Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλές γηγενείς ποικιλίες, που ξεπερνούν τις 300. Αν όμως κάνουμε μια βόλτα σε φυσικές ή ηλεκτρονικές κάβες και κοιτάξουμε τις ποικιλίες που είναι διαθέσιμες στα ράφια τους, μετά βίας ξεπερνούν τις 70 και από αυτές ένας μεγάλος αριθμός παράγεται σε περιορισμένο αριθμό ετικετών, από λίγους παραγωγούς. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ας ξεκινήσουμε με το γεγονός πως το ελληνικό κρασί από τη δεκαετία του 1970 έως τώρα έχει κάνει σημαντικά βήματα προς το ποιοτικό εμφιαλωμένο κρασί. Τις πρώτες δεκαετίες υπήρξαν αρκετές φυτεύσεις διεθνών ποικιλιών, μιας και αυτές γνώριζε ο κόσμος εντός και εκτός συνόρων, κάτι που έκανε εύκολη την πώληση των κρασιών. Ως επακόλουθο μειώθηκαν οι φυτεύσεις ελληνικών ποικιλιών.
Η αναγνώριση κάποιον ποικιλιών, η μελέτη και ο πολλαπλασιασμός τους είναι επίσης μια διαδικασία αρκετά δύσκολη και χρονοβόρα. Από τη σκοπιά του παραγωγού, ακόμα και αν αγαπά τις παλιές ποικιλίες και θέλει να τις αναβιώσει και να πειραματιστεί με την οινοποίησή τους, δεν μπορεί με την πρώτη φύτευση να τοποθετήσει έναν τεράστιο αμπελώνα από μία ποικιλία για την οποία δεν έχει εμπειρία αλλά ούτε προϊστορία.
Πριν από λίγες ημέρες, στο πλαίσιο ενός wine dinner, ένας σπουδαίος Γάλλος παραγωγός κατά τη διάρκεια της ομιλίας του είπε: «Οταν φυτεύω έναν αμπελώνα, δεν το κάνω για μένα ούτε για τα παιδιά μου αλλά για τα εγγόνια μου». Το αμπέλι χρειάζεται χρόνο, δεν αποφασίζουμε τη μια μέρα και την άλλη παράγουμε κρασί. Αυτό που χρειάζεται εκτός από χρόνο, είναι γνώση, υπομονή και να υπάρξουν περισσότεροι παραγωγοί που θα φυτέψουν «ξεχασμένες» ποικιλίες, ώστε να σταματήσουν να είναι ξεχασμένες.
4 σπάνιες ελληνικές λευκές ποικιλίες που οινοποιήθηκαν εξαιρετικά

Κυδωνίτσα, Κτήμα Ζαχαριά, Πελοπόννησος
Το Κτήμα Ζαχαριά στην Πελοπόννησο είναι ένα οινοποιείο που έχει δώσει ιδιαίτερη βάση σε γηγενείς ποικιλίες και ένα από τα πρώτα οινοποιεία που ξεκίνησαν να παράγουν Κυδωνίτσα. Πρόκειται για μια λευκή ποικιλία που παράγει κρασιά με έντονο φρουτώδη χαρακτήρα πυρηνόκαρπων και εσπεριδοειδών φρούτων, με ισορροπημένη οξύτητα και μέτριο σώμα (το οινοποιείο κυκλοφόρησε και εκδοχή που έχει παλαιώσει σε βαρέλι). Ενα κρασί ταμάμ για μικρά τηγανητά ψαράκια.
Sideritis Natur, Οινοποιείο Τετράμυθου, Πελοπόννησος
Η ενασχόληση του Τετράμυθου με γηγενείς ποικιλίες είναι δεδομένη. Μία από αυτές είναι και ο Σιδερίτης, μια ποικιλία ερυθρωπή που παράγει κυρίως λευκά κρασιά αλλά και κάποια ροζέ. Το όνομά της σημαίνει «σιδερένια φλούδα» και είναι μια ποικιλία που ωριμάζει τελευταία, με τον τρύγο να φτάνει έως και τον Νοέμβριο. Εχει αρώματα πράσινων φρούτων όπως μήλο και αχλάδι, αρώματα λεμονιού από εσπεριδοειδή, αρώματα βοτάνων και λευκών ανθέων, με έντονη ορυκτότητα, τραγανή οξύτητα και μέτριο προς γεμάτο σώμα. Απολαύστε το δίπλα σε μια μακαρονάδα με κολοκύθι, λεμόνι και τριμμένο τυρί.
Γαΐδουριά Κισηρόπη, Κτήμα Φλαμουρού, Ανάφη
Το Κτήμα Φλαμουρού βρίσκεται στην Ανάφη και παράγει κρασιά από παλιούς αμπελώνες. Ο Στέφανος Μιχάλης είναι ο άνθρωπος πίσω από όλο αυτό. Αν και σπούδασε Χημεία και έκανε πρακτική στο Κτήμα Χατζηδάκη, είναι παράλληλα και μάγειρας (έχει και δικό του εστιατόριο στο νησί). Την πρώτη φορά που τον γνώρισα πριν από κάποια χρόνια, ήταν ακριβώς με την ιδιότητα του μάγειρα, όμως τότε μου είχε φέρει να δοκιμάσω την πρώτη χρονιά του κρασιού του. Η Γαΐδουριά είναι μια ποικιλία του Αιγαίου, προσωπικά την έχω δοκιμάσει ακόμα μια φορά, στο απέναντι νησί της Σαντορίνης. Εχει αρώματα βοτάνων, ανθέων, ώριμων εσπεριδοειδών και πυρηνόκαρπων φρούτων, με ορυκτότητα, ισορροπημένη οξύτητα και μέτριο προς γεμάτο σώμα. Ανοίξτε μια φιάλη αν έχετε αρνίσια παϊδάκια στο μενού.
Ζακυνθινό Gold, Οινοποιείο Πετρακόπουλος, Κεφαλονιά
Σε ένα γραφικό χωριό της Κεφαλονιάς, ο Νίκος Πετρακόπουλος έχει φτιάξει ένα boutique οινοποιείο που συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση, με τη βοήθεια της οινολόγου Κικής Σιαμέλη. Το Ζακυνθινό είναι μια σπάνια ποικιλία, που θα τη βρούμε σε Κεφαλονιά και Ζάκυνθο. Ο αμπελώνας του Gold είναι προφυλλοξηρικός (ένας από τους ελάχιστους), με την απόδοση να μην ξεπερνά τα 500 κιλά το στρέμμα. Το κρασί που προκύπτει εδώ έχει έντονο χρώμα, αρώματα ώριμων εσπεριδοειδών και πράσινων φρούτων και αποξηραμένων ανθέων. Η γεύση είναι ισορροπημένη και το σώμα γεμάτο. Απολαύστε το με ένα παραδοσιακό πιάτο του Ιουνίου, το μπιάνκο.
