ΜΟΣΧΑ. Το ενδεχόμενο αναθεώρησης όλων των συμφωνιών που υπεγράφησαν τα τελευταία χρόνια μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον αφήνει ανοιχτό ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι αμερικανορωσικές σχέσεις έχουν ανέλθει πλέον σ’ ένα πολύ υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης, μετά τη σύνοδο κορυφής στη Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας. Σε χθεσινή του συνέντευξη, ο Ρώσος πρόεδρος αν και επέμεινε στη διατήρηση της συνθήκης ΑΒΜ που προβλέπει την απαγόρευση των αντιπυραυλικών συστημάτων και συνιστά βασικό εμπόδιο στην υλοποίηση του επίμαχου αμερικανικού αντιπυραυλικού προγράμματος NMD, άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να δεχθεί την αναθεώρησή της, στο πλαίσιο μιας εποικοδομητικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ.
«Ο πρόεδρος Μπους δηλώνει τώρα ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πια αντίπαλοι, και επιπλέον ότι μπορούν να γίνουν συνεργάτες. Και υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα θα πρέπει να ρίξουμε μια ματιά σε ολόκληρο το πακέτο των συμφωνιών στις οποίες έχουμε καταλήξει έως τώρα», δήλωσε ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι στη σύνοδο της Λιουμπλιάνα δεν υπήρξε συμφωνία επί του νέου στρατηγικού πλαισίου που θα αντικαταστήσει την ψυχροπολεμική προσέγγιση που εξακολουθεί να καθορίζει το πυρηνικό δόγμα μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ. Οι δύο πλευρές, υπογράμμισε ο πρόεδρος Πούτιν, δεν έχουν συμφωνήσει στο είδος των απειλών που αντιμετωπίζουν, αλλά πρόκειται να συνεργαστούν για να ονομάσουν ακριβώς αυτές τις απειλές. Αμφισβήτησε δε, τους ισχυρισμούς της Ουάσιγκτον για τους κινδύνους που θέτουν στη διεθνή κοινότητα χώρες όπως η Βόρεια Κορέα, λέγοντας ότι το επίπεδο της τεχνολογίας στα λεγόμενα «κράτη-ταραξίες» είναι τόσο χαμηλό που είναι αμφίβολο εάν μπορούν να απειλήσουν τις ΗΠΑ επί του παρόντος αλλά και σε βάθος χρόνου.
Δεν θα πετύχει το ΝΜD
Κληθείς να σχολιάσει τους υπαινιγμούς συμβούλων του Μπους ότι ο Λευκός Οίκος θα προχωρήσει στην αντιπυραυλική άμυνα, ανεξάρτητα από τις αποφάσεις της Ρωσίας, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορούμε να αναγκάσουμε κανέναν να συνεργαστεί μαζί μας και δεν θα προσπαθήσουμε κάτι τέτοιο. Προσφέραμε συνεργασία και αν κριθεί ότι δεν είναι απαραίτητη, είμαστε έτοιμοι να δράσουμε μόνοι μας». Πρόσθεσε δε, ότι ενδεχόμενη απόφαση των ΗΠΑ να προχωρήσουν μονομερώς στην αντιπυραυλική άμυνα δεν θα αποτελέσει απειλή για τη Ρωσία, διότι είναι απίθανο να επιτύχει το αντιπυραυλικό σύστημα NMD(…) «Είναι σαν να χτυπάς μια σφαίρα με μια άλλη σφαίρα. Οι εμπειρογνώμονες βεβαιώνουν ότι κάτι τέτοιο σήμερα είναι απίθανο και η εμπειρία των δοκιμών του συστήματος το έχει επιβεβαιώσει». Σύμφωνα με σχόλιο του πρώην πρωθυπουργού, Γεβγένι Πριμακόφ, η σύνοδος της Λιουμπλιάνα «έγινε επί ίσοις όροις, παρότι η Ρωσία δεν είναι τόσο ισχυρή όσο οι ΗΠΑ από οικονομική, στρατιωτική και πολιτική άποψη».
