Την περασμένη Πέμπτη συμπληρώθηκαν 13 χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Μια επέτειος, η οποία εγγράφεται όχι μόνο ως ημέρα των τρομοκρατικών επιθέσεων της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους και στο Πεντάγωνο, που συγκλόνισαν όλο τον κόσμο, αλλά και ως αφετηρία μιας πολύχρονης περιόδου «πολέμου κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας», ο οποίος, δεκατρία χρόνια μετά, αναζωπυρώνεται αντί να οδεύει προς τη λήξη του, έστω και αν οι πρωταγωνιστές αλλάζουν στην πορεία: τούτη τη χρονιά, το φάντασμα της αποδυναμωμένης, μετά τη δολοφονία του Οσάμα μπιν Λάντεν, Αλ Κάιντα εκτοπίσθηκε από την καινούργια, πολύ χειροπιαστή απειλή που ακούει στο όνομα Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και στη Συρία (ISIS).
Από το 2001 οι ΗΠΑ έχουν βομβαρδίσει σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, η Λιβύη, το Ιράκ, η Υεμένη, η Σομαλία και, μετά την ομιλία του Ομπάμα την Τετάρτη, σύντομα και στη Συρία. Το γεγονός ότι όλες οι χώρες αυτές είναι μουσουλμανικές δεν είναι άσχετο με την τρομακτική ριζοσπαστικοποίηση της οποίας η σημερινή ενσάρκωση είναι ο ISIS. Αν λάβει κανείς υπόψη δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες η εκστρατεία εναντίον του ISIS θα κρατήσει τουλάχιστον τρία χρόνια –τρία χρόνια βομβαρδισμών σουνιτικών περιοχών στο Ιράκ και στη Συρία–, τρέμει στην ιδέα τού τι μπορεί να διαδεχθεί το αυτοαποκαλούμενο «ισλαμικό κράτος» όταν επιτέλους αυτό νικηθεί.
Προς τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, η αμερικανική κοινή γνώμη σταμάτησε να ανέχεται τη διαρκή ροή αμερικανικών απωλειών από τα μέτωπα, με αποτέλεσμα οι επεμβάσεις να συνεχιστούν από την ασφάλεια των αιθέρων. Ετσι, η τρίτη φάση αυτού που κάποτε ονομαζόταν «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», η οποία εγκαινιάστηκε στο βόρειο Ιράκ τον Αύγουστο, περιλαμβάνει βομβαρδισμούς μεγάλης σφοδρότητας και συχνότητας, αλλά πολύ μικρή αύξηση του αριθμού Αμερικανών στρατιωτικών συμβούλων στο έδαφος, ώστε να μην ξεπεράσουν τους 1.600.
Οι πιθανοί κίνδυνοι
Η ισχυρότερη πολεμική μηχανή του κόσμου επιτυγχάνει τους άμεσους στόχους της με σημαντικό κόστος, που όχι σπάνια περιλαμβάνει αποσταθεροποίηση μεγάλης κλίμακας. Η έξωση των Ταλιμπάν από την εξουσία στο Αφγανιστάν, η γεμάτη συμβολισμό ανατροπή του αγάλματος του Σαντάμ Χουσεΐν στη Βαγδάτη, η εκτέλεση του Οσάμα Μπιν Λάντεν στο Πακιστάν, η ανατροπή του Καντάφι στη Λιβύη, η εξόντωση πολυάριθμων στελεχών της Αλ Κάιντα αραβικής χερσονήσου στην Υεμένη και της Αλ Σαμπάμπ στη Σομαλία, κάθε μία από αυτές τις επιτυχίες γέννησε μια νέα χειρότερη απειλή, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για έναν ακόμη πόλεμο εναντίον ενός εχθρού χειρότερου από τον προηγούμενο.
Το νήμα ξεκινά από τους μουτζαχεντίν (ιερούς μαχητές), που ενισχύθηκαν με όπλα και χρήματα από τις ΗΠΑ και τη Σ. Αραβία προκειμένου να ανατρέψουν τη φιλοσοβιετική κυβέρνηση του Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980 και οι οποίοι εν συνεχεία στράφηκαν εναντίον της Δύσης δημιουργώντας την Αλ Κάιντα. Οταν οι 19 αεροπειρατές, στην πλειονότητά τους Σαουδάραβες, οδήγησαν τα αεροπλάνα στους Δίδυμους Πύργους και στο Πεντάγωνο, με κόστος 3.000 ζωές, το 2001, το Ιράκ ήταν μια σταθερή χώρα που ζούσε σε καθεστώς δικτατορίας και υπέφερε από τις κυρώσεις του ΟΗΕ. Η συσχέτιση των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου με τον Σαντάμ Χουσεΐν, ένα από τα θαύματα της τέχνης της προπαγάνδας, άνοιξε τον δρόμο για την εισβολή του 2003, η οποία με τη σειρά της μετέτρεψε πρώην στελέχη του κοσμικού κόμματος Μπάαθ, που κυβερνούσε τη χώρα, σε φανατικούς τζιχαντιστές. Φημολογείται ότι από τα κορυφαία στελέχη του ISIS είναι η ίδια η κόρη του Σαντάμ Χουσεΐν.
Εν τω μεταξύ, τα δισεκατομμύρια που ξόδεψαν οι ΗΠΑ προκειμένου να ανασυστήσουν τον ιρακινό στρατό μετά το 2003 έκαναν φτερά, καθώς ο στρατός βρίσκεται σε αποσύνθεση, ενώ πολλά από τα πολύτιμα όπλα του έπεσαν στα χέρια των τζιχαντιστών. Πραγματοποιώντας μία ακόμη προσπάθεια, την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι ανακοίνωσε ότι θα γίνει νέα προσπάθεια σύστασης και επανεκπαίδευσης του ιρακινού στρατού. Παράλληλα, σε μια ενδιαφέρουσα κίνηση, η προσπάθεια νεκρανάστασης της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης στη Συρία ανατέθηκε από τις ΗΠΑ στη… Σ. Αραβία.

