Η είδηση ότι η Κόμο απαγόρευσε τις κεφαλιές στις προπονήσεις και στους αγώνες των παιδιών κάτω των 12 ετών που εκπαιδεύονται στις Ακαδημίες της, πέρασε στα ψιλά του ενδιαφέροντος και δεν έτυχε παρά ελάχιστης δημοσιότητας. Σε έναν κόσμο όπου πολλά θυσιάζονται στο κυνήγι της επιτυχίας και των παχυλών συμβολαίων που τη συνοδεύουν, είναι συνηθισμένο φαινόμενο να κάνουν αρκετοί τα στραβά μάτια και να αγνοούν προφανή σημάδια που επιβάλλουν περιορισμούς και κόκκινες γραμμές, χάριν της υγείας των αθλητών.
Οι κεφαλιές στο ποδόσφαιρο είναι μια τέτοια περίπτωση, ειδικά όταν αφορά σε παιδιά που βρίσκονται σε διαδικασία ανάπτυξης και δεν έχουν ωριμάσει από σωματικής πλευράς, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν καλύτερα στις περιπτώσεις των βίαιων επαφών σε ευαίσθητες περιοχές όπως το κεφάλι.
Η απόφαση της Κόμο να προστατεύσει τα παιδιά των Ακαδημιών της έρχεται να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο, με τη φιλοδοξία ότι θα αλλάξει το τοπίο στο χώρο του ποδοσφαίρου επηρεάζοντας ενδεχομένως ακόμα και τη φύση του. Είναι σκληρό και δυναμικό σπορ το ποδόσφαιρο, με χαρακτηριστικό ότι δεν παίζεται μόνο με τα πόδια όπως ορίζει το όνομά του, αλλά και με το κεφάλι. Οι επαφές της μπάλας με το κεφάλι των ποδοσφαιριστών είναι πολύ συχνές στη διάρκεια ενός αγώνα, είτε στο αμυντικό κομμάτι στην προσπάθεια των αμυνομένων να απομακρύνουν τις σέντρες των αντιπάλων στην περιοχή τους είτε στο επιθετικό, με τους επιτιθέμενους να το χρησιμοποιούν όταν η μπάλα βρίσκεται ψηλά και δεν μπορούν να τη βρουν με τα πόδια.
Η απόφαση να μπει αυτός ο περιορισμός στα παιχνίδια και τις προπονήσεις των μικρών παιδιών, είναι του Ραφαέλ Βαράν. Ο πρώην διεθνής Γάλλος αμυντικός, με τη σπουδαία καριέρα στη Ρεάλ Μαδρίτης και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, είναι ο υπεύθυνος των τμημάτων υποδομής της ιταλικής ομάδας και έχει προσωπική εμπειρία από τους κινδύνους που γεννά το παίξιμο της μπάλας με το κεφάλι. Στη διάρκεια της καριέρας του υπέστη δύο φορές σοβαρή εγκεφαλική διάσειση σε ηλικία μόλις 16 ετών μετά από κεφαλιές κι αυτή η δυσάρεστη εμπειρία τον οδήγησε στην απόφαση να μελετήσει το θέμα από επιστημονικής πλευράς τώρα που άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ποδοσφαιρική του καριέρα και έχει την ευθύνη για τα μικρά παιδιά των Ακαδημιών της Κόμο.
«Γνωρίζω πολλούς πρώην ποδοσφαιριστές που πάσχουν από άνοια. Έχουμε πραγματική ευθύνη να κάνουμε κάτι για να προστατεύσουμε τους νέους. Στις μικρές ηλικίες, ο εγκέφαλος εξακολουθεί να αναπτύσσεται και πρέπει να μειώσουμε την περιττή επαφή» ήταν τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Βαράν για να εξηγήσει τους λόγους αυτής της απόφασης που μοιάζει να πηγαίνει εντελώς κόντρα στη φύση ενός αθλήματος όπου το κεφάλι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των παιχνιδιών.
Ο ίδιος θεωρεί ότι αυτή η απαγόρευση μέχρι την ηλικία των 12 ετών δεν πρόκειται να αποτελέσει μειονέκτημα στην εξέλιξη των νεαρών ποδοσφαιριστών που θέλουν να κάνουν καριέρα σε επαγγελματικό επίπεδο. Όπως τονίζει, η προσαρμογή τους στο εναέριο κομμάτι του παιχνιδιού θα γίνει με επιστημονικό και ομαλό τρόπο, διασφαλίζοντας ότι στο κρίσιμο διάστημα που αναπτύσσεται ο εγκέφαλός τους θα έχουν πλήρη προστασία από τις βίαιες επαφές της μπάλας με το κεφάλι.
