Οι αποφάσεις μιας συνόδου κορυφής αποτυπώνονται στο τελικό ανακοινωθέν. Συχνά όμως η προετοιμασία τους διαμορφώνεται και στους χώρους όπου αξιωματούχοι, διπλωμάτες, αναλυτές και ακαδημαϊκοί συζητούν χωρίς τη δεσμευτικότητα της επίσημης διαπραγμάτευσης. Αυτό επιβεβαίωσε το διήμερο Expert Forum «Allies in Ankara», που πραγματοποιήθηκε στο ιστορικό Ankara Palas, παράλληλα με την 36η σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ.
Το φόρουμ, που συνδιοργανώθηκε από το Munich Security Conference (MSC), δεν αποτέλεσε χώρο λήψης αποφάσεων. Λειτούργησε, όμως, ως πεδίο ανταλλαγής ιδεών και διαμόρφωσης συναίνεσης. Εκεί, οι συζητήσεις ήταν συχνά πιο άμεσες από εκείνες που διεξάγονται υπό το βάρος της διαπραγμάτευσης, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της λεγόμενης «Track 1.5 diplomacy», μιας διαδικασίας που δεν ανταγωνίζεται την επίσημη διπλωματία, αλλά τη συμπληρώνει, δημιουργώντας ένα χώρο όπου οι ιδέες δοκιμάζονται πριν μετατραπούν σε πολιτική.
Η αξία αυτών των φόρουμ ενισχύεται σε μια περίοδο κατά την οποία το ΝΑΤΟ επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ασφάλεια. Χαρακτηριστική υπήρξε η συζήτηση γύρω από την κατάργηση της Public Diplomacy Division της Συμμαχίας. Η μεταρρύθμιση αυτή αντικατοπτρίζει τη μετάβαση από ένα μοντέλο δημόσιας διπλωματίας και ενημέρωσης των πολιτών σε αυτό της στρατηγικής επικοινωνίας με στόχο την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και των επιχειρήσεων επιρροής. Εκφράζοντας προβληματισμό, αρκετοί συμμετέχοντες υπογράμμισαν ότι η στρατηγική επικοινωνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον δημόσιο διάλογο. Η κοινωνική αποδοχή της συλλογικής άμυνας δεν εξασφαλίζεται μόνο με αποτελεσματικότερα μηνύματα, αλλά με πολίτες που κατανοούν τις απειλές, συμμερίζονται τις δημοκρατικές αξίες και αντιλαμβάνονται γιατί η ασφάλεια απαιτεί πολιτικές και οικονομικές επιλογές. Σε μια περίοδο αυξημένων αμυντικών δαπανών, η δημοκρατική νομιμοποίηση παραμένει στρατηγικό πλεονέκτημα και όχι επικοινωνιακό τέχνασμα.
Η συζήτηση ανέδειξε, επίσης, τον ολοένα σημαντικότερο ρόλο των think tanks στη διαμόρφωση της ευρωατλαντικής στρατηγικής. Οι δεξαμενές σκέψεις δεν λαμβάνουν αποφάσεις. Συνδιαμορφώνουν, όμως, το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές ωριμάζουν. Παράγουν αναλύσεις, συνδέουν διαφορετικές κοινότητες πολιτικής και διευκολύνουν την ανταλλαγή απόψεων. Για την Ελλάδα, η παρουσία σε αυτές τις διαδικασίες αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα συμμετέχει ως σύμμαχος με σταθερή συνεισφορά στη συλλογική άμυνα, αλλά και ως κράτος που βρίσκεται στο σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Η ελληνική συμμετοχή διασφαλίζει ότι ζητήματα όπως η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και η προστασία των υποθαλάσσιων υποδομών εντάσσονται στη συμμαχική συζήτηση ως προτεραιότητες.
Το ίδιο ισχύει και για τη σταθερή ελληνική προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Σε μια εποχή κατά την οποία η αναθεωρητική συμπεριφορά και η αμφισβήτηση θεμελιωδών κανόνων δοκιμάζουν τη διεθνή τάξη, η συνεπής υπεράσπιση του δικαίου αποτελεί ευρωπαϊκή και συμμαχική συμβολή στη διατήρηση μιας διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες και όχι μόνο στην ισχύ. Παράλληλα, το επίσημο NATO Defence Industry Forum ανέδειξε μια διαφορετική, αλλά κρίσιμη διάσταση της ασφάλειας: τη βιομηχανική βάση. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στην αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, στις νέες τεχνολογίες και στις συμπράξεις. Η συμμετοχή της Ελλάδας και της βιομηχανίας της στο φόρουμ άνοιξε προοπτικές για συμμετοχή σε διεθνείς συμπαραγωγές, ενίσχυση της τεχνολογικής βάσης και βαθύτερη ενσωμάτωση στις αλυσίδες αξίας. Μια ολιστική προσέγγιση της διπλωματίας, που περιλαμβάνει και τη βιομηχανία, αποτελεί προϋπόθεση για μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική. Η απόφαση εννέα συμμάχων, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, να αναπτύξουν από κοινού νέο πρότυπο πυρομαχικών συνιστά βήμα για τη συγκρότηση μιας κοινής βιομηχανικής βάσης που θα συμβάλλει στην ετοιμότητα. Αλλο παράδειγμα αποτελεί η ανακοίνωση περί δέσμευσης δώδεκα συμμάχων, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, για στενότερη συνεργασία στην προμήθεια, την αποθήκευση, τη μεταφορά και τη διαχείριση αποθεμάτων κρίσιμου αμυντικού υλικού. Η συμμετοχή στα ιδρυτικά μέλη της νέας τράπεζας Defence, Security and Resilience Bank αναδεικνύει την ελληνική εμπλοκή όχι μόνο εκεί που λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις, αλλά και εκεί που θα διαμορφωθούν χρηματοδοτικά εργαλεία για την ενίσχυση της τεχνολογικής και βιομηχανικής βάσης. Αλλωστε, στη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα, δεν αρκεί μόνο να έχεις δίκιο, πρέπει επίσης να βρίσκεσαι εκεί όπου σχεδιάζονται οι πολιτικές, χρηματοδοτούνται οι τεχνολογίες και συγκροτούνται οι πρωτοβουλίες που διαμορφώνουν τους συσχετισμούς ισχύος.
Η ισχύς μιας χώρας διαμορφώνεται εξίσου από την ικανότητά της να παράγει ιδέες, να επηρεάζει τη συζήτηση, να δημιουργεί δίκτυα εμπιστοσύνης και να συνδέει την κρατική πολιτική με την ακαδημαϊκή κοινότητα, τα think tanks και τη βιομηχανία. Χώρες όπως η Ελλάδα επιδιώκουν (και πρέπει) να αναπτύξουν αυτή τη συμπληρωματικότητα. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου στρατηγικού ανταγωνισμού, η συνέχιση αυτής της συνέργειας αποτελεί όχι μόνο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, αλλά και πολλαπλασιαστή της διεθνούς επιρροής της χώρας.
* Η κ. Ελενα Λαζάρου είναι γενική διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ. Συμμετείχε ως συντονίστρια στο ΝΑΤΟ Defence Industry Forum και ως ομιλήτρια στο «Allies in Ankara».

