1. Τι μπορεί να βοηθήσει σε μια δύσκολη στιγμή; Τα δέντρα βοηθάνε. Το θρόισμά τους. Το πρωινό ξύπνημα, να μη σε παίρνει από κάτω. Κι ίσως και η Βιρτζίνια (Γουλφ). Βυθίστηκα στον Φάρο (μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) όπως βουτάς μες στο νερό. Απέκλεισε τους ήχους. Σήκωσε βάρος από το βάρος μου.
2. Η Βιρτζίνια μπορεί να δροσίσει το μυαλό σου όταν κοντεύει να ξεραθεί (από: κλάμα, αλλεργίες, επειδή έμεινε απότιστο, στράγγιξε, κάηκε κ.λπ.).
3. Ο Φάρος (to the lighthouse) ασχολείται με όλα τα σημαντικά. Μπορείτε να παραβλέψετε τα μέιλς σας με θέμα επείγον, χάριν του Φάρου. Μπορείτε να πείτε ψέματα στη δουλειά πως αρρωστήσατε, για να διαβάσετε Φάρο. Μπορείτε να χαθείτε απ’ τις παρέες. Να μην πληρώσετε αμέσως τη ΔΕΗ. Δεν είναι εύκολο βιβλίο, όμως ούτε δύσκολο είναι (ευθύνεται η Ζαχαριάδου γι’ αυτό, η ικανότητά της να καταπίνει τα μεγάλα έργα και να μας τα ταΐζει σε μπουκιές με γάργαρα, σύγχρονα ελληνικά).
4. Παρακολουθούμε την οικογένεια Ράμζυ που παραθερίζει κάπου μακριά από τον Φάρο. Ο κύριος Ράμζυ φιλοσοφεί, μελαγχολεί, διαβάζει και απαιτεί συμπόνια. Η κυρία Ράμζυ, καλλονή και καλόγνωμη, τον συντρέχει. Στο εξοχικό βρίσκονται παρατρεχάμενοι του μπαμπά, που ασχολούνται κι αυτοί με το υποκείμενο, το αντικείμενο και το κυνήγι της αλήθειας, αραχνώδεις τύποι, διδακτορικοί. Υστερα, τα παιδιά. Κι η ζωγράφος που όλα τα παρατηρεί. Ενα ωραίο πρωινό ανακατεύοντας το μπλε με το πράσινο βάζει τα δυνατά της να κάνει το άψυχο, ζωή.
5. Η μετάβαση στον Φάρο θα εξαρτηθεί από τις καιρικές συνθήκες. Ο κύριος Ράμζυ είναι υπολογιστής και ορθολογικός. Τα πράγματα έχουν μελετηθεί από τον ίδιο και τους μαθητές του: με τέτοιον καιρό οποιαδήποτε επιχείρηση μετάβασης στον Φάρο είναι καταδικασμένη. «Δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να μπορέσουν να πάνε στο Φάρο αύριο, της αντιγύρισε εκνευρισμένα ο κύριος Ράμζυ. Και πού το ήξερε; τον ρώτησε αυτή. Ο άνεμος συχνά αλλάζει. Η άκρα ανορθολογικότητα του σχολίου της, η ανοησία που κουβαλούσαν οι γυναίκες στο μυαλό τους τον έκανε να εκμανεί. Είχε καλπάσει μέσα από την κοιλάδα του θανάτου, είχε ραγίσει, είχε γίνει σμπαράλια και τώρα ν’ ακούει εκείνη να περιφρονεί πλήρως την πραγματικότητα, να γεμίζει τα παιδιά του με ελπίδες παντελώς ανυπόστατες, να λέει, κατ’ ουσίαν, ψεύδη. Χτύπησε με δύναμη το πόδι του πάνω στο πέτρινο σκαλί. “Που να σε πάρει ο διάολος”, είπε. Μα τι του είχε πει; Απλώς ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αύριο να είναι καλός ο καιρός. Και πράγματι υπήρχε».
6. Το βαρόμετρο, η φορά του ανέμου κ.λπ. αποκλείουν το θετικό ενδεχόμενο. Οχι, οι μέρες θα ’ναι μαύρες από δω και πέρα, η αισιοδοξία είναι ανορθολογισμός κ.λπ. Ο κύριος Ράμζυ, αβοήθητος όπως τόσοι άνδρες, απαιτεί τη γυναικεία συμπόνια, αφού σκοτώσει καλά καλά κάθε ελπίδα μέσα του μέσω της λογικής του. Είναι ένας χαρακτήρας ξεκαρδιστικός και τυραννικός.
Η κυρία Ράμζυ βλέπει αλλιώς τον κόσμο. Τίποτα δεν θα την εμποδίσει να υποσχεθεί στα παιδιά της πως ένα ταξίδι στον Φάρο δεν είναι εντελώς αποκλεισμένο. Στα σύννεφα δεν βλέπει γωνίες, απειλές, φαινόμενα προς μέτρηση, αλλά ένα θριαμβευτικό απόγευμα. Και γι’ αύριο; Ε, το αύριο είναι άλλος κόσμος.
7. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές του έργου είναι η ζωγράφος Λίλυ. Αυτή αρνείται να δείξει συμπόνια στους άνδρες. Είναι «γεροντοκόρη», ελεύθερη και καλλιτέχνις. Η Βιρτζίνια τη βάζει να κάθεται σ’ ένα γεμάτο τραπέζι όπου όλοι φλυαρούν και λένε τα δικά τους, ενώ την ίδια την απασχολεί το ζήτημα του δέντρου. Το χρώμα, τα κλαδιά, πώς θα το φτιάξει.
Η Λίλυ ξέρει ότι οι πίνακές της είναι καταδικασμένοι να παραχωθούν στη σοφίτα. Ξέρει πως το δέντρο στο μυαλό της δεν είναι ακριβώς αυτό που βγαίνει από την άκρη του πινέλου της. Παρά ταύτα, περνάει τα πρωινά παλεύοντας με το πινέλο. Γιατί, τι άλλο να κάνει; Ανάμεσα στο μαύρο και το μαύρο, τον χρόνο και τον χρόνο, το ακατανόητο και το ακατανόητο, η Λίλυ ρίχνει μπλε μέσα στο πράσινο και συγκεντρώνει όλη της την προσοχή στο φως.
8. Σε μια ενότητα του Φάρου πρωταγωνιστεί ο χρόνος που περνά. Σ’ όλο το έργο μια ροή συνείδησης κυλάει σαν ρυάκι φτάνοντας στις πιο λεπτές αποχρώσεις των ανθρωπίνων. Το μυαλό της Βιρτζίνια λαμποκοπά, αλλάζει όσα ξέρουμε για τη δομή, τους χαρακτήρες και τον τρόπο του μυθιστορήματος. Κι έχει και χιούμορ, όπως όλα τα τέρατα (βλ. Iris Murdoch) και μια γλυκιά ειρωνεία, την ειρωνεία που βγάζει γλώσσα στην ίδια τη ζωή που ειρωνεύεται.
Η Βιρτζίνια βάζει έναν «κεντρικό» της χαρακτήρα να πεθαίνει μέσα σε μια παρένθεση. Πριν από τον Α′ Παγκόσμιο Πόλεμο θα ήταν «λάθος» και αδιανόητο να βάλεις κεντρικό πρόσωπο να πεθαίνει με τέτοιον τρόπο, «παρεμπιπτόντως», λέει στο Επίμετρό της η Ζαχαριάδου. Μετά τον πόλεμο: η εξοικείωση.
9. Τα βιογραφικά στοιχεία είναι για τους φιλολόγους, τούς τ’ αφήνω. Δεν ξεχνώ, όμως, πως η Βιρτζίνια εκτέθηκε νωρίς στο πένθος, στην κατάθλιψη, στον πυρετό. Εγραφε παρά ταύτα ή μέσα απ’ αυτά, γι’ αυτά;
«Εάν το μακιγιάζ καλύπτει τις ατέλειες, η λογοτεχνία κρύβει τη θνητότητα» («Literature masks mortality»), λέει η Rachel Kushner σ’ ένα δοκίμιό της για την Κλαρίσε Λισπέκτορ (βλ. όμως και τα τελευταία δοκίμια στη συλλογή The Hard Crowd). H Λισπέκτορ κυκλοφορούσε μέχρι το τέλος της με στρώσεις μέικ απ σαν μάσκα κι είχε δηλώσει πως αρνείται να δυστυχήσει. Θα επιμείνω στη χαρά, τ’ ακούς; Λες και δεν είναι ήδη αρκετά αναξιοπρεπές να γεννιέσαι και να πεθαίνεις χωρίς να ξέρεις το πώς ή το γιατί. Ετσι είχε πει.
