Για ένα φιλόδοξο Αμερικανό διπλωμάτη, θεωρητικά είναι μια εξαιρετική περίοδος για να διεκδικήσει μια θέση πρέσβη. Στα τέλη Ιουνίου, περισσότερες από τις μισές πρεσβείες των ΗΠΑ δεν είχαν πρέσβη, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών διπλωματικών αποστολών, από τη Γερμανία έως τη Σαουδική Αραβία.
Για όσους ειδικεύονται στις αφρικανικές υποθέσεις, οι ευκαιρίες είναι ακόμη μεγαλύτερες: σχεδόν το 80% των αμερικανικών πρεσβειών στην Αφρική παραμένει χωρίς πρέσβη.
Ωστόσο, στο εσωτερικό του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι προοπτικές για τους διπλωμάτες δεν είναι καθόλου ευοίωνες. Από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2025, ο ίδιος έχει καταστήσει σαφή την περιφρόνησή του προς αυτό που χαρακτηρίζει «ένα πολύ ανόητο κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής».
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν επί δεκαετίες το πρόσωπο της αμερικανικής διπλωματίας. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Αμερικανοί πρέσβεις και ειδικοί απεσταλμένοι ασκούσαν μεγάλη επιρροή στις χώρες όπου υπηρετούσαν.
Σπάζοντας μια παράδοση 60 ετών, ο Τραμπ παραμέρισε τους διπλωμάτες καριέρας του Φόρεϊν Οφις, οι οποίοι συνήθως αναλάμβαναν τη διοίκηση τουλάχιστον των δύο τρίτων των αμερικανικών πρεσβειών. Από τις 101 υποψηφιότητες για θέσεις πρεσβευτών κατά τη δεύτερη θητεία του, μόλις οι εννέα αφορούσαν διπλωμάτες καριέρας.
Ολα αυτά εκτυλίσσονται στο πλαίσιο βαθιών περικοπών στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το προσωπικό του οποίου έχει μειωθεί κατά περισσότερους από 3.000 υπαλλήλους – πάνω από το 20% του συνολικού δυναμικού – από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης παρουσιάζουν τις αλλαγές ως μια αναγκαία μεταρρύθμιση ενός γραφειοκρατικού και αποκομμένου από την πραγματικότητα κρατικού μηχανισμού. Υποστηρίζουν ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε καταστεί δυσλειτουργικό και παρεμπόδιζε την επίτευξη των στόχων εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι διπλωμάτες, από την άλλη, κάνουν λόγο για πολιτικοποίηση της υπηρεσίας και απομάκρυνση έμπειρων στελεχών, στο πλαίσιο της πολιτικής «America First», η οποία δεν δίνει αξία στην εμπειρία και την εξειδίκευση.
«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη σοβαρότερη κρίση στην 102χρονη ιστορία της αμερικανικής διπλωματικής υπηρεσίας», δηλώνει ο Νικ Μπερνς, ο οποίος υπηρέτησε επί 31 χρόνια στο αμερικανικό διπλωματικό σώμα και τελευταία ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Κίνα, μέχρι την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία πέρυσι.
Οι βετεράνοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρακολουθούν τις εξελίξεις εμβρόντητοι. Η ανησυχία τους δεν αφορά μόνο την απώλεια θέσεων εργασίας και κύρους, αλλά κυρίως αυτό που θεωρούν αποδυνάμωση της αμερικανικής επιρροής, εξαιτίας της απώλειας πολύτιμης εμπειρίας και διπλωματικής γνώσης.
«Η κατάσταση είναι πραγματικά πολύ άσχημη», λέει ο Μπιλ Μπερνς, ο οποίος υπηρέτησε επί 32 χρόνια στο αμερικανικό διπλωματικό σώμα, μεταξύ άλλων ως πρέσβης στη Ρωσία και αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, πριν αναλάβει τη διεύθυνση της CIA επί προεδρίας Μπάιντεν.
Ο Μπερνς εκτιμά ότι οι πολιτικές του Τραμπ προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη ζημιά στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ από ό,τι η εποχή του γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι τη δεκαετία του 1950, όταν η αντικομμουνιστική εκστρατεία του («Red Scare») οδήγησε στην απώλεια πολύτιμης τεχνογνωσίας για την Κίνα.
Πηγή: Financial Times

