Τον Ιανουάριο του 2026, ενώ δηλαδή είχε ήδη επιστρέψει στον Λευκό Οίκο ως επανεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ κατέθεσε αγωγή ύψους 10 δισ. δολ. ενάντια στην εφορία (IRS) της χώρας του και στο υπουργείο Οικονομικών, επειδή, όπως κατήγγειλε, είχαν παρανόμως αφήσει να διαρρεύσουν στα ΜΜΕ το 2020, όταν ήταν πρόεδρος ο Τζο Μπάιντεν, οι φορολογικές δηλώσεις του ιδίου, δύο εκ των υιών του και της οικογενειακής επιχείρησης με την επωνυμία Trump Organization.
Τον Μάιο του 2026 οι δύο πλευρές, δηλαδή ο πρόεδρος των ΗΠΑ και η εφορία, η οποία υπάγεται στο υπουργείο Οικονομικών, το οποίο υπάγεται στην κυβέρνηση του προέδρου, έκαναν γνωστό ότι έχουν καταλήξει σε διακανονισμό. Με βάση όσα συμφώνησαν, ο Τραμπ, οι υιοί του και η οικογενειακή επιχείρησή τους θα αποκτούσαν «διά βίου» ασυλία για εκκρεμείς φορολογικούς ελέγχους, όπερ σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν για παλαιότερες φορολογικές υποθέσεις.
Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης συμφωνούσε να προχωρήσει στη σύσταση ενός ταμείου ύψους 1,8 δισ. δολ., τα χρήματα του οποίου θα μοιράζονταν ως αποζημιώσεις σε όσους είχαν βρεθεί στο στόχαστρο ερευνών και διώξεων την τετραετία της προεδρίας του Τζο Μπάιντεν. Υπενθυμίζεται ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε μετά την επανεκλογή του στην προεδρία των ΗΠΑ να «αθωώσει» όσους είχαν συμμετάσχει στα επεισόδια της 6ης Ιανουαρίου 2021 απονέμοντάς τους χάρες. Επειτα από τις χάρες, με βάση την απόφαση για τη σύσταση του ταμείου του 1,8 δισ. δολ., θα μπορούσε να αρχίσει όχι ο ίδιος προσωπικά, αλλά το αμερικανικό ομοσπονδιακό κράτος, με τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων, να τους μοιράζει και αποζημιώσεις. Ωστόσο, τον Ιούνιο του 2026, όταν μια ομοσπονδιακή δικαστής από τη Βιρτζίνια, η Λιόνι Μπρίνκεμα, μπλόκαρε τη σύσταση αυτού του ειδικού ταμείου του 1,8 δισ. δολ., η πλευρά Τραμπ ανακοίνωσε ότι τα σχέδια για τη δημιουργία αυτού του ταμείου αναβάλλονται.
Επιφέροντας νέο πλήγμα στα σχέδια του Τραμπ, μια άλλη ομοσπονδιακή δικαστής, η Καθλίν Γουίλιαμς από το Μαϊάμι, ήρθε αυτή την εβδομάδα, με μια απόφαση 56 σελίδων, να αποδομήσει τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε ο Τραμπ στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, ο Αμερικανός πρόεδρος κινήθηκε κατά τρόπο αθέμιτο με στόχο να αποσπάσει οφέλη για τον ίδιο και τους υποστηρικτές του, ενώ ο δικηγόρος του Αμερικανού προέδρου και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του υπουργείου Δικαιοσύνης παραπέμπονται στους αρμόδιους πολιτειακούς δικηγορικούς συλλόγους για να διαπιστωθεί εάν παραβίασαν τους κανόνες δεοντολογίας.
Σύμφωνα με τη Γουίλιαμς, επιχειρήθηκε «να δοθεί νομιμότητα σε μια συμφωνία που είχε στόχο την παροχή ασυλίας σε άτομα και οντότητες που συνδέονται με τον πρόεδρο». Με βάση την απόφαση της Γουίλιαμς, απαγορεύεται στον Τραμπ, στους υιούς του και στην εταιρεία τους να επικαλεστούν τον διακανονισμό σε μελλοντικές νομικές διαδικασίες. Ως εκ τούτου ακυρώνεται εκείνο το μέρος της συμφωνίας που έδινε στους Τραμπ «διά βίου» ασυλία έναντι εκκρεμών φορολογικών ελέγχων. Οσο για το ταμείο του 1,8 δισ. δολ., κι αυτό αποτελεί πια παρελθόν.

