Είκοσι χρόνια επαγγελματικής καριέρας έλαβαν προ ημερών τέλος, όμως δεν υποχρέωσαν δα και τον Βλάντο Γιάνκοβιτς να δει ολόκληρη την πορεία του να περνά από μπροστά του, σε μία στιγμή. Τα μάτια του είδαν πολλά. Σηκώθηκε, έπεσε, λάθεψε, έμαθε, διόρθωσε και απόλαυσε το ταξίδι του. Κατόρθωσε να αποτάξει – όχι ότι το χρειαζόταν ο ίδιος – την ταμπέλα του (απλώς) «παιδιού του μπαμπά του». Ο 36χρονος γιος του αείμνηστου παίκτη του Πανιωνίου, Μπόμπαν Γιάνκοβιτς, αποφάσισε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση και έχει συνδεθεί εύλογα με τον Πανιώνιο, τελευταία ομάδα του πατέρα του, γιατί και εκείνος άρχισε από εκεί τη διαδρομή του, το 2006, πριν μετακομίσει το 2013 στον Παναθηναϊκό. Εκτοτε, πέρασε από άλλες εννέα ομάδες, αγωνίστηκε σε Αρη, ΠΑΟΚ, ΑΕΚ και τον τελευταίο ενάμιση χρόνο στο Περιστέρι, όμως στο πλούσιο βιογραφικό του έχει και μπασκετική ξενιτιά.
Το 2008-09 ήταν δανεικός στη Μέγκα Βιζούρα στο Βελιγράδι και το 2017-18 ήταν παίκτης της Ανδόρα. Την προηγούμενη χρονιά, πάντως, είχε ένα πέρασμα λίγων μηνών πάλι από Ισπανία μεριά, το οποίο το «KSports» του ζήτησε να θυμηθεί, καθώς ο προπονητής που είχε το καλοκαίρι του 2016, μεγαλούργησε και τότε και τώρα. Πριν από δέκα χρόνια, ο Γιάνκοβιτς υπέγραψε στη Βαλένθια, από την οποία στις αρχές Νοεμβρίου παραχωρήθηκε με τη μορφή δανεισμού στον Αρη. Στην ισπανική πόλη συνάντησε τον κόουτς Πέδρο Μαρτίνεθ, στην πρώτη θητεία του στους «πορτοκαλί».

Εκείνη τη σεζόν, δεύτερη του Ισπανού προπονητή, πανηγύρισε με τη Βαλένθια το μοναδικό πρωτάθλημα της ιστορίας της. Φέτος, ο Μαρτίνεθ αναδείχθηκε κορυφαίος κόουτς της Ευρωλίγκας και μετά την απίστευτη ανατροπή από 0-2 επί του Παναθηναϊκού στα playoffs, την οδήγησε στο παρθενικό Final Four της.
Ο δύσκολος τρόπος που μένει ίδιος
Ο Βλάντο Γιάνκοβιτς επισημαίνει ότι παρά τη σύντομη συνεργασία με τον Πέδρο Μαρτίνεθ, αντιλήφθηκε άμεσα πως «είναι δύσκολος, αλλά πάνω απ’ όλα επαγγελματίας. Λατρεύει την ταχύτητα, την πειθαρχία, έχει συγκεκριμένο προπονητικό στυλ, το οποίο δεν έχει αλλάξει με τον καιρό. Πάντα λάτρης του γρήγορου μπάσκετ, με αυτοματοποιημένους τρόπους στην επίθεση, εκφράζει ο ίδιος ό,τι πρεσβεύει στο άθλημα». Ο παλαίμαχος πλέον φόργουορντ παρατηρεί, παρακολουθώντας τη φετινή «σταχτοπούτα» του Final Four, πως ο κόουτς Μαρτίνεθ δεν προσαρμόστηκε στο παιχνίδι του Παναθηναϊκού στους προημιτελικούς, αλλά «σε όλη τη σειρά με μία αν μη τι άλλο μπαρουτοκαπνισμένη ομάδα και στο παρκέ και στον πάγκο, έκανε το παιχνίδι του και βγήκε κερδισμένος. Η τακτική του είναι αυτή και την επέβαλε».
