Στην πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, οι περαστικοί, ντόπιοι και ξένοι, μικροί και μεγάλοι, βρίσκονται πάντα υπό ένα άγρυπνο βλέμμα άνωθεν.
Οι νυχτερίδες αποτελούν το 20 τοις εκατό των ειδών θηλαστικών παγκοσμίως, αλλά στη Νέα Υόρκη αποτελούσαν για χρόνια ένα μυστήριο για τους επιστήμονες. Την τελευταία δεκαετία, όμως, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι νυχτερίδες ενδέχεται να είναι αναπάντεχα ευπροσάρμοστες στη ζωή στη μητρόπολη, η οποία αποκαλύπτει και νέες πτυχές της συμπεριφοράς τους.
Ο Νικ Κομπαράτο, διδακτορικός φοιτητής του Πανεπιστημίου Rutgers με ειδίκευση στις νυχτερίδες και τη βιοακουστική, εγκατέστησε, στο πλαίσιο ενός τριετούς ερευνητικού προγράμματος, συσκευές καταγραφής υπερήχων, με στόχο τη χαρτογράφηση των φτερωτών θηλαστικών μέσω της λεγόμενης παθητικής ακουστικής παρακολούθησης.
Οπως διαπιστώθηκε, η ανίχνευση δραστηριότητας νυχτερίδων σε όλη την πόλη δεν ήταν μόνο διαρκής, αλλά και εκπληκτικά έντονη.
Στις αγροτικές περιοχές, οι μεγάλες νυχτερίδες πέφτουν σε χειμερία νάρκη σε σπηλιές το χειμώνα και αναζητούν τροφή σε διάφορα σημεία κατά τη διάρκεια της θερμής περιόδου. Ωστόσο, στις πόλεις, τείνουν να συμπεριφέρονται περισσότερο σαν άνθρωποι που αναζητούν να εγκατασταθούν κάπου, βρίσκοντας ενίοτε ένα μόνιμο καταφύγιο για όλο το χρόνο —συμπεριφορά ασυνήθιστη για αυτό το είδος, σύμφωνα με τον Κομπάρατο.

«Οι νυχτερίδες που πρέπει να διασχίσουν αστικές περιοχές κατά τη μετανάστευσή τους φέρονται πιο στρατηγικά από ό,τι πιστεύανε», εξηγεί ο ίδιος. Σε μία πόλη με διάσπαρτες εστίες πρασίνου και τεράστιες εκτάσεις σκυροδέματος, οι νυχτερίδες είναι «σαν παίκτες σκακιού» που διαθέτουν διαφορετικές κινήσεις για να επιβιώσουν σε διάφορα μέρη της πόλης.
Σύμφωνα με μελέτη του 2016 που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Urban Naturalist, στη Νέα Υόρκη ζουν αρκετά είδη νυχτερίδων – μεταξύ αυτών τρία μεταναστευτικά και ακόμα δύο που πέφτουν σε χειμερία νάρκη.
Οπως όλες οι νυχτερίδες, έτσι και αυτές της Νέας Υόρκης είναι αθέατες στο κοινό «μάτι» στο φως της ημέρας, καθώς ξεμυτίζουν μόνο το σούρουπο. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, βρίσκουν ασφαλή μέρη για να κουρνιάσουν και κοιμούνται κρεμασμένες ανάποδα σε ρωγμές κτιρίων ή από κλαδιά δέντρων, ενώ μερικές φορές οι περαστικοί τις μπερδεύουν με τριχωτά φύλλα.
«Σαν καναρίνι σε ανθρακωρυχείο»
Κάθε είδος φαίνεται να έχει το αγαπημένο του αστικό περιβάλλον. Ο Κομπάρατο δήλωσε κατάπληκτος διαπιστώνοντας πως οι μεγάλες καφέ νυχτερίδες κυριαρχούν στο Green-Wood, ενώ οι ανατολικές κόκκινες είναι το πιο κοινό είδος σε όλα τα άλλα αστικά πάρκα — συμπεριλαμβανομένου του Prospect Park, μόλις οκτώ τετράγωνα από το Γκριν – Γουντ.
Η εύρεση ενός άνετου καταφυγίου στον αστικό ιστό αποτελεί μία πρόκληση για τις νυχτερίδες. Η δεύτερη πρόκληση είναι η εύρεση τροφής αναμέσα σε ουρανοξύστες από γυαλί και χάλυβα.
Η Νάνσι Σίμονς, ζωολόγος ειδική στις νυχτερίδες στο Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, η οποία έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας της σε τροπικές ζούγκλες μελετώντας εκατοντάδες από τα 1.500 είδη νυχτερίδων του κόσμου, δήλωσε ότι οι νυχτερίδες είναι «σαν το καναρίνι στο ανθρακωρυχείο».
«Αποτελούν ένα είδος-δείκτη που μπορεί να μας δώσει πληροφορίες για την υγεία του οικοσυστήματός μας και για τον αντίκτυπο που ασκούμε σε αυτό», δήλωσε η δρ. Σίμονς. Το γεγονός ότι οι νυχτερίδες κατάφεραν να συνυπάρξουν στη Νέα Υόρκη μέχρι σήμερα σημαίνει ότι «αν ξαφνικά αύριο εξαφανιστούν όλες, αυτό θα πρέπει να αποτελέσει ένα σήμα συναγερμού ότι κάτι έχει αλλάξει και ότι αυτό θα μπορούσε να είναι αρνητικό τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τις νυχτερίδες», πρόσθεσε.
Οι νυχτερίδες κάνουν επίσης την παραμονή στο ύπαιθρο πιο ευχάριστη για τους Νεοϋορκέζους, καθώς είναι γνωστές ως οι φυσικοί εχθροί των παρασίτων, καταναλώνοντας κάθε βράδυ το 20 έως 50% του σωματικού τους βάρους σε έντομα.
Μάλιστα, ενώ το αστικό περιβάλλον δημιουργεί πλήθος προκλήσεων γι’αυτές, ίσως αποτελεί και ένα ασφαλές καταφύγιο, προστατεύοντάς τις από θανατηφόρες νόσους της υπαίθρου.
Υπάρχει αισιοδοξία και ειρωνεία στο γεγονός ότι «ορισμένα είδη επωφελούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες», εξηγεί η Σίμονς. «Ενώ μπορεί να καταστρέφουμε τμήματα του οικοτόπου τους, μπορεί επίσης, χωρίς να το γνωρίζουμε, να τους παρέχουμε καταφύγιο.»
Πηγή: New York Times

