«Ζούμε μέρες Πομπηίας»

Γαλλία και Ισπανία συνειδητοποιούν ότι η αντιπυρική προστασία δεν αρκεί. Ακόμη και η κλιματική κρίση ωστόσο προκαλεί πόλωση

6' 10" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Oι επόμενες 12 ώρες θα είναι κρίσιμες», προειδοποίησε στα μέσα της εβδομάδας ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, αναφερόμενος στις φωτιές κοντά στη Μαδρίτη. Θα μπορούσε όμως κάλλιστα να αναφέρεται και στις επόμενες δεκαετίες. «Θα κερδίσουμε αυτήν τη μάχη», υποσχέθηκε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν κατά την επίσκεψή του στο κέντρο συντονισμού για την κατάσβεση των πυρκαγιών στη νοτιοδυτική Γαλλία. Σε αντίθεση όμως με τον Σάντσεθ, έσπευσε να προετοιμάσει το έδαφος για αγώνα μακράς πνοής με τις φλόγες: «Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές, οι επόμενες εβδομάδες θα είναι δύσκολες και πρέπει να νικήσουμε. Το “κλειδί” είναι η ετοιμότητα και η ανθεκτικότητα». Οπως έγραψαν οι New York Times, το φετινό τιμωρητικό καλοκαίρι στην Ευρώπη «είναι απλώς η αρχή». Καύσωνες, πυρκαγιές, καταιγίδες και άλλα ακραία φαινόμενα έχουν φέρει τη Γηραιά Ηπειρο στα όριά της. Τουλάχιστον 360.000 άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από τις εστίες τους σε Ισπανία και Γαλλία, τις δύο χώρες που δοκιμάζονται περισσότερο, δέκα χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους από τη ζέστη τον περασμένο μήνα και εκατομμύρια άλλοι αναζητούν απεγνωσμένα δροσιά καθώς ζουν σε χώρες ασυνήθιστες σε θερμοκρασίες πάνω από 40 βαθμούς Κελσίου. 

Με κλειστά παράθυρα

Ο Ντιέγκο Γκαρότσο, Ισπανός καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης (UAM) και τακτικός αρθρογράφος στην El Pais, περιγράφει στην «Κ» την ατμόσφαιρα στην ισπανική πρωτεύουσα: «Οταν οδηγείς έστω και λίγα χιλιόμετρα προς τα βόρεια, πρέπει να κλείσεις τον κλιματισμό του αυτοκινήτου και να ανεβάσεις τα παράθυρα. Για πολλά χιλιόμετρα τα πάντα είναι σκεπασμένα με στάχτη. Οπως σχεδόν όλοι, έχω φίλους που έχουν σπίτια στα χωριά που επλήγησαν και μου περιέγραφαν με μεγάλη αγωνία την αβεβαιότητα του να αφήνεις τα πάντα πίσω χωρίς να γνωρίζεις αν το σπίτι σου εξακολουθεί να στέκεται όρθιο. Πρόκειται για μια τραγωδία που επηρεάζει σχεδόν 100.000 ανθρώπους μόνο στην περιοχή γύρω από την πρωτεύουσα. Μιλάμε για τη μεγαλύτερη δασική πυρκαγιά στην ιστορία της περιφέρειάς μας. Το χειρότερο είναι ότι γνωρίζουμε ότι βρισκόμαστε μόλις στα μέσα του καλοκαιριού και είναι πολύ πιθανό αυτή η τραγωδία να επαναληφθεί και σε άλλες περιοχές. Αυτό δημιουργεί ένα βαθύ αίσθημα αγωνίας και αδυναμίας».