Ο Μαρτίνεθ φτάνει στην Αθήνα για το παρθενικό Final Four της 36 ετών καριέρας του ως χεντ κόουτς. Το 1990, ως 29χρονος υπηρεσιακός προπονητής της Μπανταλόνα, κατέκτησε το Κύπελλο Κόρατς κόντρα στη Σκαβολίνι Πέζαρο του συνομήλικού του, Σέρτζιο Σκαριόλο. Εκτός από τον τίτλο στην ACB το 2017, έχει κερδίσει δύο Σούπερ Καπ, το 2005 με την Μπασκόνια και φέτος με τη Βαλένθια, όμως στην Ευρωλίγκα οι εμπειρίες του δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές. Το 2005-06 η Μπασκόνια (τότε Ταουγκρές) τον απέλυσε παρά το ξεκίνημα με ρεκόρ 3-1 στη διοργάνωση και το 2017 τον προσέλαβε και πάλι. Την πρώτη χρονιά την οδήγησε σε ρεκόρ 17-13 και ώς τον αποκλεισμό στα προημιτελικά από τη Φενερμπαχτσέ. Την επόμενη σεζόν, απολύθηκε πάλι πρόωρα, μετά το 2-5 της Μπασκόνια στην Ευρωλίγκα.
Ο Βλάντο Γιάνκοβιτς δεν θεωρεί ότι στη μεγάλη «σκηνή» του Final Four «ο κόουτς Μαρτίνεθ θα αλλάξει κάτι. Σε αυτό το επίπεδο δεν αλλάζεις τον εαυτό σου και είναι ένα σημείο στο οποίο κερδίζει κυρίως εκείνος που είναι σε καλύτερη μέρα. Γνωρίζονται καλά με τη Ρεάλ, όμως τα Final Four έχουν δείξει πως μετρά και ο παράγοντας της τύχης».
Τα παιχνίδια μυαλού και η «ξεφανέλα»
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν ότι η ορμή της Βαλένθια, με τη δεύτερη θέση στην κανονική περίοδο της Ευρωλίγκας, θα χαθεί απέναντι στις παραστάσεις του Παναθηναϊκού. Αυτό φάνηκε, ελαφρώς, στα δύο πρώτα ματς και το προσωρινό προβάδισμα της ομάδας του κόουτς Αταμάν. Για τον Βλάντο Γιάνκοβιτς, πάντως, «στα Final Four δεν υπάρχει “φανέλα και ξεφανέλα”. Οποιος βρεθεί στην καλύτερη μέρα έχει το μερίδιο των πιθανοτήτων και όλες οι ομάδες μπορούν να κατακτήσουν το τρόπαιο. Δεν πιστεύω ότι το όνομα της Ρεάλ τρομάζει τον κόουτς Μαρτίνεθ και τους παίκτες, ούτε μετρούν αυτή τη στιγμή οι τέσσερις σερί νίκες της Ρεάλ στη σεζόν. Θα έδινα ένα μικρό προβάδισμα στη Βαλένθια και λόγω του παιχνιδιού της και του ότι δεν έχει πίεση, αλλά και για την ιδιαιτερότητα με την απουσία των “πύργων” του κόουτς Σκαριόλο, των Ταβάρες και Λεν. Είναι σαφώς σημαντική η έλλειψη ψηλών, ειδικά κόντρα στο up–tempo στυλ της Βαλένθια».
Συχνά, ακόμη και σε έναν ημιτελικό ή τελικό, το ένστικτο αντικαθιστά την τακτική. Για τον Γιάνκοβιτς, το ίδιο ισχύει και για τα λεγόμενα «παιχνίδια μυαλού»: «Τα mind games παίζουν το ρόλο τους. Ολα είναι ένα παιχνίδι μυαλού και αποδείχθηκε για τη Βαλένθια και στη σειρά με τον Παναθηναϊκό. Από τη συνεργασία μου με τον Πέδρο Μαρτίνεθ κράτησα ότι πάντα επιθυμεί και πετυχαίνει να επιβάλει τον τρόπο παιχνιδιού του στην ομάδα. Πρόκειται για έναν κόουτς “περπατημένο”, με πολλές επιτυχίες στην καριέρα του και έχει κερδίσει τον σεβασμό και τον δικό μου και της μπασκετικής Ευρώπης.
