Οπως έχετε ασφαλώς αντιληφθεί, και όπως γράφαμε και την προηγούμενη εβδομάδα, μέσα σε όλα τα άλλα μικρά, μεσαία και μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και μέσα στα πολλά που αποφασίζουν οι Τραμπ και οι Πούτιν του κόσμου μας να μας προσθέσουν κι από πάνω όποτε τους καπνίσει, υπάρχουν και κάποια άλλα, διαχρονικά και τεράστια, που εξακολουθούν να κρέμονται από πάνω μας σαν πολυέλαιος που έχει ξεκολλήσει απ’ το ταβάνι και τρέμει. Το βασικότερο πρόβλημα με την κλιματική αλλαγή, ας πούμε, τη μία από τις μεγάλες προκλήσεις αυτού του είδους, δεν είναι μόνο ότι είναι μεγάλο και περίπλοκο, αλλά το ότι δεν υπάρχει κανένας, βασικά, αρμόδιος να τη λύσει. Κανένας. Δεν υπάρχει κανένας θεσμός, κανένας φορέας, κανένα σχήμα, καμία δομή που να έχει την αρμοδιότητα, την ισχύ, τη βούληση και τη νομιμοποίηση για να βάλει κάτω το πρόβλημα, να μελετήσει τα δεδομένα, να σχεδιάσει μια σειρά από λύσεις και να επιβάλει την εφαρμογή τους. Ολα όσα έχουμε (ο ΟΗΕ με το IPCC, η Ευρωπαϊκή Ενωση, τα κράτη) δεν διαθέτουν τίποτε από αυτά. Γι’ αυτό οι λύσεις που υλοποιεί η ανθρωπότητα για την αντιμετώπιση του προβλήματος, μολονότι όχι λίγες, δεν είναι αρκετές. Χρειάζεται κάτι άλλο. Μια άλλη δομή διακυβέρνησης για προβλήματα τέτοια, μεγάλα, που αφορούν ολόκληρη την ανθρωπότητα και δεν λύνονται σε επίπεδο ενός κράτους, αλλά μόνο σε επίπεδο πλανήτη.
Ο πολιτικός επιστήμονας Τζόναθαν Μπλέικ και ο Νιλς Γκίλμαν από το Ινστιτούτο Berggruen καταπιάνονται με αυτό το θέμα ακριβώς σε ένα πρόσφατο, ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο «Children of a Modest Star». Προσπαθούν να περιγράψουν ένα μοντέλο διακυβέρνησης που θα μπορεί να αντιμετωπίζει αυτά τα μεγάλα, πλανητικά προβλήματα. Και μπορεί να μη φτάνουν σε ρεαλιστικές, λεπτομερείς προτάσεις, αλλά στην πορεία δίνουν μπόλικη τροφή για σκέψη, πάνω σε ένα ενδιαφέρον και ασφυκτικά επίκαιρο θέμα.
Η κεντρική ιδέα του μοντέλου που σκέφτηκαν οι συγγραφείς βασίζεται σε κάτι που δεν είναι καθόλου καινούργιο: την αρχή της επικουρικότητας. Την ιδέα, δηλαδή, ότι οι θεσμοί και οι μηχανισμοί λήψης αποφάσεων για την αντιμετώπιση προβλημάτων πρέπει να βρίσκονται στο κοντινότερο στον πολίτη επίπεδο. Τα προβλήματα μιας γειτονιάς πρέπει να τα αντιμετωπίζουν θεσμικά όργανα που λαμβάνουν αποφάσεις στο επίπεδο της γειτονιάς επειδή σχεδόν σίγουρα αυτά είναι που καταλαβαίνουν το πρόβλημα. Προβλήματα που επηρεάζουν μια ολόκληρη πόλη ή περιοχή, όμως, πρέπει να αντιμετωπίζονται στο επίπεδο της πόλης. Αλλα προβλήματα, ευρύτερα, που αγγίζουν ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές, πρέπει να αντιμετωπίζονται από ευρύτερους θεσμούς. Σε κάθε περίπτωση, ο στόχος είναι η αποτελεσματικότερη επίλυση του προβλήματος, με τη λιγότερη σπατάλη πόρων και το καλύτερο αποτέλεσμα. Δεν είναι καινοτόμα ή ρηξικέλευθη ιδέα. Το αντίθετο: για εμάς στην Ευρώπη είναι το status quo: η αρχή της επικουρικότητας είναι η βασική αρχή με την οποία λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ έχει αποτυπωθεί ρητά από τη Συνθήκη του Μαάστριχτ, δεκαετίες τώρα. Αυτό που κάνουν οι συγγραφείς είναι ότι παίρνουν την ιδέα και την τραβάνε και προς τα πάνω. Γιατί, σου λέει, η επικουρικότητα λειτουργεί (θεωρητικά, εν μέρει) στο επίπεδο του δήμου, της περιφέρειας, των διαφόρων NUTS βαθμίδων, σε επίπεδο κράτους και, τελικά, για τα πιο συνολικά και «μεγάλα», σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά εκεί τελειώνει η αλυσίδα. Ο κόσμος μας όμως αντιμετωπίζει προβλήματα και σε ευρύτερο επίπεδο από της Ε.Ε. ή των ΗΠΑ ή της Κίνας. Υπάρχουν προβλήματα που αγγίζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα και ολόκληρο τον πλανήτη, τα οποία ούτε ο ΟΗΕ ούτε η Ε.Ε. ούτε ασφαλώς και τα μεμονωμένα κράτη μπορούν να διαχειριστούν και να αντιμετωπίσουν.
Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του βιβλίου είναι η σύνοψή του γιατί ο κόσμος μας λειτουργεί όπως λειτουργεί σήμερα, χωρισμένος σε περίπου 200 κυρίαρχα κράτη. Οπως εξηγούν γλαφυρά, αυτό δεν είναι μια φυσική, αναπόφευκτη κατάσταση ούτε κανένας διαχρονικός, προαιώνιος τρόπος ύπαρξης του ανθρώπινου είδους. Δεν είναι καν πολύ παλιό μοντέλο. Το 1938, θυμίζουν, μόλις 88 χρόνια πριν, το 42% της Γης το διοικούσαν πρακτικά οκτώ αποικιοκρατικά έθνη (το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο, η Ιταλία, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία). Το μοντέλο πολλών ανεξάρτητων κυρίαρχων κρατών που λειτουργούν αυτόνομα το ένα από το άλλο, καθένα με το δικό του «εθνικό» αφήγημα, που θεωρούμε σήμερα δεδομένο, είναι μια εφεύρεση του προηγούμενου αιώνα, που βασικά γεννήθηκε μέσα από τα αποκαΐδια των παγκόσμιων πολέμων. Το μοντέλο με το οποίο τα κράτη αυτά θα συνυπάρχουν και θα συνεργάζονται, όποτε χρειάζεται, τότε φτιάχτηκε (πρώτα με την Κοινωνία των Εθνών, μετά με τα Ηνωμένα Εθνη) μέσα από τις πολιτικές ζυμώσεις της εποχής εκείνης. Και δεν ήταν οι μόνες εναλλακτικές ιδέες που κυκλοφορούσαν. Από τότε ήταν προφανές το κενό θεσμών και διακυβέρνησης για προβλήματα που ξεπερνούσαν σύνορα και διακρατικές συμμαχίες. «Είμαι υπέρ της δημιουργίας μιας παγκόσμιας κυβέρνησης», έγραφε το 1948 ο Αλμπερτ Αϊνστάιν, «επειδή είμαι πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφευχθεί ο πιο τρομερός κίνδυνος που έχει αντιμετωπίσει ποτέ ο άνθρωπος». Στην πραγματικότητα, επισημαίνουν οι συγγραφείς, το σημερινό μοντέλο διακυβέρνησης και διακρατικής συνεργασίας οριστικοποιήθηκε μόλις τη δεκαετία του 1960. Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο γι’ αυτή τη μετάβαση ήταν η δημιουργία των συνόρων. Τη δεκαετία του 1950 και του 1960 λέει, στον κόσμο χτίστηκαν τρεις συνοριακές δομές με αμυντική θωράκιση ανάμεσα σε κράτη. Τη δεκαετία του 1970 χτίστηκαν πέντε. Του 1980, έντεκα. Από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα, έχουν χτιστεί άλλες πενήντα οκτώ. Μετά και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, η καθιέρωση του μοντέλου ήταν τελεσίδικη. Αν μη τι άλλο, έλυσε προβλήματα και αποτέλεσε το υπόβαθρο μιας οικονομικής έκρηξης και τεχνολογικής ανάπτυξης που έσωσε δισεκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια. Αλλά όπως είναι πρόσφατη, μπορεί, λένε, να είναι και πρόσκαιρη. Και πάντως σίγουρα δεν είναι το καλύτερο μοντέλο για να αντιμετωπίζουμε κάποια από τα μεγαλύτερα προβλήματα του κόσμου μας –και αυτό δεν χρειάζεται να είναι κανείς διεθνιστής ή άπατρις για να το καταλάβει.