Ποιοι είναι όμως οι κανόνες που εφαρμόζει η Κόμο στις προπονήσεις των μικρών παιδιών; Οι κεφαλιές απαγορεύονται σε όλες τις ηλικίες κάτω των 11 ετών, με οδηγίες στους νεαρούς ποδοσφαιριστές να μην κάνουν ψηλές σέντρες και να εκτελούν τα κόρνερ με τα χέρια σαν πλάγιο άουτ, αφήνοντας τη μπάλα να κυλά χαμηλά, χωρίς να τη σηκώνουν στον αέρα. Στις ηλικίες άνω των 12 ετών, χρησιμοποιείται μια ελαφριά λαστιχένια μπάλα σε μόνο μία προπόνηση το μήνα, με απόλυτο περιορισμό 5 κεφαλιών ανά ποδοσφαιριστή στη διάρκεια της άσκησης. Σε κάθε περίπτωση, απαγορεύονται οι υπερβολικά φουσκωμένες μπάλες σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες μέχρι των ενηλικίωση των μικρών ποδοσφαιριστών.
Αυτή η κόκκινη γραμμή δεν είναι μόνο θέμα εμπειρίας παικτών που έχουν βιώσει τέτοιους κινδύνους στη διάρκεια της καριέρας τους, αλλά έχει φυσικά και επιστημονικό υπόβαθρο. Αν και δεν έχει αποδειχθεί με απόλυτα τεκμηριωμένο τρόπο η άμεση σύνδεση των κεφαλιών με τις σοβαρές επιπλοκές που αντιμετωπίζουν πολλοί ποδοσφαιριστές κυρίως μετά το τέλος της καριέρας τους, μια σειρά ερευνών σε παγκόσμιο επίπεδο αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας στατιστικά ότοι όσοι χρησιμοποιούν το κεφάλι τους παίζοντας ποδόσφαιρο, έχουν επώδυνες επιπτώσεις στην υγεία τους με συχνότητα πολύ μεγαλύτερη από τον γενικό πληθυσμό.
Μια μελέτη σε 7.676 πρώην επαγγελματίες ποδοσφαιριστές απέδειξε ότι οι αμυντικοί πέθαιναν από νευροεκφυλιστική νόσο με συχνότητα σχεδόν πενταπλάσια σε σχέση με τους απλούς πολίτες. Οι ποδοσφαιριστές που είχαν τα ίδια ποσοστά θνησιμότητας με τον γενικό πληθυσμό ήταν οι τερματοφύλακες, οι μόνοι, δηλαδή, παίκτες μιας ποδοσφαιρικής ομάδας που δεν χρησιμοποιούν το κεφάλι τους στη διάρκεια ενός αγώνα. Κάνουν στην καριέρα τους οτιδήποτε κάνουν οι υπόλοιποι συμπαίκτες τους, εκτός από το να χρησιμοποιούν με την ίδια συχνότητα το κεφάλι τους.
Η μελέτη FIELD της Γλασκώβης συνέκρινε αυτούς τους πρώην επαγγελματίες ποδοσφαιριστές με μια ομάδα 23.028 ατόμων, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, το φύλο και το κοινωνικοοικονομικό τους επίπεδο, παρακολουθώντας και αναλύοντας τα ιατρικά τους αρχεία για ένα διάστημα 18 χρόνων. Τα στατιστικά συμπεράσματα; Οι επιθετικοί είχαν περίπου τριπλάσιο κίνδυνο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, οι παίκτες που αγωνίζονταν στο κέντρο περίπου το τετραπλάσιο, οι αμυντικοί το πενταπλάσιο και οι τερματοφύλακες ακριβώς τον μέσο όσο των απλών ανθρώπων!
Η σχετική μελέτη έδειξε ότι ο κίνδυνος να προσβληθούν οι ποδοσφαιριστές από τη νόσο Αλτσχάιμερ ήταν πενταπλάσιος από τον γενικό πληθυσμό, για τη νόσο του κινητικού νευρώνα τετραπλάσιος και για τη νόσο του Πάρκινσον διπλάσιος.