»Ακόμη και στη “σκηνή” ενός Final Four, δεν μπορεί να θεωρείται άπειρος ένας προπονητής που κάθεται στους πάγκους σχεδόν 40 χρόνια. Ακόμη και ένας ημιτελικός, είναι ένα ματς όπως όλα τα άλλα. Ο Μαρτίνεθ δεν αφήνει τον παίκτη να σκέφτεται για το τι βάρος έχει ο αγώνας ή μία σειρά. Σίγουρα, όμως, έχοντας φτάσει στην τετράδα, ενδεχομένως στον ελεύθερο χρόνο τους οι παίκτες να αγχωθούν λίγο. Δεν είναι κάτι παράλογο. Ωστόσο, μέσα στο ματς ο κόουτς δεν τους αφήνει να βγάλουν την ίδια πίεση και αυτό είναι υπέρ τους».
Υστερόγραφο από το 2005
Ο Βλάντο Γιάνκοβιτς εξήγησε στην «Καθημερινή» την αγωνιστική νοοτροπία του Πέδρο Μαρτίνεθ. «Προσωπικά έχω μία εμπειρία από τον κορυφαίο κόουτς της φετινής Ευρωλίγκας που επιβεβαιώνει τον επαγγελματισμό του. Τον Ιανουάριο του 2005, η τότε ομάδα του, Γκραν Κανάρια, αγωνιζόταν στο Μαρούσι στο φινάλε της 1ης φάσης του ULEB Cup, το οποίο ουσιαστικά σήμερα είναι το EuroCup, δεύτερη τη τάξει διοργάνωση της Ευρωλίγκας. Ο νικητής θα έπαιρνε την πρόκριση στους “16”. Την παραμονή του ματς, είχα μία συνέντευξη με τον Ελληνα φόργουορντ της ισπανικής ομάδας, Φώτη Λαμπρόπουλο, και ζήτησα από τον υπεύθυνο Τύπου ένα σχόλιο από τον κόουτς Μαρτίνεθ για τον παίκτη του. Η απάντηση ήταν θετική, αλλά για μετά τον αγώνα.
»Στο κλειστό του Αγίου Θωμά, η Γκραν Κανάρια ηττήθηκε με 80-79 με ένα τρίποντο του Σέρβου γκαρντ/φόργουορντ του Αμαρουσίου, Ολιβερ Πόποβιτς στο φινάλε. Οι Ισπανοί αποκλείστηκαν στην ισοβαθμία για τους δύο καλύτερους 3ους (ο ένας ήταν ο Αρης) και ο Μαρτίνεθ ήταν εκνευρισμένος στο φινάλε γιατί θεωρούσε ότι ο Πόποβιτς πατούσε τη γραμμή και το παιχνίδι έπρεπε να οδηγηθεί στην παράταση. Σκέφτηκα πως το “γαρνίρισμα” της συνέντευξης με ένα σχόλιο του Ισπανού κόουτς θα πήγαινε χαμένο. Περίμενα υπομονετικά για ώρα, όμως όταν τον είδα ακόμη εκνευρισμένο, γύρισα την πλάτη να αποχωρήσω. Η φωνή του υπεύθυνου Τύπου της Γκραν Κανάρια με σταμάτησε και όταν έστρεψα το βλέμμα μου, είδα τον Πέδρο Μαρτίνεθ. “Νόμιζα ότι λόγω της εξέλιξης δεν θα είχατε όρεξη για κουβέντα”, του είπα. “Είμαι νευριασμένος και στεναχωρημένος, όμως έχω και μία υποχρέωση απέναντί σου”», αποκρίθηκε αφοπλιστικά.
Είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα, ο Βλάντο Γιάνκοβιτς έχει δίκιο: Καμία μεγάλη ή μικρή «σκηνή» δεν αλλάζει τον Πέδρο Μαρτίνεθ.
