Ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν ο πολιτικός που άλλαξε το κλίμα στις Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι στην Κίνα. Η πρώτη του θητεία ήταν το σημείο καμπής στις διμερείς σχέσεις, από την εταιρική σχέση της περιόδου πριν και μετά την ένταξη της αναδυόμενης ασιατικής υπερδύναμης στον ΠΟΕ στην πιο συγκρουσιακή κατάσταση που επικρατεί την τελευταία δεκαετία. Ο Τζο Μπάιντεν, παρά τις διαφορές σε ύφος, συνέχισε εν πολλοίς την πολιτική οικονομικής αντιπαράθεσης που λάνσαρε ο 45ος πρόεδρος.
Κι όμως –αφού απέτυχε να επιβάλει τους όρους του στην οικονομική σχέση με το Πεκίνο στους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας του– ο Τραμπ μοιάζει πλέον (για να παραφράσουμε τον υπότιτλο της κορυφαίας ψυχροπολεμικής κωμωδίας του αμερικανικού σινεμά) να έχει σταματήσει να ανησυχεί και να αγαπά την Κίνα. Ή, έστω, να επιθυμεί τη σταθερότητα στις οικονομικές σχέσεις, προς όφελος των αμερικανικού κλάδου της τεχνολογίας και των αγροτών που ελπίζουν να εξαγάγουν ξανά στους Κινέζους μεγάλες ποσότητες των προϊόντων τους. Και χρειάζεται τη βοήθεια του Σι Τζινπίνγκ για να διαφύγει από το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει στον Περσικό Κόλπο.
Θα εστιάσουμε σήμερα στο τι διακυβεύεται στην εν εξελίξει συνάντηση κορυφής στο Πεκίνο και πώς συνδέεται με τον πόλεμο στο Ιράν. Θα κοιτάξουμε όμως και πώς διαμορφώνεται το πολιτικό σκηνικό εντός των ΗΠΑ, με τον πόλεμο για τους εκλογικούς χάρτες της Βουλής των Αντιπροσώπων να κορυφώνεται.
Ως συνήθως, με βρίσκετε στο [email protected] και στο Bluesky (@yanpal.bsky.social).

ΨΑΛΙΔΙΣΜΕΝΕΣ ΦΙΛΟΔΟΞΙΕΣ. Τον κίνδυνο η αμερικανική στάση σχετικά με την Ταϊβάν να προκαλέσει σύγκρουση και μία «ακραία επικίνδυνη κατάσταση» επέσεισε νωρίτερα σήμερα, απευθυνόμενος στον Τραμπ, ο Σι Τζινπίνγκ, στην αρχή της διήμερης επίσκεψης του Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο. Ο Σι είπε επίσης ότι οι δύο χώρες «θα έπρεπε να είναι εταίροι, όχι αντίπαλοι» – αλλά κατέστησε σαφές ότι η τρέχουσα νηνεμία στις διμερείς εταιρικές σχέσεις θα μετατραπεί σε καταιγίδα αν υπάρξουν «κακοί χειρισμοί» στο θέμα του στρατηγικά κρίσιμου νησιού, που έχει αποσχιστεί από την ηπειρωτική Κίνα.
Ο Τραμπ επισκέπτεται την κινεζική πρωτεύουσα συνοδευόμενος από κορυφαίους επιχειρηματικούς ηγέτες, αλλά και τον γιο του Ερικ, εταιρεία που συνδέεται με τον οποίο συνεργάζεται με κινεζική εταιρεία παραγωγής μικροτσίπ. Η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει θέσει την εταιρεία αυτή σε λίστα υψηλού κινδύνου λόγω διασυνδέσεων με το Κομμουνιστικό Κόμμα και τις ένοπλες δυνάμεις της Κίνας.
Η επίσκεψη λαμβάνει χώρα σε μία συγκυρία στην οποία είναι ο Τραμπ είναι πολλαπλώς αποδυναμωμένος: η «εκδρομή» στο Ιράν δείχνει, στη φάση αυτή, να καταλήγει σε στρατηγική ήττα· το άλμα στις τιμές ενέργειας βύθισε ακόμα πιο χαμηλά την ήδη παραπαίουσα δημοτικότητά του· και η διαφαινόμενη ήττα των Ρεπουμπλικανών στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές θα ανατρέψει την ισορροπία ισχύος στην Ουάσιγκτον, βάζοντας ουσιαστικούς φραγμούς στα αυταρχικά του σχέδια.
Απέναντι στην Κίνα, έχοντας αποτύχει πέρυσι να τη γονατίσει μέσω των δασμών, όπως είχε υποσχεθεί προεκλογικά, μοιάζει πλέον να επιδιώκει ήρεμα νερά και να εστιάζει σε οικονομικά ζητήματα. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, που, ασυνήθιστα, ηγήθηκε της προετοιμασίας της επίσκεψης (συνήθως τον ρόλο αυτόν τον έχει ο υπουργός Εξωτερικών ή ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας), έχει επικεντρωθεί στην παγίωση της εμπορικής ειρήνης (μη αύξηση δασμών, μη εργαλειοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας). Οι Αμερικανοί επίσης θα επιδιώξουν δεσμεύσεις από την κινεζική ηγεσία για αύξηση εισαγωγών από τις ΗΠΑ – ειδικά αγροτικών προϊόντων.
Αναπόφευκτα, οι δύο ηγέτες θα συζητήσουν για τον πόλεμο στο Ιράν. Η κυβέρνηση Τραμπ θέλει το Πεκίνο να χρησιμοποιήσει την επιρροή του ως σχεδόν μονοψωνιακός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και πάροχος στρατιωτικής τεχνολογίας στην Τεχεράνη, για να καταλήξει σε μία ανεκτή για τις ΗΠΑ συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Η Κίνα, ωστόσο, προσπαθώντας να εξισορροπήσει τους δεσμούς της με το Ιράν, την ανάγκη να μην εξαγριώσει τον Τραμπ αλλά και να διατηρήσει τις –επίσης στενές– σχέσεις της με τους βασικούς αντιπάλους της Τεχεράνης στον Περσικό (ΗΑΕ, Σαουδική Αραβία), πρέπει να επιδοθεί σε σύνθετες διπλωματικές ακροβασίες. Οπως το θέτει ανάλυση της Wall Street Journal: «Το Πεκίνο θέλει να δείχνει ότι έχει ζωτικό ρόλο χωρίς να κάνει οτιδήποτε ζωτικό».
ΜΙΚΡΟ ΚΑΛΑΘΙ ΓΙΑ ΤΗΝ Τ.Ν. Το πιο κρίσιμο πεδίο στο οποίο δεν αναμένεται κάτι χειροπιαστό είναι η ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης, που εξελίσσεται εκθετικά και απειλεί πλέον κάθε έννοια ψηφιακής ή και βιολογικής ασφάλειας. Οι ΗΠΑ και η Κίνα είναι οι δύο αδιαμφισβήτητες υπερδυνάμεις στον ζωτικό αυτόν χώρο, η συνεργασία των οποίων είναι αναγκαία (αν και πιθανότατα όχι ικανή) συνθήκη για να έχουμε ελπίδες ότι η Τ.Ν. δεν θα τινάξει τα πάντα στον αέρα.
Ωστόσο, όπως γράφει με την πάντα αιχμηρή του πένα ο Εντ Λους στους Financial Times, η χαλιναγώγηση της Τ.Ν. είναι πολύ χαμηλά στις προτεραιότητες του Τραμπ. Οι μεγιστάνες της Big Tech και γενναιόδωροι χρηματοδότες του 47ου προέδρου, όπως υπενθυμίζει ο αρθρογράφος, που μέχρι πρότινος εστίαζαν στην υπαρξιακή απειλή που συνιστά η νέα υπερ-τεχνολογία, επικεντρώνονται πλέον αποκλειστικά στην ανάγκη επικράτησης των ΗΠΑ στην κούρσα της Τ.Ν. (Και παράλληλα, αντιφατικά, προτρέπουν τον Τραμπ να επιτρέψει την πώληση των AI chips στην Κίνα, για να θησαυρίσουν ακόμα περισσότερο.)
