Το Μεξικό ξεκίνησε ιδανικά το Μουντιάλ του 2026, το οποίο συνδιοργανώνει, ολοκληρώνοντας τη φάση των ομίλων με το απόλυτο των εννέα βαθμών, επίδοση που πέτυχαν μόνο η Γαλλία και η Αργεντινή.
Στη φάση των «32» επικράτησε με 2-0 του Εκουαδόρ και έκλεισε θέση στους «16» της διοργάνωσης έχοντας το απόλυτο 4Χ4, όπως και η Γαλλία που νωρίτερα είχε νικήσει με 3-0 τη Σουηδία.
Ο ομοσπονδιακός προπονητής Χαβιέρ Αγκίρε έχει στηριχθεί κυρίως στην εμπειρία των επιθετικών του, καθώς οι σκόρερ της ομάδας έχουν μέσο όρο ηλικίας περίπου 29 ετών. Ωστόσο, ένας… πιτσιρικάς, ο Ζιλμπέρτο Μόρα, έχει εξελιχθεί στο μεγάλο «κρυφό χαρτί» της ομάδας. Στη νίκη με 3-0 επί της Τσεχίας εντυπωσίασε με την εμφάνισή του, δείχνοντας ωριμότητα πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία του, ενώ ανάλογη παρουσία είχε και στο ματς με το Εκουαδόρ, όπου επίσης ξεκίνησε στην αρχική ενδεκάδα.
Παρά το γεγονός ότι είναι μόλις 17 ετών, αγωνίζεται με αυτοπεποίθηση, κινείται έξυπνα ανάμεσα στις γραμμές, ζητά συνεχώς την μπάλα και δημιουργεί ευκαιρίες για τους συμπαίκτες του. Η ωριμότητα που επιδεικνύει σε τόσο υψηλό επίπεδο θεωρείται εξαιρετικά σπάνια.
Με τη συμμετοχή του ως βασικού απέναντι στο Εκουαδόρ έγινε ο νεότερος ποδοσφαιριστής που ξεκινά σε αγώνα νοκ άουτ Παγκοσμίου Κυπέλλου μετά τον Πελέ, γεγονός που επιβεβαιώνει το πόσο γρήγορα εξελίσσεται.
Ο Μόρα γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2008, περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά τον τελευταίο αγώνα νοκ άουτ που φιλοξένησε το Αζτέκα στο Μουντιάλ του 1986. Παρότι μεγάλωσε παρακολουθώντας κυρίως ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, ειδικά τη La Liga και την Premier League, μελετά και παλιούς θρύλους του αθλήματος. Ξεχωρίζει ιδιαίτερα τον Χόρχε «Ελ Μάγικο» Γκονζάλες, θρύλο του Ελ Σαλβαδόρ, γνωστό για τη φαντασία, την τεχνική και την ελευθερία στο παιχνίδι του.
Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία. Γεννήθηκε στην πόλη Τουξτλά Γκουτιέρες, στην πολιτεία Τσιάπας, όπου ο πατέρας του αγωνιζόταν στην τοπική ομάδα. Οταν ήταν περίπου έξι ετών, η οικογένεια μετακόμισε στην Τιχουάνα, όπου ο πατέρας του ολοκλήρωσε την καριέρα του και εντάχθηκε στο προπονητικό επιτελείο της Κλουμπ Τιχουάνα.
Από μικρό παιδί βρισκόταν καθημερινά στα αποδυτήρια και στις εγκαταστάσεις της ομάδας, παίζοντας συνεχώς με την μπάλα. Σύμφωνα με τη μάνατζέρ του, Ραφαέλα Πιμέντα, η μπάλα ήταν πάντα ο καλύτερός του φίλος, κάτι που εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
Στα δέκα του χρόνια εντάχθηκε στις ακαδημίες της Τιχουάνα και αμέσως ξεχώρισε. Οι προπονητές διαπίστωσαν ότι αντιλαμβανόταν το παιχνίδι διαφορετικά από τους συνομηλίκους του. Εντυπωσίαζε με την ακρίβεια στις πάσες, την ψυχραιμία του υπό πίεση και τη φυσικότητα των αποφάσεών του. Δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει με υπερβολικές ενέργειες, αλλά έπαιζε πάντα ώριμα και ουσιαστικά.
Σύντομα άρχισε να γίνεται γνωστός στις ακαδημίες του συλλόγου. Ολο και περισσότεροι φίλαθλοι και γονείς άλλων νεαρών παικτών παρακολουθούσαν τους αγώνες του για να δουν από κοντά το μεγάλο ταλέντο.
Η επαγγελματική του εξέλιξη υπήρξε εντυπωσιακά γρήγορη. Το καλοκαίρι του 2024, ο προπονητής, Χουάν Κάρλος Οσόριο, του έδωσε την ευκαιρία να συμμετάσχει στις προπονήσεις της πρώτης ομάδας. Ο Οσόριο εντυπωσιάστηκε από την ικανότητά του να κινείται σε περιορισμένους χώρους, να ξεφεύγει από την πίεση και να ελέγχει άψογα την μπάλα. Μάλιστα, τον συνέκρινε με τον Αντρές Ινιέστα.
