.
Εν οίκω
Οι δεξιοί σνομπάρουν την αριστερή συντροφικότητα. Μόλις τις προάλλες, σε κάποια από τις δεκάδες συνεντεύξεις του, ο Αδωνις Γεωργιάδης μίλησε γι’ αυτή σκωπτικά, επισημαίνοντας τις αντιφάσεις που περιέχει. Ποιο είναι όμως το πρόβλημα, η λέξη «σύντροφος» ή η αρετή που αυτή αντιπροσωπεύει; Γιατί αν εξετάσουμε την πολιτική άμιλλα, τον σεβασμό μεταξύ των μελών μιας παράταξης ή ενός πολιτικού χώρου, η Ν.Δ. δεν έχει μεγάλο περιθώριο να χλευάζει την Αριστερά. Τι είναι το επερχόμενο κόμμα Σαμαρά αν όχι μια διασπαστική ενέργεια εναντίον πρώην συντρόφων; Τι είναι, αν όχι μια απόδειξη ότι η εμμονή, ο εγωισμός και η πολιτική κακότητα ξεσπούν στη χειρότερη μορφή τους «ενδοοικογενειακά»;
Στο μαγαζί του
Από τέτοια βάρη απαλλάσσει τον εαυτό του ο Αλέξης Τσίπρας φτιάχνοντας την ΕΛΑΣ, σκεπτόμενος προφανώς ότι οι συγγένειες που επιλέγεις είναι προτιμότερες από εκείνες που σου φορτώνονται στο πλαίσιο ενός κόμματος με τη δική του γενεαλογία. Στο νέο κόμμα, οι σύντροφοι θα είναι λιγότερο σύντροφοι και περισσότερο υπάλληλοι του ιδρυτή· την κάθετη σχέση ιεραρχίας επικυρώνουν όσοι εκφράζουν ζωηρά τη διαθεσιμότητά τους στον τέως πρωθυπουργό ή με πρωτοφανή απόγνωση του ζητούν ευθέως να τους «προσλάβει» στο καινούργιο του «μαγαζί». Μόνο ένα άτομο φώναξε ο ίδιος ο Τσίπρας μέχρι στιγμής: τη Θεοπούλα. Η τηλεοπτική αισθητική είναι η προσωπική του γενεαλογία.
Από και προς
Ας μην εξετάζουμε από πού προέρχεται ο καθένας. Καταντάει άδικο. Ας ασχοληθούμε καλύτερα με το πού κατευθύνεται. Η απειρία της Μαρίας Καρυστιανού δεν είναι κατ’ ανάγκην επιλήψιμη. Και οι άπειροι έχουν δικαίωμα να διεκδικούν πολιτική εξουσία. Το πρόβλημα είναι η ρομαντικοποίηση της απειρίας και η άγνοια της άγνοιας, που οδηγούν στην αβελτηρία. Πολύ θα ήθελε ένα ντιμπέιτ με τον πρωθυπουργό, δήλωσε η πρόεδρος της Ελπίδας, για να τον ρωτήσει «πόσο μας κοστίζει το Μαξίμου». Τι νόημα θα είχε η ερώτηση; Τι θα την έκανε την απάντηση; Ξέρει η Καρυστιανού πόσο θα έπρεπε να μας κοστίζει; Εν τω μεταξύ, δεν γνωρίζει καν ότι στα πολιτικά ντιμπέιτ δεν επιλέγουμε το θέμα ούτε κάνουμε ό,τι ερώτηση θέλουμε.
Χαμάς Πατησίων
Οποιος τρόμαξε με τη σύλληψη του 37χρονου χαμασίτη στην Κρήτη, καλό είναι να αποφύγει τις ερωτήσεις. Ας μη ρωτήσει, για παράδειγμα, τον μέσο κάτοικο του κέντρου της Αθήνας αν προτιμά στην πόλη του έναν επιβεβαιωμένο τρομοκράτη που παίζει με εκρηκτικά ή έναν Ισραηλινό τουρίστα, γιατί μπορεί να λάβει μια απάντηση που θα τον απογοητεύσει. Ενδέχεται βέβαια οι ερωτήσεις να καταστούν περιττές εκ των πραγμάτων: όταν αρχίσουν οι πορείες στήριξης του αγωνιστή ή όταν γεμίσει η Πατησίων, κάτω από την οποία διέμενε ο 37χρονος, με αφιερωματικές αφίσες.
