Το απόγευμα της περασμένης Κυριακής στο Μάντσεστερ οι 60.332 θεατές στο «Etihad» τραγουδούσαν, χειροκροτούσαν, έσφιγγαν την καρδιά τους και προσπαθούσαν να ζήσουν ολόκληρη αυτή την εμπειρία του τελευταίου επεισοδίου της εποχής του Πεπ Γκουαρδιόλα στη Σίτι. Δεν χρειάζεται τεκμηρίωση ότι ο Καταλανός προπονητής στη διάρκεια της 10ετίας του άλλαξε την ιστορία του κλαμπ. Η Σίτι έδωσε ήδη το ονοματεπώνυμό του στη νέα της κερκίδα και υποσχέθηκε να τοποθετήσει σύντομα ένα άγαλμά του έξω από το γήπεδο. Αν έχεις ζήσει την εποχή του, δεν αναρωτιέσαι πώς το έκανε. Ο βασικότερος λόγος είναι σχετικός με την επιμονή του να το κάνει «his way».
«Θα φάει τα μούτρα του…»
Προσγειώθηκε στο Μάντσεστερ το 2016, τον καιρό που η υψηλή κοινωνία του αγγλικού ποδοσφαίρου προέβλεπε με σιγουριά ότι ο Γκουαρδιόλα θα «φάει τα μούτρα του», επειδή το δικό του ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει στην Premier League. Εκείνη την εποχή οι Αγγλοι πίστευαν ότι το positional παιχνίδι, η ακραία κατοχή μπάλας, το build up από πίσω και η εμμονή στον έλεγχο μέσω της κυκλοφορίας δεν μπορούσαν να επιβιώσουν στο αγγλικό ποδόσφαιρο, το οποίο θεωρούνταν πιο γρήγορο, πιο άμεσο και πιο σωματικό. Η συζήτηση τότε ήταν πραγματική και πολύ έντονη. Τα media αναρωτιούνταν ανοιχτά αν το «τίκι τάκα» μπορούσε να λειτουργήσει στην Premier League, ενώ ακόμη και ο ίδιος ο Γκουαρδιόλα είχε παραδεχθεί τότε ότι σοκαρίστηκε από τον ρυθμό, την ένταση και τις σωματικές απαιτήσεις του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Επέβαλε τον τρόπο του
Κι όμως, το πιο σημαντικό είναι ότι ο Πεπ δεν εγκατέλειψε ποτέ τις βασικές αρχές του παιχνιδιού του για να προσαρμοστεί στην Αγγλία. Δεν έγινε ποτέ ένας προπονητής direct football, δεν άφησε το build up για να παίξει πιο «αγγλικά», ούτε απαρνήθηκε την ιδέα του ελέγχου μέσω της κατοχής. Αντίθετα, επέβαλε ball-playing τερματοφύλακα, ακραίους μπακ που μετατρέπονταν σε εσωτερικούς μέσους, υπερφόρτωση στις πλευρές, δομή για πρέσινγκ ψηλά στο γήπεδο και την ιδέα ότι η κατοχή είναι και αμυντικός μηχανισμός. Με τα χρόνια έγινε όλο και πιο ξεκάθαρο ότι ο Γκουαρδιόλα δεν προσαρμόστηκε στην Premier League – η Premier League προσαρμόστηκε στον Γκουαρδιόλα.
Αυτό αποτυπώθηκε πολύ χαρακτηριστικά ακόμη και στον τρόπο που περιέγραψαν οι ίδιοι οι Αγγλοι τη διαδρομή του. Οι Times έγραψαν ότι «ο Γκουαρδιόλα κλήθηκε να προσαρμοστεί, αλλά τελικά λύγισε το αγγλικό ποδόσφαιρο στη δική του βούληση». Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή της επιρροής του. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του δεν ήταν μόνο τα πρωταθλήματα, οι 100 βαθμοί, το τρεμπλ ή οι τέσσερις συνεχόμενοι τίτλοι. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν ότι άλλαξε την ίδια την ιδέα που είχε η Αγγλία για το πώς παίζεται το ποδόσφαιρο.
Το Γκουαρδιόλα – effect
Σήμερα σχεδόν όλες οι μεγάλες ομάδες της Premier League χτίζουν επιθέσεις από πίσω, αναζητούν αμυντικούς με υψηλές τεχνικές δεξιότητες, πιέζουν ψηλά τον αντίπαλο και προσπαθούν να ελέγξουν τον ρυθμό του παιχνιδιού μέσω της κατοχής της μπάλας. Δηλαδή υιοθέτησαν, σε διαφορετικό βαθμό, στοιχεία της ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας που ο Γκουαρδιόλα έφερε στην Αγγλία όταν πολλοί πίστευαν ότι «δεν γίνεται να πετύχει εδώ». Ο Guardian έγραψε αυτές τις μέρες ότι οι «διαρκείς επαναστάσεις» του Γκουαρδιόλα άλλαξαν το πρόσωπο του αγγλικού ποδοσφαίρου. Και πράγματι το άλλαξαν: στην ανάπτυξη, στην πίεση, στον ρόλο των τερματοφυλάκων, στη χρήση των ακραίων μπακ, ακόμη και στην εκπαίδευση των παιδιών στις ακαδημίες.
Το «my way» του Γκουαρδιόλα δεν σήμαινε ακαμψία. Δεν έμεινε κολλημένος στο «τίκι τάκα» της Μπαρτσελόνα. Αντίθετα, εξέλιξε συνεχώς το παιχνίδι του, πρόσθεσε φυσική κυριαρχία, έπαιξε πιο κάθετα, ανέπτυξε πιο γρήγορες επιθέσεις, άλλαξε τύπο κεντρικού επιθετικού και χρησιμοποίησε ακόμη και μεγάλες πάσες από τον τερματοφύλακα Εντερσον. Δεν πρόδωσε όμως ποτέ τις βασικές αρχές του: τον έλεγχο, τις αποστάσεις, τη δομή, την κατοχή και τις υπεραριθμίες. Γι’ αυτό σήμερα στην Αγγλία πολλοί λένε ότι το αγγλικό ποδόσφαιρο δεν θα είναι ίδιο χωρίς τον Πεπ. Ουσιαστικά, ο Γκουαρδιόλα δεν άφησε μόνο τίτλους πίσω του. Αφησε μια διαφορετική ποδοσφαιρική κουλτούρα.
Δέκα χρόνια πίσω, το φθινόπωρο του 2016, ο Μαρτί Περαρνάου, προσωπικός βιογράφος και αναλυτής της δουλειάς του Πεπ Γκουαρδιόλα, μου έλεγε προφητικά: «Θα προσαρμοστεί και θα μεταφράσει στα αγγλικά την ιδέα του για το παιχνίδι. Και τότε θα βάλει τη σφραγίδα του στο αγγλικό ποδόσφαιρο, διότι θα πετύχει με τις δικές του αρχές, με το δικό του ποδόσφαιρο».
Το «μοντέλο» Μεντιλίμπαρ
Η ίδια συζήτηση υπάρχει σήμερα, σε διαφορετική κλίμακα, και στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ ένιωσε τους τελευταίους μήνες μεγάλη πίεση να αλλάξει το «his way». Το έκανε, βάζοντας στην ενδεκάδα του Ολυμπιακού τον Ταρέμι και αφαιρώντας το πιεστικό «10άρι» ή τον πιεστικό δεύτερο επιθετικό. Πήγε να «το χάσει» και τελικά χρειάστηκε να επαναφέρει τον Ολυμπιακό στις «δικές του εργοστασιακές ρυθμίσεις» μέσα στα playoffs για να ξαναβρεί την τυπική απόδοση και τελικά να «σώσει» την παρτίδα με την κατάληψη της 2ης θέσης.
Τούτες τις μέρες, που σχεδιάζει με τη διοίκηση τον Ολυμπιακό της επόμενης σεζόν, ο Μεντιλίμπαρ επιμένει να ζητεί ποδοσφαιριστές με χαρακτηριστικά συμβατά με τον δικό του τρόπο. Μετά από όσα έζησε και φέτος, ο Βάσκος προπονητής είναι βέβαιο ότι θα θελήσει να επιμείνει στον δικό του δρόμο. Και ο Ολυμπιακός, δεδομένου ότι αποφάσισε να συνεχίσει μαζί του, δεν έχει άλλη λογική επιλογή με όρους στρατηγικής: αφού τον εμπιστεύεται, χρειάζεται τούτη τη φορά να του φέρει ποδοσφαιριστές που υπηρετούν το δικό του μοντέλο παιχνιδιού.
Το «στοίχημα» με τον Νέστρουπ
Η συζήτηση είναι το ίδιο επίκαιρη και σχετικά με τον Γιάκομπ Νέστρουπ, τον Δανό προπονητή που προσλαμβάνει ο Παναθηναϊκός. Ενας 38χρονος προπονητής, με επιρροές από τον Πεπ Γκουαρδιόλα ανάμεσα σε άλλους, έχει μάθει να δουλεύει με «τον τρόπο του». Και επειδή δεν έχει εργαστεί ποτέ μακριά από τη Δανία, είναι δεδομένο ότι στο ελληνικό περιβάλλον τον περιμένουν επιρροές και ερεθίσματα που θα δοκιμάσουν την πίστη στον δικό του δρόμο και στο αν το δικό του ποδόσφαιρο μπορεί να ευδοκιμήσει στην Ελλάδα.
Αν ο Νέστρουπ δεν μπορεί να ακουμπήσει στην απόλυτη εμπιστοσύνη και τη στήριξη του οργανισμού, ο συντελεστής δυσκολίας στο εγχείρημά του θα ανέβει σε παράλογα ύψη. Με όρους επιχειρηματικούς, όταν αποφασίζεις να εμπιστευθείς έναν μάνατζερ, τον αφήνεις να λειτουργήσει «his way». Διαφορετικά, λίγους μήνες αργότερα, ο οργανισμός επιστρέφει στη γνώριμη ελληνική συνήθεια: να ψάχνει τον επόμενο προπονητή αντί να υποστηρίζει πραγματικά αυτόν που ήδη επέλεξε.

