Abyssinian Baptist Church

3' 36" χρόνος ανάγνωσης

Ο ​Ντίτριχ Μπονχέφερ  (1906-1945) θα επισκεφτεί για πρώτη φορά την Αμερική τον Σεπτέμβριο του 1930 και θα μείνει εκεί ένα πλήρες ακαδημαϊκό έτος, μέχρι τον Ιούνιο του 1931. Η χρονιά έχει σημασία: Great Depression, το Μεγάλο Κραχ. Θα φοιτήσει ως υπότροφος στο Union Theological Seminary της Νέας Υόρκης. Το Σεμινάριο ιδρύθηκε από πρεσβυτεριανούς, εκατό χρόνια πριν φτάσει εκεί ο νεαρός λουθηρανός, αλλά από τις αρχές του εικοστού αιώνα είχε αποβάλει τον στενά πρεσβυτεριανό χαρακτήρα του και είχε γίνει ουσιαστικά μια προτεσταντική θεολογική Σχολή, πόλος έλξης για τους φιλελεύθερους όλων των προτεσταντικών κοινοτήτων. Στο Union Theological Seminary θα κάνει καινούργιους φίλους, θα παρακολουθήσει σπουδαίους θεολόγους, όπως ο Ράινχολντ Νίμπουρ (Reinhold Niebuhr).

Θρεμμένος με τη μεγάλη γερμανική θεολογική παράδοση, ο Μπονχέφερ βρίσκει τον χριστιανισμό της Αμερικής θεολογικά φτωχό και αφελή, μια προοδευτική ηθικολογία, που κάνει λόγο για τα πάντα εκτός από το ευαγγέλιο του Χριστού. Παραταύτα όλοι οι βιογράφοι του δέχονται, σύμφωνα άλλωστε με ομολογία του ίδιου, ότι η χρονιά αυτή στην Αμερική έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κατοπινή θεολογική πορεία του, διόλου μάλιστα υπό την έννοια της αρνητικής εμπειρίας. Ας σημειώσουμε με την ευκαιρία ότι η τελευταία βιογραφία του από τον Charles Marsh, Strange Glory. A Life of Dietrich Bonhoeffer (Alfred Knopf 2014) ιστορεί καλύτερα από κάθε άλλη έως τώρα την αμερικανική εμπειρία του (σ. 101-135).

Ο,τι δεν πρόσφερε στον Μπονχέφερ το Σεμινάριο, του το πρόσφερε η Abyssinian Baptist Church του Χάρλεμ, στην οποία τον πρωτοπήγε ο μαύρος συμφοιτητής και φίλος του Φρανκ Φίσερ – συνοδοιπόρος αργότερα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Η κοινότητα ιδρύθηκε το 1808 –ο σημερινός ναός χτίστηκε το 1923– από Αιθίοπες μετανάστες και ναυτικούς που έφυγαν από τη First Baptist Church της Νέας Υόρκης, επειδή δεν δέχονταν να καθορίζεται η θέση που θα κάθονται οι πιστοί μέσα στον ναό με κριτήρια φυλετικά. Ο Μπονχέφερ συνδέθηκε στενά μαζί της: εκκλησιαζόταν σχεδόν πάντα εκεί, κάθε Κυριακή έκανε κατηχητικό, συντόνιζε μια γυναικεία ομάδα μελέτης της Βίβλου, βοηθούσε μια μέρα την εβδομάδα στο σχολείο της ενορίας. Πήγαινε στα σπίτια των ενοριτών που τον καλούσαν. Mια Κυριακή μάλιστα έκανε αυτός το κήρυγμα, αλλά το κείμενό του δυστυχώς χάθηκε. Μόνο εδώ, στις εκκλησίες των Νέγρων (η λέξη επιτρεπόταν τότε), ήταν δυνατό, θεωρούσε ο Μπονχέφερ, «να ακούσει κανείς κάποιον να μιλάει, με χριστιανική σημασία, για αμαρτία και χάρη και για αγάπη του Θεού και έσχατη ελπίδα». Δεν ξέρω τι κήρυγμα άκουσε ο Μπονχέφερ από τον συναρπαστικό ρήτορα Αδάμ Κλέιτον Πάουελ τον πρεσβύτερο (Adam Clayton Powell, Sr., 1865-1953), τον πάστορα που έκανε την ενορία αυτή τη μεγαλύτερη μαύρη ενορία του κόσμου, δεν είμαι ωστόσο βέβαιος ότι θα έλεγε το ίδιο ακούγοντας το σημερινό κήρυγμα – αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση. Εκείνο πάντως που κυρίως τον ενθουσίασε στη μαύρη ενορία ήταν, εκτός από το ισχυρό αίσθημα κοινότητας, η εκδηλωτική ζωντάνια της, η θέρμη της πίστης και κυρίως η εκρηκτική χαρά της. Την Κυριακή που κήρυξε έζησε κάτι που ασφαλώς δεν είχε ζήσει ποτέ στο παρελθόν ούτε επρόκειτο βεβαίως να ξαναζήσει στο μέλλον: το εκκλησίασμα δεν άκουγε παθητικά αλλά φώναζε κάθε τόσο «αμήν», «αλληλούια» , «Yes, Yes!» (ό.π., σ. 118). Οπως ακριβώς γίνεται μέχρι σήμερα στις μαύρες ενορίες του Χάρλεμ.

Στην Αβησσυνιακή Εκκλησία ο Μπονχέφερ δεν θα βρει υψηλή θεολογία, αλλά θα δει το Ευαγγέλιο να συνδέεται με τη συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα και ζωή των ανθρώπων που το άκουγαν. Αυτό θα τον οδηγήσει σιγά σιγά να συνδεθεί και εκείνος με την πραγματικότητα και να θέσει το μόνο άξιο λόγου ερώτημα της χριστιανικής θεολογίας: ποιος είναι ο Χριστός για μας, για τον καθέναν από μας, σήμερα. Την οφειλή από αυτή την επαφή με τους κατατρεγμένους μαύρους χριστιανούς της Αμερικής θα την συνοψίσει με τον καλύτερο τρόπο ο ίδιος: μετακίνηση «από τη φρασεολογία στην πραγματικότητα».

H Αβησσυνιακή Εκκλησία των Βαπτιστών στο Χάρλεμ δεν είναι ασφαλώς το πρώτο μέρος που έχει να επισκεφτεί κανείς μόλις πατήσει το πόδι του στη Νέα Υόρκη, αν και έχει συμπεριληφθεί στους τουριστικούς οδηγούς και οι τουρίστες συρρέουν, προς άγραν μιας ακόμη εξωτικής εμπειρίας, όσο και αν φροντίζουν οι υπεύθυνοι της ενορίας να τους δυσκολεύουν. Κάποιοι λίγοι δεν θα πήγαιναν ποτέ, αν δεν ήταν η αμερικανική ενορία του Μπονχέφερ. Οι πόλεις είναι πρώτα κι αρχή η ζωή των ζωντανών ανθρώπων, ο τρόπος που ζουν, κινούνται, χειρονομούν, τρώνε, παρεΐζονται, διασκεδάζουν, λατρεύουν τον Θεό. Είναι όμως αξεχώριστα και οι σκιές όσων έζησαν και περπάτησαν κάποτε σε αυτές. Στις μεγάλες πόλεις τούτες οι σκιές είναι αναρίθμητες και διαλέγεις ποιες από αυτές να συναντήσεις.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT