Κυβέρνηση με οριακή πλειοψηφία μιας ψήφου στο κοινοβούλιο φαίνεται να σχηματίζει ο Νετανιάχου. Αυτό ήταν το επικρατέστερο σενάριο χθες βράδυ, καθώς ο ίδιος είχε αποδυθεί σε διαπραγματεύσεις για την εξασφάλιση της «δεδηλωμένης» προτού εκπνεύσει η τελευταία συνταγματική διορία.
Η τύχη του κρεμόταν από τα χέρια του ακροδεξιού πολιτικού Ναφτάλι Μπένετ, επικεφαλής της «Εβραϊκής Εστίας». Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός χρειαζόταν τις οκτώ έδρες του, ώστε να σχηματίσει συνασπισμό 61 εδρών σε σύνολο 120. Εκμεταλλευόμενος τον ρυθμιστικό του ρόλο, ο Μπένετ ζήτησε την «υπουργοποίηση» οκτώ βουλευτών του.
Το ακανθώδες πρόβλημα στις διαπραγματεύσεις μεταξύ «Εβραϊκής Εστίας» και κόμματος «Λικούντ» του Νετανιάχου ήταν η αξίωση του Μπένετ να δοθεί στο κόμμα του το υπουργείο Δικαιοσύνης, για το οποίο προορίζεται η Αγελέτ Σακέντ, νούμερο τρία στην κομματική ιεραρχία. Η Σακέντ έχει ταχθεί υπέρ του περιορισμού της δύναμης του Ανώτατου Δικαστηρίου όσον αφορά τη δυνατότητά του να ακυρώνει νόμους.
Επιπλέον, το κόμμα του Μπένετ τάσσεται υπέρ της προσάρτησης από το Ισραήλ κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών της Δυτικής Οχθης, καθώς και της ψήφισης νόμου ο οποίος θα μεταβάλει το στάτους του Ισραήλ από διεθνικό κράτος σε εθνικό κράτος του εβραϊκού λαού. Οχι μόνο η διεθνής κοινότητα, αλλά και μεγάλο μέρος του ισραηλινού πολιτικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του κράτους, Ρεουβέν Ρίβλιν, αντιτίθενται σε αυτή την πρόταση.
Οι υπολογισμοί του Νετανιάχου ανατράπηκαν την περασμένη Δευτέρα, όταν ένας εκ των στενότερων συνεργατών του, ο υπουργός Εξωτερικών, Λίμπερμαν, πέρασε στην αντιπολίτευση.
Εάν ο Νετανιάχου δεν εξασφαλίσει τη «δεδηλωμένη», ο πρόεδρος Ρίβλιν θα είναι υποχρεωμένος να παραδώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε άλλον πολιτικό –πιθανότατα, τον Ισαάκ Χέρτσογκ, ηγέτη της «Σιωνιστικής Ενωσης». Στην περίπτωση που θα σχηματίσει, τελικά, κυβέρνηση, ο Νετανιάχου θα βρίσκεται στο έλεος των συνεταίρων του, ενώ πολλοί προβλέπουν μια περίοδο πολιτικής αστάθειας.

