Στις αρχές της χρονιάς, το άνοιγμα της ψαλίδα ανάμεσα στο Δημοκρατικό Κόμμα του Ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι και στο Κίνημα 5 Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο βρισκόταν στις 17 μονάδες. Τώρα η διαφορά έχει συρρικνωθεί στις δύο μονάδες, ενώ όσο το πολιτικό κεφάλαιο του Ρέντσι εξανεμίζεται, τόσο φουσκώνουν τα πανιά του κόμματος της ιταλικής αμφισβήτησης.
Ο Ρέντσι μοιάζει με χαρτοπαίκτη που έχει βγάλει όλους τους άσους από το μανίκι, μόνο και μόνο για να τους δει να καίγονται σαν εφήμερα πυροτεχνήματα. Το αξιοσημείωτο στις δηλώσεις με τις οποίες ο Ιταλός πρωθυπουργός επιτέθηκε ευθέως στη γερμανική πολιτική στην Ευρώπη δεν είναι το περιεχόμενό τους αλλά το ότι έως τώρα ο Ρέντσι επέμενε πως τα προβλήματα πηγάζουν από το εσωτερικό της Ιταλίας και θα επιλυθούν με τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις.
Ομως η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας (για την οποία ο Ρέντσι δεν κατάφερε να βρει κάποιο ιταλικό όνομα και τη βάφτισε «Jobs Act») ήταν μια πανάκριβη άσκηση με ανύπαρκτα αποτελέσματα. Τα 3 δισ. ευρώ που χορηγήθηκαν ως κίνητρα στους Ιταλούς εργοδότες για να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας προβλέπεται να «ανοίξουν» όλες κι όλες 2.000 θέσεις σταθερής απασχόλησης σε έναν χρόνο. Αναλύοντας τις διαδοχικές ανατροπές μνημονιακών κυβερνήσεων στην Ευρώπη, ο Ρέντσι υπογράμμισε ότι αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια της συνεχιζόμενης ύφεσης ή της επιστροφής στην ανάπτυξη με υψηλή ανεργία. Ηταν μια ανάλυση που δεν ισχύει μόνο για την Αθήνα, τη Λισσαβώνα ή τη Μαδρίτη, αλλά και για τη Ρώμη.
Προκειμένου να αποφύγει την προδιαγεγραμμένη αυτή πορεία, ο Ρέντσι εξαντλεί τα ύστατα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας στα αυστηρά πλαίσια της Ευρωζώνης, ώστε να παρουσιάζει διαδοχικά «δωράκια» στους ψηφοφόρους του, όπως τα 80 ευρώ για κάθε μισθωτό, με τη βοήθεια των οποίων κέρδισε τις ευρωεκλογές, ή τα 500 ευρώ σε κάθε 18χρονο φοιτητή, που προβλέπονται στον προϋπολογισμό του 2016. Η Ιταλία βρίσκεται σε μόνιμη διαμάχη με την Κομισιόν για τα δημοσιονομικά μεγέθη, κατάσταση που όσο συνεχίζεται, τόσο δυναμώνει τις φωνές που ζητούν έξοδο από την Ευρωζώνη για να ανακάμψει η οικονομία.
Αυτήν τη θέση πρεσβεύει το Κίνημα 5 Αστέρων, το οποίο εφέτος ευφυώς διεύρυνε τον ηγετικό του κύκλο. Το ιδρυτικό δίδυμο των Γκρίλο και Καζαλέτζο, ενώ συνεχίζει να κρατά τα ηνία, άφησε περιθώριο ανάδειξης σε νεότερα στελέχη, όπως ο Λουίτζι ντι Μάιο, ο οποίος στα 29 του είναι ήδη τρία χρόνια αντιπρόεδρος της ιταλικής Βουλής, και ο Αλεσάντρο ντι Μπατίστα, που εξέφρασε την οργή των εξαπατημένων από το σκάνδαλο της Banca Etruria.
Η μικρομεσαία τράπεζα, με έδρα το Αρέτσο της Τοσκάνης, προωθούσε με επιθετικό τρόπο σε αδαείς καταθετικά προϊόντα μειωμένης εξασφάλισης, τα οποία υπέστησαν κούρεμα 100% στα τέλη Νοεμβρίου, βυθίζοντας 12.000 καταθέτες σε απόγνωση και οδηγώντας έναν 70χρονο συνταξιούχο στην αυτοκτονία. Το «κανόνι» της Banca Etruria έσκασε πολύ κοντά στον Ιταλό πρωθυπουργό, και όχι μόνο γιατί κατάγεται και εκείνος από την Τοσκάνη, την ιστορική χώρα των Ετρούσκων.
Η αντιπολίτευση κατηγορεί τον Ρέντσι για διαπλοκή με τα στελέχη που φόρτωσαν την τράπεζα με θαλασσοδάνεια και ζητεί να διερευνηθεί η τρελή πορεία της μετοχής, η οποία πέρυσι τέτοια εποχή, ενώ η τράπεζα βρισκόταν σε κακά χάλια, έκανε απόλυτο ρεκόρ ανόδου 65% (προφανώς κάποιοι με κυβερνητικές προσβάσεις γνώριζαν ότι το υπουργικό διάταγμα του Φεβρουαρίου θα έδινε ανάσα στην τράπεζα). Δεν βοηθάει την εικόνα της κυβέρνησης το γεγονός ότι μόλις ο Ρέντσι υπουργοποίησε τη Μαρία Ελενα Μπόσκι, το 2013, ο πατέρας της προήχθη σε υποδιευθυντή της τράπεζας, σε μία κίνηση που ο δημοσιογράφος Μάρκο Τραβάλιο χαρακτήρισε «αντίστροφο νεποτισμό». H πρόταση μομφής της αντιπολίτευσης σε βάρος της Μπόσκι καταψηφίστηκε την περασμένη εβδομάδα, αλλά, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, ο Ρέντσι θα πρέπει να νιώθει τυχερός που οι επόμενες βουλευτικές εκλογές απέχουν μία διετία.