Ο ίδιος ο πρόεδρος, σε μία φάση όπου λίγα του πάνε δεξιά, μπορεί να επιδείξει τα ιστορικά υψηλά στο χρηματιστήριο που διαδέχονται το ένα το άλλο και που οφείλονται σε συντριπτικό βαθμό στις μετοχές των εταιρειών που συνδέονται με την ανάπτυξη της Τ.Ν., ως ένδειξη της επιτυχημένης οικονομικής του διαχείρισης. Αρα όσοι περιμένουν να πάρει την πρωτοβουλία για ένα υπεύθυνο περιοριστικό πλαίσιο, θα περιμένουν πολύ…
ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ ΣΕ «ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ». Ο Τραμπ, αναχωρώντας την Τρίτη για την Κίνα, ισχυρίστηκε και πάλι ότι η κατάσταση με το Ιράν είναι υπό έλεγχο. Παράλληλα, ωστόσο, απείλησε την Τεχεράνη να συμφωνήσει με τους αμερικανικούς όρους, ειδάλλως θα «αποδεκατιστεί», χαρακτήρισε «σκουπίδια» τη νεότερη ιρανική πρόταση και είπε ότι η εκεχειρία κρέμεται από μία κλωστή («on life support», στο πρωτότυπο). Ο Πιτ Χέγκσεθ, σε κατάθεσή του στο Κογκρέσο, δήλωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση «διαθέτει σχέδιο κλιμάκωσης, αν απαιτηθεί». Και o Μπέντζαμιν Νετανιάχου, κρίνοντας προφανώς ότι δεν έχει κάνει αρκετή ζημιά στην εικόνα του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, προέτρεψε (στην πρώτη του τηλεοπτική συνέντευξη με αμερικανικό Μέσο μετά την έναρξη του πολέμου) τον Τραμπ να επιμείνει στην εξαγωγή από τη χώρα των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να γίνει αυτό με στρατιωτικά μέσα.
Το ιρανικό καθεστώς ωστόσο συνέχιζε να μη δίνει κανένα σημάδι συμμόρφωσης, επιμένοντας (μέσω του αναπληρωτή ΥΠΕΞ) σε τρία βασικά προαπαιτούμενα για την επίτευξη συμφωνίας: την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων, την αποδοχή της κυριαρχίας του Ιράν επί των Στενών του Ορμούζ και την ακύρωση των αμερικανικών κυρώσεων. Η αδιαλλαξία της Τεχεράνης ενδεχομένως βασίζεται στο γεγονός ότι οι αμερικανοϊσραηλινοί βομβαρδισμοί έκαναν πολύ μικρότερη ζημιά στο οπλοστάσιό της από ό,τι ισχυρίζεται ο Τραμπ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών που διέρρευσαν την Τρίτη, 30 από 33 εγκαταστάσεις εκτόξευσης πυραύλων των Ιρανών στην περιοχή των Στενών παραμένουν λειτουργικές. Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, το Ιράν διαθέτει το 70% των κινητών εκτοξευτών του και το 70% των αποθεμάτων πυραύλων που είχε πριν την 28η Φεβρουαρίου.
ΣΥΝΝΕΦΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ. Η διπλωματική ομίχλη συνδυάστηκε με μαύρα σύννεφα στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Ισλαμαμπάντ. Το Πακιστάν την Τρίτη απέρριψε ισχυρισμούς (σε ρεπορτάζ του CBS News) ότι, μετά την κατάπαυση του πυρός, παρείχε καταφύγιο σε ιρανικά στρατιωτικά αεροσκάφη έναντι πιθανών μελλοντικών αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών. Την ίδια ημέρα, ο Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο πιο επιθετικός από τα «γεράκια» της Γερουσίας στο θέμα του Ιράν και ενθουσιώδης υποστηρικτής των πολεμικών επιχειρήσεων, εξανέστη κατά του Πακιστάν (με το οποίο υπάρχει ιστορικό αμοιβαίας έλλειψης εμπιστοσύνης από τα χρόνια του πολέμου στο Αφγανιστάν). «Ισως θα έπρεπε να ψάξουμε για κάποιον άλλο να κάνει τον διαμεσολαβητή», δήλωσε στην ακρόαση του Χέγκσεθ και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Κέιν. «Να γιατί αυτή η καταραμένη κατάσταση δεν οδηγεί πουθενά», πρόσθεσε αγανακτισμένος ο Γκράχαμ.
Νευράκια.
ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΙΚΟ ΠΡΟΒΑΔΙΣΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ ΧΑΡΤΩΝ. Στην εσωτερική επικαιρότητα, τώρα, και στο απολύτως κρίσιμο μέτωπο των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Εως τα τέλη του περασμένου μήνα, έμοιαζε σαν οι Δημοκρατικοί να έχουν εξουδετερώσει το όποιο πλεονέκτημα ήλπιζαν να αποκτήσουν οι Ρεπουμπλικανοί με την εκστρατεία επαναχάραξης των εκλογικών χαρτών για τη Βουλή που εξαπέλυσαν πέρυσι. Η Καλιφόρνια αντιστάθμισε το Τέξας (ίσως με το παραπάνω), η Ιντιάνα αντιστάθηκε στις πιέσεις του Τραμπ για επαναχάραξη και, τον περασμένο μήνα, η Βιρτζίνια, υπό τη νέα της κυβερνήτη, την Αμπιγκέιλ Σπάνμπεργκερ, ψήφισε υπέρ ενός επιθετικού gerrymander. Ο νέος χάρτης, που εγκρίθηκε οριακά σε δημοψήφισμα, θα έδινε στους Δημοκρατικούς πιθανότατα 10 από τις 11 έδρες της Βιρτζίνια στη Βουλή των Αντιπροσώπων (σήμερα κατέχουν έξι).
Το τελευταίο δεκαήμερο δεν έχει πάει εξίσου καλά για την αντιπολίτευση: πρώτα ήταν η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τη μνημονεύσαμε προ δύο εβδομάδων) που περιορίζει τη δυνατότητα δημιουργίας περιφερειών με μειονοτικές πλειοψηφίες βάσει του Νόμου περί Εκλογικών Δικαιωμάτων. Εκτοτε, μάλιστα, το Δικαστήριο έχει παρέμβει εκ νέου, για να διευκολύνει τη Λουιζιάνα και την Αλαμπάμα να καταργήσουν εκλογικές περιφέρειες με πλειοψηφίες μαύρων – παρότι οι ψηφοφόροι είχαν ήδη αρχίσει να ψηφίζουν σε προκριματικές και στις δύο πολιτείες!
Στη συνέχεια, το Ανώτατο Δικαστήριο της Βιρτζίνια, με οριακή πλειοψηφία 4-3, απέρριψε για διαδικαστικούς λόγους την αλλαγή του χάρτη στην πολιτεία, ενώ στη Φλόριντα εγκρίθηκε νέος χάρτης που δίνει δυνητικά τέσσερις επιπλέον έδρες στους Ρεπουμπλικανούς (κι αυτός ο χάρτης, ωστόσο, αντιμετωπίζει νομικά εμπόδια πριν κυρωθεί).
Σύμφωνα με τον εκλογικό γκουρού των New York Times, Νέιτ Κον, με την κατάσταση ως έχει, με τον νέο χάρτη στη Φλόριντα (αν ισχύσει) και την ακύρωση των αλλαγών στη Βιρτζίνια, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να κερδίσουν τη λαϊκή ψήφο με 2,5 μονάδες για να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής. Αν, ωστόσο, βάσει της νέας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλάξουν τους χάρτες τους επίσης η Αλαμπάμα, η Νότια Καρολίνα και η Λουιζιάνα, η διαφορά θα πρέπει να είναι 3,9 μονάδες. Αυτό, παρατηρεί ο Κον, δεν καθιστά τους Ρεπουμπλικανούς φαβορί για τον έλεγχο της Βουλής· «αλλά τους δίνει μια πραγματική ευκαιρία».

Την πλήρη αδυναμία του να κατανοήσει την έννοια των θεσμικών αντιβάρων στην οποία βασίζεται η συνταγματική δημοκρατία των ΗΠΑ πρόδωσε για μία ακόμα φορά ο Τραμπ με τις βολές του μέσω Truth Social κατά δύο ανώτατων δικαστών. Αναφερόμενος στον Νιλ Γκόρσατς και την Εϊμι Κόνι Μπάρετ, τους οποίους ο ίδιος τοποθέτησε στο σώμα κατά την πρώτη του θητεία, ο Αμερικανός πρόεδρος σχολίασε ότι «είναι πραγματικά εντάξει να δείξουν αφοσίωση στο πρόσωπο που τους διόρισε “σχεδόν” στις πιο υψηλές θέσεις στη χώρα». Ο Τραμπ είναι έξαλλος με το συγκεκριμένο δίδυμο, επειδή τάχθηκαν υπέρ της ακύρωσης του μεγαλύτερου μέρους των δασμών που έχει επιβάλει στη δεύτερη θητεία του. Στην υπόθεση των δασμών, η πλειοψηφία του σώματος, που σε γενικές γραμμές έχει βάλει τη συνταγματική του σφραγίδα σε πολλές από τις αμφιλεγόμενες πολιτικές του Τραμπ, έκρινε ότι σφετεριζόταν τη φορολογική εξουσία του Κογκρέσου. Αλλη μία διάκριση την οποία ο ένοικος του Οβάλ Γραφείου δεν μπορεί –ή δεν θέλει– να καταλάβει.
3,8%. Αυτό ήταν το επίπεδο του ετήσιου πληθωρισμού όπως διαμορφώθηκε τον μήνα Απρίλιο – το υψηλότερο από τον Μάιο του 2023. Η μισή σχεδόν αύξηση οφείλεται στην εκτίναξη των τιμών της ενέργειας εξαιτίας της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στο Ιράν. Υπενθυμίζεται ότι ο Τραμπ είχε υποσχεθεί προεκλογικά να μειώσει στο μισό τις τιμές της ενέργειας για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ
ΣΤΟ PAX TRUMPIANA.
«Είναι διαβόητα ριψοκίνδυνες οι προβλέψεις περί πολιτικής επισφάλειας του Πούτιν και δικαιολογείται κάποιος σκεπτικισμός απέναντι στις πρόσφατες αναφορές περί ετοιμότητας των ρωσικών ελίτ να στραφούν εναντίον του Ρώσου προέδρου. Τούτου λεχθέντος, τόσο η εγχώρια όσο και η διεθνής θέση του Πούτιν έχει επιδεινωθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες.
Στο εσωτερικό, οι περιορισμοί του Πούτιν στο Διαδίκτυο φαίνεται να έχουν γυρίσει μπούμερανγκ. Συμβάλλουν στη διόγκωση της δυσαρέσκειας και εφιστούν εκ νέου την προσοχή στο κόστος του πολέμου και στην επιδείνωση του περιβάλλοντος ασφαλείας. Ο πληθωρισμός παραμένει επίσης υψηλός στη Ρωσία και ο μη πολεμικός τομέας της οικονομίας είναι στάσιμος.
Σε διεθνές επίπεδο, η πιο εντυπωσιακή αλλαγή είναι η ανάδειξη της Ουκρανίας ως αξιόπιστου, αυτοδύναμου παρόχου ασφάλειας, με ενισχυμένο ρόλο στην περιοχή του Περσικού στον απόηχο του πολέμου κατά του Ιράν. Αυτή η επανατοποθέτηση έδωσε στο Κίεβο νέες δυνατότητες να αντισταθεί στις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Ουάσιγκτον να το ωθήσει προς μια ειρηνευτική διευθέτηση στους όρους της Μόσχας.
Για τον Τραμπ, αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι φαίνεται αρχικά. Αν και μακροχρόνιος θαυμαστής του Ρώσου προέδρου, ο Τραμπ είναι γνωστός για την αλλεργία του στο να συσχετίζει τον εαυτό του με “ηττημένους”. Είναι κάτι που εκμεταλλεύθηκε ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λούλα για να δυσφημήσει τον φυλακισμένο πολιτικό εχθρό και προκάτοχό του Ζαΐρ Μπολσoνάρο, τον οποίο ο Τραμπ, όταν ανέλαβε την εξουσία το 2025, αρχικά προσπάθησε να υποστηρίξει, αλλά τώρα έχει παραμερίσει. Η οπτική ενός απομονωμένου και παρανοϊκού Πούτιν δεν συνάδει με την εικόνα της στρατηγικής δύναμης που ο Τραμπ παγίως προβάλλει στον Πούτιν και την ηγεσία του».
ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΚΟΥΛΕΪ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Κολέγιο Barnard

❗Ο Ρόμπερτ Κέιγκαν γράφει για ρουά ματ των Ιρανών εις βάρος του Τραμπ στον Γ’ Πόλεμο του Περσικού
❗Η Αν Απλμπαουμ γράφει για το πώς ο Πούτιν δεν μπορεί πλέον να κρύψει τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία από το ρωσικό κοινό
❗Σε αυτή την εις βάθος συζήτηση, ο γνωστός μας Νίκολας Μπερνς, που υπηρέτησε ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Κίνα έως τον Ιανουάριο του 2025, αναλύει τα ζητήματα που θα βρεθούν στο επίκεντρο της επίσκεψης του Τραμπ στην Κίνα
❗Αξιοσημείωτη η αποκάλυψη του Reuters ότι η Σαουδική Αραβία διενήργησε –για πρώτη φορά στην ιστορία της– αεροπορικές επιθέσεις κατά του Ιράν ως αντίποινα για ιρανικές επιθέσεις κατά σαουδαραβικών στόχων
❗«Ο διοικητής της Fed που αντιστάθηκε»: ένα συναρπαστικό πορτρέτο του Τζερόμ Πάουελ από το Bloomberg, λίγες ημέρες πριν αποχωρήσει από την ηγεσία της πιο σημαντικής ομοσπονδιακής τράπεζας στον κόσμο.