Σε κοινό άρθρο τους η Γαλλίδα φιλόσοφος Σίνθια Φλερί, γνωστή για την έρευνά της γύρω από τη δημόσια υγεία και τη δημοκρατία, και ο Στεφάν Ντελπεϊρά Βενσάν, σοσιαλιστής δήμαρχος πόλης 33.000 κατοίκων στη νοτιοδυτική Γαλλία που εκκενώθηκε λόγω της φωτιάς, γράφουν στην εφημερίδα Le Monde ότι «αυτό που καίγεται δεν είναι μόνο τα δάση, αλλά ένας τρόπος κατοίκησης της γης που δεν είναι πλέον δυνατός». Ο Γκαρότσο παρομοιάζει τις φωτιές με αυτές της Ρώμης και της Πομπηίας: «Φυσικά, δεν μπορούν να συγκριθούν με όσα βιώνει σήμερα η Ισπανία. Μοιράζονται, ωστόσο, ένα σημαντικό κοινό στοιχείο. Ζούμε σε μια ασυνήθιστα ναρκισσιστική εποχή. Διαρκώς τονίζουμε τι κάνει τη δική μας εποχή μοναδική, τι διαφοροποιεί τη δική μας ιστορική στιγμή. Και όμως, ξαφνικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν αρχαίο, σχεδόν αιώνιο εχθρό, ο οποίος πλέον μας πλήττει με νέους τρόπους. Η φωτιά εμπνέει έναν φόβο αρχέγονο, σχεδόν μυθολογικό. Είναι ταυτόχρονα παράδοξο και ταπεινωτικό το γεγονός ότι, στην ψηφιακή εποχή, ενώ στέλνουμε πυραύλους στο Διάστημα –ακόμη και μέσω ιδιωτικών πρωτοβουλιών– εξακολουθούμε να αδυνατούμε να προστατεύσουμε τα δάση και την ύπαιθρό μας», υπογραμμίζει στην «Κ».

Εστίες διχασμού

Πριν από λίγες ημέρες, βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος της αντιπολίτευσης στην Ισπανία, η Εστερ Μουνιόζ, δήλωσε ότι «οι αλλαγές στο κλίμα ήταν κάτι που ανέκαθεν συνέβαινε στην ιστορία της ανθρωπότητας και της Γης». Βλέπει ο Γκαρότσο περιθώρια πολιτικής συναίνεσης τώρα που η φωτιά είναι προ των πυλών; «Η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα και όμως έχει μετατραπεί παραδόξως σε πεδίο πολιτικής πόλωσης. Ενα μέρος της Δεξιάς τείνει να υποβαθμίζει τις επιπτώσεις της, ενώ ένα μέρος της Αριστεράς τη χρησιμοποιεί ως εργαλείο πολιτικής κινητοποίησης, χωρίς να αποδέχεται πλήρως τις συνέπειές της. Η Αριστερά τείνει να αποδίδει τις πυρκαγιές κυρίως στην κλιματική αλλαγή, ενώ η Δεξιά δίνει έμφαση στη διαχείριση των δασών. Πρόκειται για μια κάπως παραπλανητική αντιπαράθεση, καθώς και οι δύο παράγοντες μπορούν να συνυπάρχουν και να αλληλοενισχύονται».

«Είναι ταυτόχρονα παράδοξο και ταπεινωτικό το γεγονός ότι, ενώ στέλνουμε πυραύλους στο Διάστημα, εξακολουθούμε να αδυνατούμε να προστατεύσουμε τα δάση και την ύπαιθρό μας», λέει ο Ντιέγκο Γκαρότσο, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης.

«Το 2003, κατά τη διάρκεια ενός ιστορικού καύσωνα στη Γαλλία, ανακαλύψαμε ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πεθάνουν από τη ζέστη. Χιλιάδες ηλικιωμένοι, απομονωμένοι και ευάλωτοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητοι. Ο καύσωνας αποκάλυψε τις αδυναμίες του συστήματος υγείας και της κοινωνικής μας οργάνωσης. Μάθαμε, με δυσκολία, να προστατεύουμε καλύτερα τους οργανισμούς: σχέδια συναγερμού, παρακολούθηση της υγείας, πρόληψη και προσαρμογή των υποδομών περίθαλψης. Αλλά ο καύσωνας του 2026 είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν κινδυνεύουν πλέον μόνο άτομα, αλλά ολόκληρες περιοχές: η ακραία ζέστη συμβαδίζει πλέον με τις μεγάλες πυρκαγιές, την καταστροφή τοπίων, την κατάρρευση του περιβάλλοντος και την εκκένωση ολόκληρων πόλεων. Η υγειονομική κρίση έχει γίνει μια κρίση “κατοικησιμότητας”. Αυτή η μετατόπιση μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε ριζικά τη σχέση μας με τα περιβάλλοντα που έχουμε διαμορφώσει», επισημαίνουν στο κοινό άρθρο τους στη Le Monde οι Σίνθια Φλερί και Στεφάν Ντελπεϊρά Βενσάν. 