Στην τρίωρη συνέντευξή του, ο Βλαντιμίρ Πούτιν αποκάλυψε επίσης ότι μετέφερε στον Τζορτζ Μπους μήνυμα του προέδρου της Κίνας, Ζιάνγκ Ζεμίν, ο οποίος δηλώνει ότι το Πεκίνο είναι έτοιμο να ξεχάσει την κρίσιμη περίοδο στις διμερείς σχέσεις, που ακολούθησε τη σύγκρουση αμερικανικού κατασκοπευτικού αεροσκάφους με κινεζικό αναγνωριστικό τον περασμένο Απρίλιο. Ο Ρώσος πρόεδρος αρνήθηκε, επίσης, ότι η πώληση τεχνολογίας στην Τεχεράνη θα τη βοηθήσει στην κατασκευή πυρηνικών όπλων, ενώ υπεραμύνθηκε της πολιτικής του στην Τσετσενία. Δικαιολόγησε, τέλος, τη σκληρή του πολιτική έναντι του ρωσικού Τύπου, λέγοντας ότι η ελευθεροτυπία στη Ρωσία είναι όμηρος των μεγαλοεπιχειρηματιών που εκβιάζουν το κράτος.
Το γρήγορο πέρασμα από την ψυχρότητα στην εγκαρδιότητα
Η συμπάθεια μεταξύ του Τζορτζ Μπους και του Βλαντιμίρ Πούτιν, μόλις μια μέρα αφότου ο Μπους διακήρυξε ότι επιθυμεί τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ μέχρι τα ρωσικά σύνορα, αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό επίτευγμα για τους Αμερικανούς, δήλωσε υψηλόβαθμος αξιωματούχος που βοήθησε στο σχεδιασμό του ταξιδιού Μπους.
Ωστόσο, οι επικριτές στο Λόφο του Καπιτωλίου επισήμαναν ότι ο Μπους παραήταν πρόθυμος να χαρακτηρίσει «αξιόπιστο» τον Ρώσο πρόεδρο, μετά την πρώτη συνάντησή τους, το Σάββατο, στη Σλοβενία.
Οι αντιφάσεις
Στην Ευρώπη, είπε ο κυβερνητικός αξιωματούχος, «το να λέει ο πρόεδρος τη μια μέρα ότι επεκτείνεται το ΝΑΤΟ και την άλλη να είναι όλο χαμόγελα με τον Πούτιν, είναι φαινομενικά αδύνατον». Αναφερόταν στην ομιλία Μπους, στην Πολωνία, την Παρασκευή, ότι η Βορειοατλαντική Συμμαχία θα έπρεπε να προσπαθήσει να περιλάβει τη Λιθουανία, τη Λεττονία και την Εσθονία -μια θέση που η Ρωσία θεωρεί ανάθεμα- και την εγκάρδια συνάντηση των δύο ανδρών, το Σάββατο.
Στο Καπιτώλιο, όπου οι Δημοκρατικοί στη Γερουσία είναι σήμερα σε θέση να χαλιναγωγήσουν την εξωτερική πολιτική του Μπους και ειδικότερα το σχέδιο αντιπυραυλικής άμυνας, υπήρξε ανακούφιση για την εξέλιξη της πρώτης υπερατλαντικής περιοδείας του προέδρου. Ωστόσο, ο Μπους επικρίθηκε σε κάποιο βαθμό, ότι πήγε πολύ μακριά.
Ο πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων της Γερουσίας, Γιόζεφ Μπίντεν, Δημοκρατικός από το Ντελαγουέρ, είπε ότι η συνάντηση του Μπους με τον Πούτιν έγινε ευκολότερη, επειδή ο Ρώσος ηγέτης, όπως και ο κ. Μπους, ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του με καλά νέα. «Είμαι ικανοποιημένος που ο πρόεδρος πήγε και δεν έκανε τα πράγματα χειρότερα», είπε ο κ. Μπίντεν για τις συναντήσεις με τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Η δημόσια επίδειξη εγκαρδιότητας από τον Μπους φαινόταν σε ευθεία αντίθεση με την ψυχρή στάση έναντι της Ρωσίας, στους πρώτους μήνες της κυβέρνησής του, όταν ο υπουργός Αμύνης Ντόναλντ Ράμσφελντ επέκρινε τη Μόσχα και η σύμβουλος εθνικής ασφαλείας Κοντολίζα Ράις προειδοποιούσε τους Ευρωπαίους διπλωμάτες ότι η Ρωσία «παίρνει μόνο με το άγριο».
Ο κ. Μπίντεν, ο οποίος συναντήθηκε με τον πρόεδρο Μπους στον Λευκό Οίκο προτού αυτός αναχωρήσει για την Ευρώπη, διερωτήθη αν η εμπιστοσύνη είναι η καταλληλότερη λέξη που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος για τον Πούτιν, πρώην στέλεχος της KGB και πρώην αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών της Ρωσίας. Αλλος επιφανής Δημοκρατικός της Γερουσίας, ο Γιόζεφ Λίμπερμαν από το Κονέκτικατ, δήλωσε ότι εξεπλάγη από τις πολύ θετικές αναφορές του Μπους για τον Πούτιν, «αμέσως μετά μια πρώτη δίωρη συνάντηση».
Φαίνεται ότι ο Λευκός Οίκος είχε αποφασίσει να επεκτείνει την εγκαρδιότητα σε μια αποφασιστική προσπάθειά του να διαβεβαιώσει τους Ευρωπαίους συμμάχους ότι η Ουάσιγκτον προσπαθεί σοβαρά να πάρει τις ευλογίες της Μόσχας για την αντιπυραυλική άμυνα, επισήμανε ο Μάικλ Μακ Φάουλ του Ινστιτούτου Κάρνεγκι για τη Διεθνή Ειρήνη.
Ωστόσο, ο κ. Μπους ενδεχομένως να έστειλε λάθος μήνυμα στη σκληροπυρηνική ελίτ που περιβάλλει τον πρόεδρο Πούτιν, δήλωσε ο κ. Μακ Φάουλ, επιτρέποντάς τους να σκεφθούν ότι οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται σχεδόν αποκλειστικά για την πυραυλική άμυνα και όχι για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του Τύπου και τη συμπεριφορά του ρωσικού στρατού εναντίον των ανταρτών της Τσετσενίας.
«Χρειαζόμαστε αντιπυραυλική άμυνα»
Στο βιβλίο του «Ελληνισμός: η Ιστορία του Πολιτισμού», ο Αρνολντ Τόινμπι αναφέρει: «Κάθε έθνος, κάθε λαός έχει τις δικές του προτεραιότητες, ενσυνειδήτως ή όχι. Οσοι δεν έχουν, γίνονται θύματα των προτεραιοτήτων κάποιου άλλου λαού». Η αποτυχία της Ε.Ε. να συμφωνήσει όσον αφορά τις προτεραιότητες της, όπως συνέβη στο Γκέτεμποργκ, ενδεχομένως να την καταστήσει θύμα των προτεραιοτήτων της νέας κυβέρνησης Μπους. Μπαίνουμε σε μία εξαιρετικά επικίνδυνη περίοδο στις σχέσεις με την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, καθώς το βλέμμα των ΗΠΑ στρέφεται προς δυσμάς, ενώ το ευρωπαϊκό ανατολικά. Οι εντάσεις αυτές να εκφυλιστούν σε μια «γενικευμένη διάθεση» απόρριψης και ανυπομονησίας, απέναντι στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, και σε έντονο αντιαμερικανισμό στη Γηραιά Ηπειρο.
Ευάλωτη ειρήνη
Η ατλαντική σχέση είναι βασικός άξονας δράσης ώστε να διασφαλισθεί ειρήνη, βασισμένη στα δυτικά πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικών αξιών. Παραμένει η μοναδική δύναμη που περιορίζεται από την κοινή γνώμη και μπορεί να στηρίξει το διεθνές δίκαιο. Αν πάψει να υπάρχει, η υφήλιος θα κατακερματισθεί περισσότερο και θα καταστεί περισσότερο ευάλωτη στα καπρίτσια των δικτατόρων και στη φρίκη των εθνικιστικών και θρησκευτικών συγκρούσεων.
Οφείλουμε να διαχειριστούμε τη σχέση Ευρώπης – ΗΠΑ, σωστά στην παρούσα τεταμένη περίοδο ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο είδος συμμαχίας, όπου η Ευρώπη θα επωμισθεί δικαιότερο μερίδιο των βαρών και οι ΗΠΑ θα δεχθούν μια νέα καταστάση βασισμένη στον διάλογο και στη συνεργασία.
Μέρος του νέου, ωριμότερου υπερατλαντικού διαλόγου είναι η αντίσταση στον πειρασμό των αντανακλαστικών αντιδράσεων, και η προσεκτικότερη ακρόαση του άλλου. Ορθώς η Ευρώπη χρησιμοποιεί σκληρό λόγο κατά της αμερικανικής στάσης στο Κιότο.
Εχουμε, όμως, δίκιο να απορρίπτουμε την αντιπυραυλική ασπίδα; Προσωπικά αντιστάθηκα στον «Πόλεμο των Αστρων» του προέδρου Ρέιγκαν, επειδή διασάλευσε την πολυμερή συνθήκη ελέγχου των εξοπλισμών, ενώ ήταν ανεφάρμοστος. Δεν γνωρίζω αν αυτό ισχύει ακόμα.
Απείθαρχος κόσμος
Πολλά αλλαξαν από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Ο κόσμος δεν είναι πλέον διπολικός. Είναι απείθαρχος και κατακερματισμένος, γεγονός που απειλεί την ειρήνη. Τα όπλα μαζικής καταστροφής και και οι βαλλιστικοί πύραυλοι ξέφυγαν του ελέγχου. Ο Σαντάμ χρειαζόταν έξι μήνες για να αποκτήσει όπλα μαζικής καταστροφής την εποχή του Πολέμου του Κόλπου, ενώ υπήρχε φόβος μήπως το πετύχαινε αυτό ο Μιλόσεβιτς.
Μπορούμε να φανταστούμε τι θα συνέβαινε αν αυτοί ήσαν πιο τυχεροί ή εμείς καθυστερούσαμε; Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα καθυστερήσουμε υπερβολικά στο μέλλον;
Το νόημα της αποτροπής βασίστηκε στη λογική υπόθεση ότι ο εχθρός δεν θα προσπαθήσει να σε καταστρέψει αν αυτό συνεπάγεται τη δική του καταστροφή. Είμαστε όμως σίγουροι ότι ο Μπιν Λάντεν ή ο Σαντάμ θα αντιδρούσαν τόσο λογικά όσο υπολογίστηκε, όταν συντάχθηκαν οι συνθήκες αφοπλισμού στις οποίες βασιζόμαστε σήμερα;
Συμφωνία με Ρωσία;
Αν τελικά δημιουργηθεί η αντιπυραυλική ασπίδα, θα γίνει μονομερώς ή πολυμερώς; Στην πρώτη περίπτωση, οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Ο πρόεδρος Μπους, ωστόσο, δήλωσε ότι θέλει να περιλάβει σε αυτήν τους Ρώσους και πιθανώς άλλους, Γιατί να μη το δεχθούμε; Δεν θα μου προκαλούσε έκπληξη η συμφωνία με τον πρόεδρο Πούτιν. Στην περίπτωση αυτή θα εξακολουθούσαμε οι Ευρωπαίοι να την απορρίπτουμε;
Αν η αντιπυραυλική ασπίδα λειτουργήσει ως πολυμερές τεχνικό πλαίσιο, που θα αντικαταστήσει την αποτυχημένη διπλωματική, δεν είναι ορθότερο να εξετάσουμε τα πλεονεκτήματά της παρά να την απορρίπτουμε εκ των προτέρων;
Πρόταση σε Κίνα, Γαλλία, Βρετανία για πάγωμα των πυρηνικών τους
ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Το πάγωμα των πυρηνικών εξοπλισμών της Κίνας, της Βρετανίας και της Γαλλίας πρότεινε χθες ο πρώην υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας στρατηγός Ιγκόρ Σεργκέγιεφ. Ερωτώμενος γιατί η Ρωσία ενδιαφέρεται για τα οπλοστάσια των άλλων χωρών αλλά δεν έχει τιμήσει την υπόσχεση του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ για πλήρη κατάργηση των τακτικών πυρηνικών πυραύλων ώς το 2000, ο Σεργκέγιεφ απάντησε ότι δεν επρόκειτο για δέσμευση αλλά απλώς για στόχο. «Ενα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση του αφοπλισμού θα γινόταν αν η Γαλλία, η Βρετανία και η Κίνα ανελάμβαναν νομικές δεσμεύσεις για να μην διευρύνουν τα πυρηνικά οπλοστάσιά τους στο μέλλον», δήλωσε ο Σεργκέγιεφ σε συνέδριο, που οργάνωσε το ινστιτούτο Κάρνεγκι στην Ουάσιγκτον. «Θα μπορούσαν να αρχίσουν αμέσως με ένα μορατόριουμ».
Τα πυρηνικά οπλοστάσια των τριών χωρών, στις οποίες απευθύνεται ο Σεργκέγιεφ είναι τόσο μικρά, που η επίδρασή τους στη συνολική στρατηγική ισορροπία θα γίνει αισθητή μόνο αν οι δύο μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις (Ρωσία-ΗΠΑ) προχωρήσουν σε δραστικές περικοπές των δικών τους οπλοστασίων.
Σύμφωνα με τη συνθήκη START-2, που δεν έχει αρχίσει ακόμη να ισχύει, οι ΗΠΑ και η Ρωσία θα μειώσουν τις στρατηγικές πυρηνικές κεφαλές τους σε 3.500, ενώ η Ρωσία έχει εκφράσει την επιθυμία να απαλλαγεί από 2.000 επιπλέον κεφαλές, κατεβάζοντας το οπλοστάσιό της στις 1.500.
Ωστόσο, αυτές οι κινήσεις είναι αμφίβολο αν θα οδηγήσουν τις υπόλοιπες πυρηνικές δυνάμεις να παγώσουν τους εξοπλισμούς τους, όπως προτείνει ο Σεργκέγιεφ. Αν ευοδωθεί η πρωτοβουλία των ΗΠΑ για την ανάπτυξη συστήματος αντιπυραυλικής ασπίδας πάνω από το αμερικανικό έδαφος, οι χώρες που θα θελήσουν να προβάλουν τη δύναμή τους πάνω από τις ΗΠΑ θα πρέπει να αυξήσουν αντί να μειώσουν τα οπλοστάσιά τους. Ετσι, η Κίνα, στην οποία κατά κύριο λόγο απευθύνονται οι παραινέσεις του Σεργκέγιεφ, δεν έχει κανένα λόγο να τις ασπασθεί.
Οσο για τον αφοπλισμό της ίδιας της Ρωσίας, η έκθεση «Nuclear Status Report of the former Soviet Union», των ινστιτούτων Κάρνεγκι και Μοντερέι, που δημοσιεύθηκε χθες, περιγράφει μια μελανή εικόνα. Η έκθεση επισημαίνει ότι η Ρωσία παράγει τις νέες πυρηνικές κεφαλές SS-27 με ρυθμούς δέκα το χρόνο. Αν όμως θελήσει να απαντήσει στην πρόκληση της αντιπυραυλικής ασπίδας, έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την παραγωγή και να προσθέσει στους πυραύλους πολλαπλές κεφαλές, εξοπλίζοντας τη χώρα με 600-800 σύγχρονες κεφαλές ώς το 2010