Μήπως όμως θα μπορούσε; Μήπως ο ΟΗΕ, αν λειτουργούσε καλύτερα, θα μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο; Οχι. Οπως τονίζουν, ο ΟΗΕ δεν είναι λύση σε αυτό το πρόβλημα, επειδή δεν είναι ένα σώμα που εκπροσωπεί όλους τους ανθρώπους του κόσμου και τα συμφέροντά μας ως είδους, αλλά τα κράτη του κόσμου. Τα μέλη του ΟΗΕ είναι τα κυρίαρχα κράτη και το αντικείμενο της δουλειάς του είναι η διαχείριση των συμφερόντων των κρατών, όχι η υπεράσπιση των συμφερόντων του είδους μας γενικώς –που είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Μολαταύτα, παραδέχονται ότι κάποιοι από τους θεσμούς που έχουν αναπτυχθεί εντός του ΟΗΕ έχουν ακριβώς τη φιλοσοφία της από κοινού αντιμετώπισης προβλημάτων. Η «International Telecommunication Union» (ITU) για παράδειγμα, έχει ως αρμοδιότητα τη διαχείριση του ραδιοφάσματος και της τροχιάς των δορυφόρων σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε πολλά άλλα παγκόσμιου αντικτύπου θέματα, όμως, δεν υπάρχουν αντίστοιχοι ισχυροί υπερεθνικοί θεσμοί και φορείς.
Μολονότι υπάρχουν και πολλά τέτοια θέματα (από τη διαχείριση του πόσιμου νερού ή των ραδιενεργών υλικών, μέχρι την οξείδωση των ωκεανών και τη μείωση της βιοποικιλότητας) οι συγγραφείς επικεντρώνουν σε κυρίως δύο: την κλιματική κρίση και το ξέσπασμα παγκόσμιων υγειονομικών κρίσεων και πανδημιών. Και προτείνουν, ειδικά για τέτοια προβλήματα, τη σύσταση νέων, πλανητικών θεσμών, που θα έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα την επίλυσή τους, ανεξάρτητα από τα κράτη.
Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί, βεβαίως, να μοιάζει από πολύ θεωρητική και οραματική (στην καλύτερη περίπτωση) έως και αφελής ή ουτοπική (στη χειρότερη). Οι συγγραφείς το σώζουν κάνοντας δύο πολύ ενδιαφέροντα πράγματα: αντιμετωπίζοντας την κριτική και τη φοβία απέναντι στο ενδεχόμενο μιας «παγκόσμιας κυβέρνησης» με αποτελεσματικό τρόπο, και θέτοντας την ιδέα τους σε ρεαλιστική βάση, όχι ως πρόταση προς υλοποίηση, αλλά ως αφετηρία για μια συζήτηση που πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως, αργά ή γρήγορα.
«Οι πλανητικοί θεσμοί που προτείνουμε δεν είναι “παγκόσμια κυβέρνηση”», εξηγούν. Και καλά κάνουν, γιατί και μόνο η ιδέα της εκχώρησης αρμοδιοτήτων, πολιτικής ισχύος και «εθνικής κυριαρχίας» σε κάποια νέα, ευρύτερη, παγκόσμια, ανεξάρτητη δομή φαντάζει δυστοπική ακόμα και για τους μη «ψεκασμένους». Οπως έγραφε ο Καντ από το 1795 κιόλας, «μια παγκόσμια κυβέρνηση θα ήταν είτε ένας παγκόσμιος δεσπότης είτε θα ηγείτο επί μιας ευάλωτης αυτοκρατορίας που θα μαστίζεται από εμφύλιες συρράξεις καθώς οι επαρχίες και οι λαοί θα προσπαθούν να κερδίσουν πολιτικές ελευθερίες και αυτονομία». Οπως αναλύουν διεξοδικά, το μοντέλο που προτείνουν δεν περιλαμβάνει τη αφαίρεση πολλών αρμοδιοτήτων από τα κράτη και την απόδοσή τους προς τα «πάνω», αλλά την καλύτερη διάχυση των αρμοδιοτήτων σε ένα ευρύτερο πλέγμα θεσμών με βάση την αρχή της επικουρικότητας. Δεν εισηγούνται την προσθήκη μιας παγκόσμιας κυβέρνησης (πάνω από τις υπάρχουσες κυβερνήσεις των κρατών), αλλά τη δημιουργία ειδικού σκοπού