Επιπλέον, ο κίνδυνος αυξανόταν ανάλογα με την έκθεση: οι παίκτες με τη μικρότερη διάρκεια καριέρας διέτρεχαν περίπου διπλάσιο κίνδυνο, ενώ εκείνοι με τη μεγαλύτερη (χρονικά) καριέρα περίπου πενταπλάσιο. Σημαντικό ρόλο παίζει, δηλαδή, και ο χρόνος που εκτίθεται κάποιος στους σχετικούς κινδύνους.
Οι παίκτες που αποτέλεσαν αντικείμενο αυτής της έρευνας έπαιξαν ποδόσφαιρο από τη δεκαετία του 1930 μέχρι την δεκαετία του 1990. Χρησιμοποιούσαν μπάλες από βρεγμένο δέρμα τις πρώτες δεκαετίες και σύγχρονες συνθετικές μπάλες με ειδική επίστρωση προς τη δεκαετία του 1990. Το επίπεδο κινδύνου ήταν αμετάβλητο. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη, η τεχνολογία κατασκευής της μπάλας δεν αποτέλεσε ποτέ τον καθοριστικό παράγοντα και η πρόοδος της επιστήμης δεν εξασφαλίζει στον τομέα αυτό την υγεία των ποδοσφαιριστών.
Οι ίδιοι παίκτες ήταν πιο υγιείς από τον υπόλοιπο πληθυσμό σχεδόν σε κάθε άλλη πτυχή της υγείας τους. Εμφάνιζαν λιγότερα καρδιακά νοσήματα και λιγότερες περιπτώσεις καρκίνου του πνεύμονα, είχαν περίπου τις μισές πιθανότητες να νοσηλευτούν λόγω άγχους ή κατάθλιψης, τα ποσοστά θνησιμότητάς τους ήταν χαμηλότερα από εκείνα του γενικού πληθυσμού μέχρι την ηλικία των 70 ετών, αλλά υψηλότερα μετά από αυτήν. Η καλή φυσική κατάσταση τους χάριζε μια επιπλέον δεκαετία ζωής, την οποία όμως τους αφαιρούσαν οι τραυματισμοί στο κεφάλι.
Με βάση τη στατιστική απεικόνιση του προβλήματος, η φθορά προέρχεται από τις κεφαλιές που κανείς δεν καταμετρά. Είκοσι ή τριάντα κεφαλιές σε μία μόνο προπόνηση νέων, χιλιάδες στη διάρκεια μιας περιόδου και πολύ περισσότερες σε όλη αυτή τη διαδρομή ενός μικρού παιδιού που εκπαιδεύεται σκληρά με το όνειρο να υπογράψει κάποια στιγμή επαγγελματικό συμβόλαιο.
Αντίστοιχα συμπεράσματα βγήκαν όταν ομάδα ερευνητών του περίφημου Karolinska Institutet της Σουηδίας μελέτησε το 2023 τους ιατρικούς φακέλους 6 χιλιάδων ποδοσφαιριστών που αγωνίστηκαν σε υψηλό επίπεδο από το 1924 έως το 2019 και μαζί μ’ αυτούς, τους φακέλους 56 χιλ. Σουηδών που δεν είχαν καμία ουσιαστική επαφή με το άθλημα του ποδοσφαίρου. Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν σοκαριστικά: οι ποδοσφαιριστές είχαν προσβληθεί από την άνοια σε ποσοστό 50% περισσότερο από τους απλούς πολίτες, ενώ ακόμα μεγαλύτερο (160%) ήταν το ποσοστό των ποδοσφαιριστών που προβλήθηκαν από τη νόσο του Αλτσχάιμερ!
Πού ακριβώς αποδόθηκε το πρόβλημα; Στις κεφαλιές! Αυτό το φαινομενικά αθώο παίξιμο της μπάλας με το κεφάλι ενοχοποιείται για την επιβάρυνση που δέχονται οι ποδοσφαιριστές και την αυξημένη προσβολή τους από εκφυλιστικές εγκεφαλικές παθήσεις όπως η άνοια και το Αλτσχάιμερ. Η μελέτη περιλάμβανε και τους τερματοφύλακες, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούν το κεφάλι αλλά τα χέρια τους στις διεκδικήσεις, γι’ αυτό και τα αποτελέσματα της έρευνας τους κατέταξαν στην ίδια ασφαλή θέση με τον γενικό πληθυσμό και όχι στην επιβαρυντική κατηγορία των ποδοσφαιριστών. Εν ολίγοις, η έρευνα των Σουηδών επιστημόνων είχε το ίδιο βασικό συμπέρασμα με την μελέτη FIELD της Γλασκώβης!
Άλλη μια αντίστοιχη έρευνα, μικρότερης έκτασης αλλά πιο εξειδικευμένη, είχε συνδέσει άμεσα το πρόβλημα με τη μοναδική εθνική ομάδα της Αγγλίας που κατέκτησε ποτέ τίτλο σε μεγάλη διοργάνωση: πέντε παίκτες από τους έντεκα Αγγλους που ξεκίνησαν βασικοί στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου με αντίπαλο τη Δυτική Γερμανία στο Γουέμπλεϊ το 1966 (οι Νόμπι Στάιλς, Μάρτιν Πίτερς, Ρέι Γουίλσον, Τζάκι και Μπόμπι Τσάρλτον) έφυγαν από τη ζωή χτυπημένοι από την άνοια!
Μια άλλη πρόσφατη έρευνα έγινε από το UCL του Λονδίνου και το Εθνικό Νοσοκομείο Νευρολογίας και Νευροχειρουργικής της Μεγάλης Βρετανίας. Αντικείμενο της μελέτης ήταν 14 παλιοί ποδοσφαιριστές, 13 επαγγελματίες και ένας ερασιτέχνης, οι οποίοι είχαν διαγνωστεί με άνοια. Ολοι τους έπαιζαν ποδόσφαιρο από την παιδική τους ηλικία και για ένα διάστημα μεγαλύτερο των 25 ετών, ενώ από αυτούς τους 14, οι 12 πέθαναν με προχωρημένη άνοια. Οι 6 υποβλήθηκαν σε νεκροψία που έδειξε ότι οι εγκέφαλοι των 4 εξ αυτών είχαν προσβληθεί ολοφάνερα από CET (Χρόνια Τραυματική Εγκεφαλοπάθεια). Το ίδιο είχε συμβεί και με τον Πάτρικ Γκρανζ, τον πρώτο ποδοσφαιριστή που διαγνώστηκε με CET όσο ήταν ενεργός αθλητής και έφυγε από τη ζωή το 2014, κτυπημένος από άνοια σε ηλικία μόλις 29 ετών!
Αντίστοιχες μελέτες υπάρχουν και στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο, όπου αποδείχθηκε ότι η CΤΕ είναι μια προοδευτική εκφυλιστική κατάσταση του εγκεφάλου που συνδέεται με επαναλαμβανόμενα κτυπήματα στο κεφάλι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Η τεράστια δημοφιλία αυτού του σκληρού (και εξωφρενικά επικερδούς) αθλήματος στις ΗΠΑ έσβηνε τις φωνές των επιστημόνων που ζητούσαν να μπουν όρια για τη προστασία των αθλητών. Τι κέντρισε την γενικότερη προσοχή και βοήθησε κάπως να βελττιωθεί η κατάσταση; Η ταινίας «Concussion» όπου ο διάσημος ηθοποιός Γουίλ Σμιθ έπαιξε τον ρόλο του Μπένετ Ομάλου, ενός Νιγηριανού γιατρού που ανέλαβε να ερευνήσει τις συνθήκες θανάτου ενός διάσημου αθλητή του αμερικανικού ποδοσφαίρου και με τα όσα ανακάλυψε, σόκαρε τους πάντες.
Η ταινία βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία που ανέδειξε ένα τεράστιο πρόβλημα και έτυχε της προσοχής του κοινού λόγω του πρωταγωνιστή της. Ο Γουίλ Σμιθ ήταν εκείνη την εποχή ένα τεράστιο όνομα του Χόλιγουντ και η εξαιρετική ερμηνεία του βοήθησε πολύ κόσμο να καταλάβει ότι πίσω από τη χρυσόσκονη των δισεκατομμυρίων δολαρίων που κινούνται κάθε χρόνο γύρω απ’ αυτό το βίαιο άθλημα, κρύβονται δραματικές ιστορίες αθλητών όταν έπεφταν οι τίτλοι τέλους στην καριέρα τους…