Οταν καλείται να αποδώσει ευθύνες στη σοσιαλιστική κεντρική κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ ή στη συντηρητική τοπική της Ιζαμπέλ Αγιούζο, η οποία κυβερνά τη Μαδρίτη από το 2019, ο Γκαρότσο αποφεύγει να πάρει θέση στη διαμάχη: «Η Ισπανία βιώνει τη χειρότερη γενιά πολιτικών από την αρχή της δημοκρατίας μας το 1978. Ολοι κατηγορούν τους άλλους, και αυτή η πόλωση έχει επεκταθεί και στη δημοσιογραφία, η οποία είναι πλέον γεμάτη από ιδεολογικά στρατευμένους σχολιαστές που υπερασπίζονται αποκλειστικά το δικό τους πολιτικό στρατόπεδο. Η αλήθεια είναι ότι κανένα πολιτικό κόμμα δεν αντιμετωπίζει τη δασική και αγροτική πολιτική με ολοκληρωμένο τρόπο. Στον δημόσιο διάλογο κυριαρχούν σχεδόν αποκλειστικά “αστικές” ανησυχίες –ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν τη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη– ενώ η ισπανική ύπαιθρος, η οποία αποδυναμώνεται ολοένα περισσότερο, τόσο οικονομικά όσο και δημογραφικά, περνάει σε δεύτερη μοίρα. Δυστυχώς, ο ιδεολογικός φανατισμός στην Ισπανία έχει υπονομεύσει όχι μόνο την πολιτική, αλλά και τον δημόσιο διάλογο, καθώς και την ικανότητα του Τύπου να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην εξουσία».

«Η Αριστερά τείνει να αποδίδει τις πυρκαγιές κυρίως στην κλιματική αλλαγή, ενώ η Δεξιά δίνει έμφαση στη διαχείριση των δασών. Πρόκειται για μια κάπως παραπλανητική αντιπαράθεση, καθώς και οι δύο παράγοντες μπορούν να συνυπάρχουν και να αλληλοενισχύονται».

Για τη γαλλική Ακροδεξιά, που επιχειρεί να εκμεταλλευθεί την κρίση, η αδυναμία της κυβέρνησης να αναχαιτίσει τις φωτιές είναι απόδειξη πως δεν μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της. «Ολες οι προτάσεις που καταθέταμε επί χρόνια με τη Μαρίν (σ.σ.: Λεπέν) και τον Ζορντάν (σ.σ.: Μπαρντελά) επιβεβαιώνονται σήμερα ως οι μοναδικές λύσεις που θα μπορούσαν να μας είχαν γλιτώσει από τέτοιου είδους καταστάσεις και να προστατεύσουν τα παιδιά μας από τις φωτιές. Δυστυχώς, τα σημερινά γεγονότα μάς δικαιώνουν», σχολίασε αυτήν την εβδομάδα η ακροδεξία βουλευτής Εντβίζ Ντιάζ, στέλεχος της Εθνικής Συσπείρωσης.

Ο ρόλος της Ε.Ε.

Αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι δύσκολα μπορεί κάθε μια χώρα της Ε.Ε. μόνη της να αντιμετωπίσει την πρόκληση. Σύμφωνα με δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων στον Guardian, η τρέχουσα κρίση είναι πρωτόγνωρη και θα μπορούσε να διαρκέσει έως τις αρχές Νοεμβρίου. Οι φωτιές εξαπλώνονται υπερβολικά γρήγορα ώστε να μπορούν να τις ακολουθήσουν και να τις ελέγξουν οι συμβατικές πρακτικές πυρόσβεσης. Ο Μηχανισμός Πολιτικής Προστασίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως ισχύει σήμερα, πιθανότατα θα αποδειχθεί ανεπαρκής. Αυτό το σύστημα εκτάκτου ανάγκης, που δημιουργήθηκε το 2001 και περιλαμβάνει και τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς και 10 άλλες χώρες, λειτουργεί σε ένα ευρύ φάσμα τομέων. Αυτό το καλοκαίρι, η Γαλλία και η Ισπανία ζήτησαν την ενεργοποίησή του προκειμένου να λάβουν πρόσθετη ευρωπαϊκή εναέρια υποστήριξη. Αλλά τι θα συμβεί αν και άλλες χώρες ενεργοποιήσουν τον μηχανισμό ταυτόχρονα; 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT