ΜΟΣΧΑ. «Εξαιρετικά απίθανη και μη ρεαλιστική» χαρακτήρισε χθες την προοπτική της ένταξης της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, ο Ρώσος υπουργός Αμυνας, Σεργκέι Ιβανόφ, απαντώντας στην Αμερικανίδα Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας, Κοντολίζα Ράις, η οποία είχε αφήσει την περασμένη εβδομάδα ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής της Μόσχας στη Συμμαχία. Ανάλογες θέσεις με τη Ράις είχαν διατυπώσει εσχάτως αρκετοί ανώτατοι αξιωματούχοι, αλλά και ο Γερμανός καγκελάριος, Γκέρχαρντ Σρέντερ, σε μία προσπάθεια να κατευνάσουν τις ρωσικές αντιδράσεις για τη δρομολογούμενη από τις ΗΠΑ αντιπυραυλική ασπίδα και τη συνεπαγόμενη μονομερή παραβίαση της συνθήκης ΑΒΜ.
Το απέκλεισε
Ο Ιβανόφ πάντως δεν άφησε χθες περιθώρια για παρερμηνείες, αποκλείοντας εντελώς το ενδεχόμενο. Εσπευσε ωστόσο να προτείνει «διεύρυνση της συνεργσίας μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, με δεδομένες τις απειλές που προέρχονται από τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και τα νότια σύνορα της πατρίδας του». «Είναι μία αντικειμενική διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να προγραμματισθεί, ούτε να ακολουθήσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Ρώσος υπουργός Αμυνας.
Υπενθυμίζεται ότι ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, είχε δηλώσει παλιότερα ότι είτε θα πρέπει να επιτραπεί στη Μόσχα η ένταξη στις νατοϊκές δομές, είτε οφείλει να διαλυθεί η Συμμαχία και να αντικατασταθεί από μία νέα οργάνωση, η οποία θα συμπεριλάβει ολόκληρη την Ευρώπη και τη Ρωσία. Η Μόσχα έχει επί μακρόν επικρίνει την προς Ανατολάς επέκταση του ΝΑΤΟ και την πάγια θέση της χώρας του επανέλαβε χθες και ο Ιβανόφ: «Δεν μπορεί να υπάρξει μία διευθέτηση ασφαλείας για τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες που συμμετέχουν στο ΝΑΤΟ και μία άλλη για τη Ρωσία».
Για την ασπίδα
Το ζήτημα, αλλά και η αντιπαράθεση για την αντιπυραυλική ασπίδα, αναμένεται να επανέλθουν στο προσκήνιο κατά τη συνάντηση του Ιβανόφ με τον Αμερικανό ομολογό του Ντόναλντ Ράμσφελντ, στη Μόσχα την προσεχή Δευτέρα. Στρατιωτικοί αναλυτές στη Μόσχα και την Ουάσιγκτον εκτιμούσαν ότι οι διαπραγματεύσεις για τα δύο ακανθώδη προβλήματα θα μπορούσαν να καταλήξουν σε συμβιβασμό.
Το ΝΑΤΟ, από την πλευρά του, καταδίκασε μεν την επίθεση και κάλεσε τις δυο πλευρές να σεβαστούν την εκεχειρία της 5ης Ιουλίου, αλλά ουσιαστικά αποστασιοποιήθηκε από την κατάσταση, δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να επέμβει αν οι δύο αντιμαχόμενοι δεν βρουν πρώτα «κοινή γλώσσα» συνεννόησης.

