Με τις διαπραγματεύσεις για τον νέο επταετή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό (2028-2034) της να εξελίσσονται ήδη στο δυσκολότερο ίσως πολιτικό μέτωπο των επόμενων μηνών, η ιρλανδική προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. καλείται να «γεφυρώσει» τις βαθιές διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών για το ύψος των δαπανών, τις νέες προτεραιότητες της Ενωσης και –κυρίως– τον τρόπο χρηματοδότησής τους.
Από τη μία πλευρά, χώρες όπως η Γαλλία πιέζουν για νέους ίδιους πόρους, που θα ενισχύσουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ενώ αρκετοί καθαροί συνεισφέροντες όπως η Γερμανία παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι σε νέες ευρωπαϊκές φορολογικές πηγές.
Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ιρλανδίας, Τόμας Μπερν, περιέγραψε, σε συνομιλία του σήμερα με ομάδα ευρωπαϊκών μέσων – ανάμεσά τους και η «Κ» – στις Βρυξέλλες, τον ρόλο που φιλοδοξεί να διαδραματίσει η ιρλανδική προεδρία ως «έντιμος διαμεσολαβητής», με στόχο να διαμορφωθεί έως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου ένα πρώτο κοινό διαπραγματευτικό πλαίσιο (nego-box) για τον προϋπολογισμό.
Οπως εξήγησε, η προεδρία εξετάζει ήδη τόσο τις προτάσεις της Κομισιόν, όσο και εκείνες του Ευρωκοινοβουλίου για νέους ίδιους πόρους, αποφεύγοντας, ωστόσο, να προκρίνει συγκεκριμένες επιλογές, όπως ένας ευρωπαϊκός ψηφιακός φόρος.
«Βρισκόμαστε ακόμη στη φάση της καταγραφής των θέσεων των κρατών-μελών», ανέφερε, προαναγγέλλοντας εντατικές διμερείς επαφές με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες το επόμενο διάστημα, ώστε να διαπιστωθεί πού υπάρχουν περιθώρια σύγκλισης.
Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι η «εξίσωση» παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς κάθε νέος ίδιος πόρος θα πρέπει να πληροί τρεις προϋποθέσεις: να αποφέρει ουσιαστικά έσοδα, να μπορεί να εφαρμοστεί εγκαίρως έως το 2028 και να εξασφαλίσει την ομόφωνη έγκριση όλων των κρατών-μελών, καθώς και των εθνικών κοινοβουλίων όπου απαιτείται.
«Θα θέλαμε να βρούμε έναν πόρο που να παράγει μαγικά πολλά χρήματα, αλλά δεν τον έχουμε βρει ακόμη», είπε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στα σενάρια νέου κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού, όπως προτείνει η Ισπανία, σημειώνοντας ότι προς το παρόν δεν διαπιστώνει μεταβολή στις θέσεις των κρατών-μελών και ιδίως, των λεγόμενων «φειδωλών» χωρών του Βορρά.
Το «μομέντουμ» της διεύρυνσης
Παράλληλα με τον προϋπολογισμό, η ιρλανδική προεδρία επιχειρεί να διατηρήσει τη δυναμική, που έχει αποκτήσει το τελευταίο διάστημα η πολιτική διεύρυνσης της Ε.Ε.
Μετά τις διακυβερνητικές διασκέψεις της Τρίτης με την Ουκρανία, τη Μολδαβία, την Αλβανία και το Μαυροβούνιο, ο κ. Μπερν χαρακτήρισε τη διαδικασία «πιο πραγματική από ποτέ» για τις υποψήφιες χώρες και εξέφρασε τη φιλοδοξία να ολοκληρωθούν έως το τέλος του έτους οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις του Μαυροβουνίου, εφόσον ολοκληρωθεί εγκαίρως η απαιτούμενη τεχνική προεργασία.
Για την Ουκρανία και τη Μολδαβία επανέλαβε ότι στόχος της προεδρίας είναι να ανοίξουν όλα τα διαπραγματευτικά κεφάλαια έως το τέλος του χρόνου.
Σε ερώτηση της «Κ» για τη συζήτηση, που έχει ανοίξει εσχάτως στις Βρυξέλλες – μετά την ανταλλαγή non-papers σχετικά με το μέλλον της διεύρυνσης και τις προτάσεις για νέες δικλίδες ασφαλείας ή ενδιάμεσες μορφές συμμετοχής όπως προτείνουν Γαλλία και Γερμανία και απορρίπτουν οι λεγόμενοι «Φίλοι των Δυτικών Βαλκανίων» όπως η Ελλάδα – ο κ. Μπερν απέφυγε να τοποθετηθεί επί της ουσίας των επιμέρους πρωτοβουλιών.
Οπως είπε, όλες οι προτάσεις, που κυκλοφορούν θα τροφοδοτήσουν τη συζήτηση των Ευρωπαίων ηγετών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου, ενώ έως τότε η ιρλανδική προεδρία θα συνεχίσει να εργάζεται με βάση την υφιστάμενη μεθοδολογία διεύρυνσης.
«Η δουλειά μου είναι να προωθήσω την ατζέντα με τις διαδικασίες και το πλαίσιο που ισχύουν σήμερα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο στόχος των υποψήφιων χωρών παραμένει η πλήρης ένταξη στην Ε.Ε.
Ερωτηθείς για τη Σερβία, ο Ιρλανδός υπουργός αναγνώρισε ότι δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλιστεί η αναγκαία ομοφωνία των κρατών-μελών για το άνοιγμα του τρίτου διαπραγματευτικού κεφαλαίου.
Σημείωσε, ωστόσο, ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας παραμένει ανοιχτή, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αρκετές πρωτεύουσες αναμένουν μεγαλύτερη ευθυγράμμιση του Βελιγραδίου με την κοινή εξωτερική πολιτική της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος κυρώσεων κατά της Ρωσίας, προτού υπάρξει περαιτέρω πρόοδος στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

