Οταν η θριαμβεύτρια των ευρωεκλογών στη Γαλλία Μαρίν Λεπέν ρωτήθηκε ποιο θα είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνει αν ποτέ αναλάβει την προεδρία της χώρας, απάντησε ότι θα δώσει άμεση εντολή για επιστροφή στο φράγκο. Στην Ισπανία, ένα από τα βασικά αιτήματα του Podemos!, του νεοεμφανιζόμενου αριστερού κόμματος που απέσπασε 8% των ψήφων, είναι ο λογιστικός έλεγχος του δημοσίου χρέους της χώρας. Στην Ιταλία, το κεντροαριστερό δημοκρατικό κόμμα που βρισκόταν σε φθίνουσα πορεία, πέτυχε θεαματική αντιστροφή, κερδίζοντας ποσοστό 40%, όταν τα ηνία ανέλαβε ο Ματέο Ρέντσι, υποσχόμενος να σπάσει τα δημοσιονομικά δεσμά που επιβάλλουν οι Βρυξέλλες στη χώρα.
Η δομική ανικανότητα της Ευρωπαϊκής Ενωσης να αντιμετωπίσει την παρατεταμένη ύφεση άφησε βαθύ αποτύπωμα στο εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Μαΐου. Η δυσφορία εκδηλώθηκε με διαφορετικές μορφές σε κάθε χώρα – είτε με δεξιό εθνικιστικό πρόσημο στην περίπτωση της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Δανίας είτε με αριστερό ριζοσπαστικό πρόσημο στην περίπτωση της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. (Στην Ελλάδα εκφράστηκε και με τους δύο τρόπους). Η κοινή διαπίστωση των αδιεξόδων της κεντρικής πολιτικής σκηνής, όπως αποτυπώθηκε στο ισπανικό σύνθημα «que no nos representan» (δεν μας εκπροσωπούν) και στο λεπενικό κάλεσμα για «σάρωμα» του πολιτικού σκηνικού δεν συνεπάγεται και κοινές πολιτικές απαντήσεις. Για λόγους ευκολίας και για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες δαιμονοποίησης, οι «αντιευρωπαϊκές δυνάμεις» αναφέρονται κάποιες φορές ως ενιαίο μπλοκ, τη στιγμή που οι απαντήσεις που δίνουν διαφέρουν μεταξύ τους όσο διαφέρει μία αμεσοδημοκρατική κομματική διαδικασία από μια φασιστική πρακτική.
Κόμματα όπως το ισπανικό Podemos!, που ξεπήδησε από το κίνημα των αγανακτισμένων και το ιταλικό Κίνημα 5 Αστέρων, που είναι το μεγαλύτερο κόμμα της ιταλικής αντιπολίτευσης με ποσοστό 21%, επιχειρούν δημοκρατική υπέρβαση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, προωθώντας μια τριγωνική σχέση ανάμεσα στην ενεργή συμμετοχή των πολιτών, τους κοινωνικούς αγώνες και τη θεσμική εκπροσώπηση. Είναι άλλο να εκφράζει ένα κόμμα ριζοσπαστικό λόγο κατά της διαφθοράς, προτάσσοντας την ανάγκη απόλυτης διαφάνειας στις κρατικές υποθέσεις και ανακλητότητας των αιρετών αξιωματούχων και άλλο να υπόσχεται ότι ένας στρατός «τιμίων» θα εισβάλει, θα τρίξει τα δόντια και θα «καθαρίσει». Υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα σε κόμματα που υποστηρίζουν ότι η ανάκαμψη των εθνικών οικονομιών προς όφελος των εργαζομένων προϋποθέτει έξοδο από την Ευρωζώνη, και σε κόμματα που εκλαμβάνουν τον οικονομικό πατριωτισμό ως φροντίδα μόνο για όσους μοιράζονται το «σωστό» αίμα.
Στις δύο αυτές τάσεις του «αντί» πρέπει να προστεθεί και η τοπικιστική, αποσχιστική διάσταση η οποία εκφράστηκε με τη μεγάλη επιτυχία του Σιν Φέιν και στις δύο πλευρές των ιρλανδικών συνόρων και την επικράτηση του αριστερού αυτονομιστικού ERC στην Καταλωνία, σε βάρος του μετριοπαθέστερου, επίσης αυτονομιστικού CiU του τοπικού πρωθυπουργού Μας.
Το ζήτημα, όπως επισημαίνει ο Αμπροζ Ιβανς Πρίτσαρντ σε ανάλυση στην εφημερίδα Τέλεγκραφ, είναι ότι όλα τα ρεύματα της αντίθεσης με την ασκούμενη πολιτική στην Ευρώπη, βρίσκονται σε έντονη διάσταση με το αποτέλεσμα των εκλογών στη Γερμανία. Ο κυβερνητικός συνασπισμός της Αγκελα Μέρκελ κατέγραψε ελαφρές απώλειες προς όφελος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), η οποία συγκέντρωσε 7%. Το κόμμα που επικρίνει την πολιτική των ευρωπαϊκών «διασώσεων» της Γερμανίδας καγκελαρίου, καραδοκεί προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε μετάθεση του κόστους της κρίσης στους Γερμανούς φορολογουμένους.
Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, με την όλο και μεγαλύτερη απόκλιση ανάμεσα στις επιθυμίες της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης, υπενθυμίζει τη ρήση του Πολ Κρούγκμαν, στις αρχές της κρίσης της Ευρωζώνης.«Πολύ φοβάμαι» είχε γράψει ο Αμερικανός νομπελίστας «ότι οι πολιτικές που μπορούν να επιλύσουν την κρίση και οι πολιτικές που είναι αποδεκτές στη Γερμανία είναι δύο σύνολα που δεν τέμνονται».
Στα «πηγαδάκια» των Βρυξελλών
Παρόλο που οι συμμετέχοντες στο ντιμπέιτ για την προεδρία της Κομισιόν διαρρήγνυαν προεκλογικά τα ιμάτιά τους ότι ο επόμενος επικεφαλής της επιτροπής θα είναι ένας από αυτούς, η υποψηφιότητα του «δικαιωματικά» επικρατέστερου για τον θώκο, του πρώην πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου, Ζαν Κλοντ-Γιουνκέρ, φαινόταν αρχικώς αποδυναμωμένη. Με δεδομένη τη σαφή αντίθεση του Βρετανού πρωθυπουργού, Ντέιβιντ Κάμερον αλλά και του Ούγγρου ομολόγου του, Βίκτωρ Ορμπάν, η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ φάνηκε (αρχικώς…) να αδειάζει τον Γιουνκέρ, λέγοντας ότι υπάρχει μία σειρά από υποψήφιους που θα μπορούσαν να καταλάβουν το πόστο. Η προοπτική παραβίασης της συνθήκης της Λισσαβώνας, που προβλέπει διαδικασία ανάδειξης του προέδρου της Κομισιόν, από την Ευρωβουλή και όχι διορισμό από το Συμβούλιο, εξόργισε ακόμη και τον πρόεδρο της ομάδας των σοσιαλιστών, Χάνες Σβόμποντα. Ηδη έχουν κυκλοφορήσει τα ονόματα εναλλακτικών υποψηφίων, αναμεσά τους αυτά της επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, του Πολωνού πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ και του Ιρλανδού πρωθυπουργού Εντνα Κένι. Πάντως, ο σοσιαλδημοκράτης Μάρτιν Σουλτς δεν έχει εγκαταλείψει τη διεκδίκηση της προεδρίας της Κομισιόν. Προεκλογικά καλούσε άλλωστε τους συμπατριώτες του να τον ψηφίσουν για να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα Γερμανό πρόεδρο. Πηγές των Βρυξελλών ανέφεραν ότι οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες ασκούσαν έντονες πιέσεις στη Μέρκελ να δεχθεί την υποψηφιότητά του, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αν δεν το κάνει θα κινδυνεύσει η συνοχή του μεγάλου συνασπισμού.