10. Υπάρχει το ενδεχόμενο η δημιουργικότητα να είναι η άλλη, φωτεινή όψη της περατότητας των ανθρωπίνων. Υπάρχει κάτι στην ικανότητα των τεχνών όχι μόνον να αψηφούν τον χρόνο, αλλά και να τον αναδιατάσσουν (πράγμα που σίγουρα κάνουν και η Γουλφ και η Λισπέκτορ, το μυθιστόρημα συνολικά, ο Ταρκόφσκι, το θέατρο, το περφόρμανς αρτ, η μουσική).
Ενώ σε κάθε άλλη πτυχή της ζωής, ο χρόνος μάς βάζει κάτω και μάς κοπανάει, εκτός του ελέγχου μας (είναι ο χρόνος της εφορίας, του εργοδότη, η «χρονιά» με βάση τις ημερολογιακές μετρήσεις κ.λπ.), στο μυθιστόρημα κουμάντο στον χρόνο κάνει ο άνθρωπος. Αυτός που γράφει κι αυτός που διαβάζει. Μια νίκη δύο άγνωστων μεταξύ τους στρατιωτών που συμμαχούν μες στις σελίδες!
Τι μπορούμε να πούμε, λοιπόν, για έναν πολιτισμό σαν τον δικό μας που κάνει τη δημιουργικότητα ζήτημα για λίγους; Στη σελίδα 54 η Βιρτζίνια ρωτάει χωρίς να ρωτάει: είναι ο Σαίξπηρ αναγκαίος για την ανθρώπινη ζωή; Μήπως οι τέχνες να είχαν την πρωτοκαθεδρία; Είναι κάτι που εκφράζει τη ζωή ή κάτι που επικάθεται σε αυτή;
Η απώλεια των τελετουργιών (βλ. Μπιουν Τσουλ Χαν), ο αποκαρδιωτικός ακαδημαϊσμός στις τέχνες και στη φιλοσοφία, ο καταθλιπτικός τρόπος των «ειδικών» να κάνουν τα βιβλία να μοιάζουν πεθαμένα, μακρινά, μίζερα ή ποταπά, η απάνθρωπη εξειδίκευση και η «λογική» της ζωής-σαν-βιογραφικό, όλα συντείνουν στο να μη διαβάσει κανείς ποτέ τον Φάρο, γιατί θέλει μια κάποια συγκέντρωση και ν’ αφιερώσεις χρόνο.
Καλούμαστε να ζήσουμε μάλλον σαν τον κύριο Ράμζυ, επιτελεστικά μελαγχολικοί, κοιτώντας το βαρόμετρο, ζητιανεύοντας συμπόνια, ρουφώντας την ενέργεια των άλλων, σίγουροι πως ο καιρός θα είναι για πάντα σκοτεινός, οι άνεμοι έχουν μετρηθεί, τα μαθηματικά του σύμπαντος δεν ψεύδονται – ώσπου να διαψευσθούν. Τι γνώση είναι αυτή που δίνουν οι μετρήσεις; Τι μπορώ να ξέρω, εγώ ο άνθρωπος; Και τι έχω, αν όχι την ελπίδα και τα μεγάλα έργα;
11. «Ηταν τρομακτικό το πόσο σαν ψεύτικα έμοιαζαν τα πράγματα· ήταν όμως και συναρπαστικό» (σελ. 171).
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Η καρδιά και ο εγκέφαλος της Βιρτζίνια Γουλφ. Τα μέρη που μυρίζουν κέικ, ζεστό καφέ, παλιά βιβλία και θαλπωρή. Το χιούμορ. Οι άνθρωποι που αρνούνται να πάρουν τ’ ασήμαντα στα σοβαρά, το γέλιο τους. Η ηλιοθεραπεία και η ευγένεια σκύλων και γατών. Οι πίνακες του Richard Diebenkorn.
