Ομοβροντία αντιδράσεων, τόσο από την Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και στο εσωτερικό της Τουρκίας, πυροδότησε ο νέος νόμος που ψηφίστηκε το βράδυ της Τετάρτης από το τουρκικό Κοινοβούλιο και επιτρέπει τον αυστηρότερο έλεγχο των διαδικτυακών επικοινωνιών από την κυβέρνηση Ερντογάν.
Με τον επίμαχο νόμο, το υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών θα μπορεί να μπλοκάρει, χωρίς απόφαση δικαστηρίου, ιστοσελίδες του Διαδικτύου ή να αφαιρεί μέρος από τις αναρτήσεις τους εντός τεσσάρων ωρών από την υποβολή διαμαρτυρίας. Η κυβέρνηση Ερντογάν δικαιολόγησε αυτό το μέτρο επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας της ιδιωτικής ζωής από παραβιάσεις μέσω του Διαδικτύου, χωρίς χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Ωστόσο, οι εξηγήσεις της τουρκικής κυβέρνησης δεν έπεισαν τις Βρυξέλλες. Ο εκπρόσωπος Τύπου της Κομισιόν, Πέτερ Στάνο, δήλωσε ότι τα μέτρα αυτά εγείρουν «σοβαρές ανησυχίες» και πρέπει να ανακληθούν. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιου Μάρτιν Σουλτς υποστήριξε ότι πρόκειται για «μια οπισθοδρόμηση σε ένα ήδη ασφυκτικό περιβάλλον, αναφορικά με την ελευθερία στα μέσα ενημέρωσης». Αυστηρή προειδοποίηση απηύθυνε και ο αρμόδιος επίτροπος για τη Διεύρυνση, Στέφαν Φούλε, σημειώνοντας ότι η Τουρκία, η οποία φιλοδοξεί να γίνει πλήρες μέλος της Ενωσης, χρειάζεται «περισσότερη διαφάνεια και πληροφόρηση, όχι περιορισμούς».
Οξύτατες ήταν οι αντιδράσεις από την πλευρά της τουρκικής αντιπολίτευσης, η οποία ερμήνευσε τον νέο νόμο ως άλλη μία ένδειξη της πρόθεσης του Ερντογάν να συγκαλύψει το μέγα σκάνδαλο των δωροδοκιών, που ξέσπασε στις 17 Δεκεμβρίου.
Παραπέμποντας στον Οργουελ, ο κεμαλικός βουλευτής Φαρούκ Λογκόγκλου του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) δήλωσε ότι τα περιοριστικά μέτρα δεν είναι τίποτα άλλο από «μια προσπάθεια εκφοβισμού του κόσμου, ένα μήνυμα που λέει ότι ο Μεγάλος Αδελφός μάς παρακολουθεί όλους».
Τις τελευταίες ημέρες, μια σειρά ηχητικών ντοκουμέντων, όπου ο Ερντογάν εμφανίζεται να ασκεί πιέσεις σε επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης, είδε το φως της δημοσιότητας μέσω ιστοσελίδων. Τελευταίος κρίκος σ’ αυτή την αλυσίδα υπήρξε η ανάρτηση στο YouTube τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ δύο συνομιλητών, ο ένας εκ των οποίων ήταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο Ταγίπ Ερντογάν και ο άλλος ο αντιπρόεδρος του δημοσιογραφικού ομίλου Ciner, Φατίλ Σαράτς. Εκεί, ο Τούρκος πρωθυπουργός εμφανίζεται να απαιτεί από τον συνομιλητή του να σταματήσει η τηλεοπτική μετάδοση ειδήσεων που εμφάνιζαν τον ίδιο σε αντιπαλότητα με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Αμπντουλάχ Γκιουλ.
Ο Τούρκος πρωθυπουργός δείχνει καχυποψία έναντι του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, χαρακτηρίζοντας «απειλή» το Twitter λόγω του ρόλου που έπαιξε στην οργάνωση των διαδηλώσεων του περασμένου καλοκαιριού, όταν έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής. Για να τεθεί σε εφαρμογή, ο νέος νόμος πρέπει να υπογραφεί από τον Γκιουλ, κάτι που φέρνει σε δυσχερή θέση τον Τούρκο πρόεδρο. Hδη, η Eνωση Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών ζήτησε να ακυρωθεί ο επίμαχος νόμος, θεωρώντας ότι μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τους ξένους επενδυτές και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των επικοινωνιών και του Διαδικτύου.