θεσμών για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων. Για παράδειγμα, προτείνουν τη δημιουργία ενός «Planetary Atmospheric Steward» (PAS), που θα εκτελεί όλο το ερευνητικό έργο του σημερινού IPCC του ΟΗΕ, αλλά ταυτόχρονα θα θέτει δεσμευτικούς στόχους για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Το πώς ακριβώς θα επιτυγχάνονται οι στόχοι αυτοί θα είναι αρμοδιότητα των υπόλοιπων, χαμηλότερων επιπέδων διακυβέρνησης –αλλά πρέπει να υπάρχει κάποιος να τους θέτει, λαμβάνοντας υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα, για λογαριασμό ολόκληρης της ανθρωπότητας, για λογαριασμό καθενός και καθεμιάς από εμάς, ανεξαρτήτως του αν μας κυβερνάει ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο MBS ή ο Λούλα. Υπάρχουν, βεβαίως, πολλά πρακτικά θέματα προς επίλυση –και το βιβλίο δεν απαντά σε όλα. Πώς θα διοικείται αυτός ο φορέας; Από πού θα αντλεί τη νομιμοποίησή του, και πώς θα επιβάλλει κυρώσεις στους θεσμούς (τα κράτη, τις περιφέρειες) που αρνούνται ή αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τους στόχους; Είναι σημαντικές λεπτομέρειες, και τις αγγίζουν σε κάποιο βαθμό, αλλά δεν μπαίνουν, επίτηδες, σε μεγάλο βάθος. Το κενό το λύνουν αποφεύγοντας και τη δεύτερη μπανανόφλουδα.
Γιατί το παραδέχονται μόνοι τους: δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Τέτοιας κλίμακας αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν έτσι, μαγικά, επειδή γράφτηκε ένα βιβλίο ή επειδή δυο καθηγητές είχαν μια ιδέα. «Μόνο μια κρίση μπορεί να προκαλέσει αληθινή αλλαγή», έλεγε ο Μίλτον Φρίντμαν. Αλλά όταν έρχονται οι κρίσεις, δεν γεννούν τις αλλαγές από το μηδέν. Αυτό είναι το επιχείρημά των συγγραφέων. Η ιδέα για κάτι σαν τον ΟΗΕ υπήρχε από τα τέλη του 18ου αιώνα. Επρεπε να μεσολαβήσουν κοσμοϊστορικές τραγωδίες για να μετατραπεί από ιδέα σε λύση, αλλά όταν έγιναν οι τραγωδίες, η ιδέα υπήρχε. Βιβλιογραφία υπήρχε, θεωρητικοί μελετητές υπήρχαν, ένα μέρος της θεωρητικής δουλειάς είχε ήδη γίνει. Τέτοια δουλειά θεωρούν ότι κάνουν κι αυτοί εδώ.
Οι συγγραφείς αναφέρουν ένα πρόσφατο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας του Κιθ Στάνλεϊ Ρόμπινσον, το «Ministry for the Future», για το οποίο σας έχω ξαναγράψει. Στον κόσμο του βιβλίου, η ανθρωπότητα «ξυπνάει» και αποφασίζει να πάρει επιτέλους μέτρα κατά της κλιματικής αλλαγής ύστερα από έναν φρικτό φονικό καύσωνα στην Ινδία, που προκαλεί εκατομμύρια θανάτους. Τα μέτρα που εφαρμόζουν είναι, βασικά, η ίδρυση ενός υπερεθνικού οργανισμού με αρμοδιότητες και «δόντια», που μπορεί να επιβάλλει λύσεις χωρίς τους περιορισμούς των κατά τόπους μικροπολιτικών συμφερόντων ή δικτατόρων. Σαν τον PAS που περιγράφουν οι Μπλέικ και Γκίλμαν στο «Children of a Modest Star».
Ολες και όλοι, βεβαίως, ευχόμαστε να μη χρειαστεί να συμβεί κάτι τόσο φριχτό και στον δικό μας κόσμο, για να μας ξυπνήσει. Αλλά ένα από τα λίγα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε σήμερα είναι να συζητάμε και να επεξεργαζόμαστε τις λύσεις, όσο αφελείς, ουτοπικές ή δύσκολες μπορεί να μοιάζουν, ώστε να υπάρχουν διαθέσιμες. Για όταν χρειαστεί.
