Μία ημέρα μετά τη δραματική ομολογία του Ουκρανού προέδρου Ολεξάντερ Τουρτσίνοφ ότι η κυβέρνησή του αδυνατεί να αντιμετωπίσει την ένοπλη εξέγερση αυτονομιστών στις ρωσόφωνες ανατολικές περιοχές της χώρας, τα γεγονότα ήρθαν να επιβεβαιώσουν τους χειρότερους φόβους του.
Με αφορμή την εργατική Πρωτομαγιά, περί τους 10.000 πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους της μεγάλης βιομηχανικής πόλης Ντονέτσκ με συνθήματα εναντίον της κυβέρνησης του Κιέβου και υπέρ της Ρωσίας. Περίπου τριακόσιοι μασκοφόροι αποσπάστηκαν από την ειρηνική διαδήλωση και επιτέθηκαν με πέτρες και εμπρηστικές βόμβες μολότοφ εναντίον του κτιρίου της εισαγγελίας, το οποίο φρουρούσαν περί τους εκατό άνδρες των ειδικών αστυνομικών δυνάμεων. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να αμυνθούν κάνοντας χρήση κροτίδων, δακρυγόνων και σφαιρών καουτσούκ. Τελικά όμως αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το κτίριο και να παραδώσουν τις ασπίδες και τον οπλισμό τους στους επιτιθέμενους, οι οποίοι έκαψαν όλα τα ουκρανικά εμβλήματα και ύψωσαν τη ρωσική σημαία. Αρκετοί άνδρες και των δύο στρατοπέδων τραυματίστηκαν.
Βιομηχανική πόλη με πληθυσμό άνω του ενός εκατομμυρίου, το Ντονέτσκ αποτελεί το επίκεντρο της φιλορωσικής εξέγερσης, που οδήγησε στην ανακήρυξη της ομώνυμης «Λαϊκής Δημοκρατίας». Το κτίριο του περιφερειακού κυβερνείου έχει καταληφθεί από αυτονομιστές ήδη από την 6η Απριλίου και το δημαρχείο της πόλης από τη 16η Απριλίου. Ενοπλες πολιτοφυλακές ελέγχουν ήδη τουλάχιστον 15 πόλεις στις -όμορες με τη Ρωσία- περιοχές του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ, με συνολικό πληθυσμό περί τα έξι εκατομμύρια.
Στη διάρκεια σύσκεψης με περιφερειακούς κυβερνήτες στο Κίεβο, την Τετάρτη, ο Ουκρανός πρόεδρος δήλωσε ότι «η αδράνεια, η αδυναμία, ακόμη και η εγκληματική προδοσία μαστίζουν τις δυνάμεις ασφαλείας της χώρας». Ο Ολεξάντερ Τουρτσίνοφ προχώρησε σε μια τολμηρή παραδοχή που προκάλεσε σοκ στη Δυτική Ουκρανία: «Είναι δύσκολο να το παραδεχτούμε, αλλά είναι η αλήθεια. Η πλειονότητα των ανθρώπων στις διωκτικές αρχές των ανατολικών περιοχών της χώρας είναι ανίκανη να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της».
Η ομολογία αδυναμίας από πλευράς Τουρτσίνοφ αφήνει μεγάλα ερωτήματα να αιωρούνται σχετικά με τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών, που έχουν προγραμματιστεί για τις 25 Μαΐου. Χθες, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι η πρόταση του Ουκρανού πρωθυπουργού Αρσένι Γιατσένιουκ να πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα για το μέλλον της Ανατολικής Ουκρανίας παράλληλα με τις προεδρικές εκλογές της 25ης Μαΐου αποτελεί «φάρσα». Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ αντιπρότεινε τη διεξαγωγή συνομιλιών μεταξύ Κιέβου και αυτονομιστών υπό την αιγίδα του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ).
Σημαντικό στήριγμα για την κυβέρνηση του Κιέβου αποτελεί η απόφαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για παροχή δανείου ύψους 17 δισ. δολαρίων. Η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ δήλωσε ότι «απαιτείται επειγόντως η ανάληψη δράσης» για τη στήριξη της ουκρανικής οικονομίας. Πάντως, το ΔΝΤ διευκρίνισε ότι αν το Κίεβο χάσει τον έλεγχο των ανατολικών περιοχών, «το πρόγραμμα θα χρειαστεί να επανασχεδιαστεί».
Στο μεταξύ, η Αγκελα Μέρκελ επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Βλαντιμίρ Πούτιν για να του ζητήσει την άμεση και αποφασιστική παρέμβαση της Ρωσίας ώστε να απελευθερωθούν οι επτά στρατιωτικοί παρατηρητές του ΟΑΣΕ που κρατούνται όμηροι από αυτονομιστές στην ελεγχόμενη από αυτούς πόλη Σλαβιάνσκ. Από την πλευρά του, ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε στη Γερμανίδα καγκελάριο ότι η απομάκρυνση δυνάμεων του ουκρανικού στρατού από τις ανατολικές και νότιες περιοχές της χώρας αποτελεί κομβικό ζήτημα για το Κρεμλίνο. Μία ημέρα νωρίτερα, η ουκρανική κυβέρνηση διέταξε την απέλαση του Ρώσου στρατιωτικού επιτετραμμένου στο Κίεβο, υποστηρίζοντας ότι τον συνέλαβε επ’ αυτοφώρω να ασκεί κατασκοπεία σε βάρος της χώρας.
Αίσθηση προκάλεσε, τέλος, η χθεσινή δήλωση του αναπληρωτή γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Αλεξάντερ Φέρσμποου, ότι μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ανατολικής Ουκρανίας, η Ρωσία αποτελεί για τη Συμμαχία «περισσότερο αντίπαλο, παρά εταίρο».