Το επαγγελματικό του ντεμπούτο πραγματοποιήθηκε σε ηλικία μόλις 15 ετών και 308 ημερών απέναντι στη Σάντος Λαγκούνα. Παρότι έδειχνε ακόμη μικρόσωμος, μέσα σε είκοσι λεπτά μοίρασε ασίστ με εντυπωσιακή ατομική προσπάθεια. Δύο εβδομάδες αργότερα σημείωσε το πρώτο του γκολ στο πρωτάθλημα απέναντι στη Λεόν, καταρρίπτοντας το ρεκόρ του νεότερου σκόρερ στην ιστορία της Liga MX.
Παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας από τους αντιπάλους του, απέκτησε γρήγορα φήμη ως ένας από τους πιο δύσκολους εξτρέμ της κατηγορίας. Ξεχώριζε για την τεχνική του, τις γρήγορες ντρίμπλες, την ικανότητά του να ξεφεύγει από μαρκαρίσματα και την αυτοπεποίθησή του να επιχειρεί σουτ και με τα δύο πόδια.
Οι άνθρωποι της Τιχουάνα θυμούνται ότι ακόμη και στις προπονήσεις δεν φοβόταν να ζητήσει την μπάλα απέναντι σε έμπειρους συμπαίκτες, γεγονός που φανέρωνε τον ισχυρό χαρακτήρα του.
Λίγους μήνες μετά το ντεμπούτο του και λίγο μετά τα 16α γενέθλιά του, κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Μεξικού. Αν και αρκετοί βασικοί ποδοσφαιριστές απουσίαζαν λόγω υποχρεώσεων με τους ευρωπαϊκούς συλλόγους τους, ο Μόρα απέδειξε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί στο υψηλότερο επίπεδο.
Οι εμφανίσεις του του εξασφάλισαν θέση στην αποστολή για το Gold Cup. Στη διοργάνωση αγωνίστηκε ως βασικός στη μεσαία γραμμή, ενώ στον ημιτελικό απέναντι στην Ονδούρα έδωσε την ασίστ για το νικητήριο γκολ του Ραούλ Χιμένες.
Στον τελικό, όπου το Μεξικό νίκησε τις Ηνωμένες Πολιτείες με 2-1, ο Μόρα έγινε, σε ηλικία 16 ετών και 265 ημερών, ο νεότερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του ανδρικού ποδοσφαίρου που κατακτά μεγάλη διεθνή διοργάνωση.
Η Ραφαέλα Πιμέντα εντυπωσιάστηκε όχι μόνο από τις αγωνιστικές του επιδόσεις αλλά και από τον χαρακτήρα του. Μετά τον τελικό δεν ενδιαφερόταν για φωτογραφίες ή δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Την επόμενη ημέρα, αντί να πανηγυρίζει τη μεγάλη επιτυχία, βρισκόταν στο σπίτι του ξαδέλφου του παίζοντας PlayStation, δείχνοντας ότι παραμένει ένα φυσιολογικό παιδί.
Παρόμοιες ιστορίες αναδεικνύουν τη σοβαρότητά του. Ο διεθνής επιθετικός Σαντιάγο Χιμένες αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια μιας θορυβώδους διαδρομής με το πούλμαν της εθνικής ο Μόρα διάβαζε ήρεμα ένα βιβλίο.
Πρόσφατα αντιμετώπισε έναν τραυματισμό στους προσαγωγούς, που τον κράτησε εκτός δράσης σχεδόν τρεις μήνες. Επέστρεψε στο τέλος της σεζόν με την Τιχουάνα, σκοράροντας απέναντι στην Πατσούκα και δείχνοντας ακόμη μεγαλύτερη ωριμότητα στο παιχνίδι του.
Ετσι έφτασε στο Παγκόσμιο Κύπελλο έχοντας διαγράψει μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μια εντυπωσιακή πορεία από τις ακαδημίες έως την εθνική ομάδα. Παρότι όλοι αναγνωρίζουν το τεράστιο ταλέντο του, κανείς δεν θεωρεί δίκαιο να επωμιστεί μόνος του τις προσδοκίες μιας διοργανώτριας χώρας.
Το όνομά του έχει ήδη απασχολήσει μεγάλες ομάδες της Ευρώπης, όμως τα 15 εκατ. ευρώ που δίνουν στην Τιχουάνα «δεν καλύπτουν ούτε το ένα του πόδι», όπως λέει η μάνατζέρ του.
Ο προπονητής Χαβιέρ Αγκίρε τον περιγράφει ως έναν μοναδικό ποδοσφαιριστή: γενναίο, τολμηρό, άμεσο, διαφορετικό και έναν παίκτη που «φέρνει χαρά» στην ομάδα. Η Ραφαέλα Πιμέντα τον προτρέπει να απολαύσει κάθε στιγμή του Μουντιάλ, θεωρώντας ότι όταν παίζει με χαρά αποδίδει στο υψηλότερο επίπεδο και ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί τη σπουδαιότερη εμπειρία που μπορεί να ζήσει ένας ποδοσφαιριστής. Και μάλιστα, όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, αν η χώρα του κατακτήσει το τρόπαιο θα το γιορτάσει με ένα… παγωτό βανίλια.

