Η ήττα του Ολυμπιακού από τον ΠΑΟΚ με 3-1 στην Τούμπα κάνει τις αναταράξεις στη φετινή του πτήση να μοιάζουν πλέον με ελεύθερη πτώση σε κενό αέρος. Τρεις αγωνιστικές πριν από το φινάλε, η ομάδα του Πειραιά είναι τρίτη και το βασικό της ενδιαφέρον αναγκαστικά μετατοπίζεται στην κατάκτηση της δεύτερης θέσης, έχοντας επίσης κατά νου ότι μειονεκτεί σε περίπτωση ισοβαθμίας με τον ΠΑΟΚ στο τέλος των playoffs.
Η διαφορά κινήτρου είναι προφανής: Η δεύτερη θέση δίνει «εισιτήριο» για τον 2ο προκριματικό γύρο του Champions League (ίσως και τον 3ο, στην περίπτωση που η Αστον Βίλα κατακτήσει το Europa League και τερματίσει εντός τετράδας στην Premier League, όπου αυτή τη στιγμή είναι 5η σε ισοβαθμία με τη Λίβερπουλ). Η τρίτη θέση, από την άλλη, τοποθετεί τον κάτοχό της στον 2ο προκριματικό γύρο του Europa League, οπότε λογικό είναι οι «ερυθρόλευκοι» να θέλουν να παραμείνουν σε τροχιά «σεντονιού».
Είναι αλήθεια στη φετινή σεζόν ότι αν μ’ έναν μαγικό τρόπο οι σποραδικές εντυπώσεις κέρδιζαν βαθμούς, ο Ολυμπιακός θα ήταν ήδη πρωταθλητής και πιθανώς θα είχε προχωρήσει και περισσότερο στο Champions League. Η ομάδα του Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ στο πρώτο κομμάτι της χρονιάς έδειχνε να μπορεί να εφαρμόζει σε υψηλό επίπεδο το ανελέητο πρέσινγκ που είχε μάθει τον προηγούμενο ενάμιση χρόνο, ωστόσο –ειδικά στα παιχνίδια της League Phase του Champions League– δεν μετουσίωσε όσο θα ήθελε σε βαθμούς το περίσσευμα τακτικής ενέργειας και αφοσίωσης που κατέθεσε στο χορτάρι.
Με την επιστροφή του Ελ Κααμπί από το Κόπα Αφρικα και την επακόλουθη πτώση στην αγωνιστική του απόδοση, ο Ολυμπιακός σταδιακά έγινε λιγότερο παραγωγικός, λιγότερο θεαματικός, λιγότερο αποτελεσματικός και (πάντα κορυφαίας σημασίας για τον κόσμο του) λιγότερο θελκτικός στο μάτι. Σαν μια μηχανή που από τις υψηλές στροφές τη νιώθεις να πηγαίνει προς το ρελαντί, οι «ερυθρόλευκοι» στο τελευταίο κομμάτι της σεζόν δείχνουν «ξεκούρδιστοι». Λες και η πίστη για το αποτέλεσμα που έρχεται μέσα από την άρτια ομαδική λειτουργία να έχει αντικατασταθεί αποκλειστικά από την ελπίδα για την ατομική έξαρση που θα φέρει το γκολ, τη νίκη, τους βαθμούς.
Σ’ ένα τόσο πολυπαραμετρικό άθλημα όπως το ποδόσφαιρο, είναι δύσκολο όταν τα παιχνίδια διαδέχονται το ένα το άλλο να βρεθεί ο χρόνος και ο τρόπος για βέβαιες απαντήσεις και ουσιαστικές διορθώσεις. Κάνεις ό,τι μπορείς, ό,τι προλαβαίνεις και προχωράς. Οι νίκες σε γεμίζουν ενέργεια, οι ήττες σε βυθίζουν στην εσωστρέφεια και την αμφιβολία.
Σε κάθε περίπτωση ο Ολυμπιακός βρίσκεται στη φάση που δεν έχει την πολυτέλεια να αναλωθεί στο αν φέτος του φταίει περισσότερο το ντεφορμάρισμα του Τσικίνιο, η παρατεταμένη «ανυπαρξία» του Ποντένσε, το ότι δεν λειτουργεί το σύστημα με τον Ταρέμι δεύτερο σέντερ φορ ή το αν ο κόσμος θέλει να φύγει το μισό ρόστερ μαζί με τον «στρατηγό» και η ομάδα να ξαναχτιστεί σε νέες βάσεις. Αυτές είναι συζητήσεις που θα γίνουν από τις 18 Μαΐου και μετά.
Μέχρι τότε, οι «ερυθρόλευκοι» χρειάζεται να βρουν τον τρόπο να συνδυάσουν τη συνήθη υπεροχή τους (βλέπε παιχνίδι με ΠΑΟΚ) με την αποτελεσματικότητα (βλέπε μπάλα στα δίχτυα), με τρόπο που θα τους φέρει στο τέλος τουλάχιστον στη δεύτερη θέση, στο μη χείρον δηλαδή. Γιατί μπορεί ο πρωταθλητισμός να αποτελεί «πάγια και διαρκή ανάγκη» για μια ομάδα που τον έχει στο DNA της, όπως ο Ολυμπιακός, όμως το να μείνει ζωντανό το όραμα του Champions League θα δώσει στη στοχοθεσία και τον σχεδιασμό της νέας χρονιάς την απαιτούμενη δυναμική που θα ελαχιστοποιήσει τους κλυδωνισμούς.

