Η κρίση στην αμερικανική αγορά ουίσκι αποτυπώνεται πλέον όχι μόνο στις πωλήσεις, αλλά και στις αποθήκες του Κεντάκι και του Τενεσί. Εκεί όπου εκατομμύρια γαλόνια ουίσκι παλαιώνουν μέσα σε βαρέλια, περιμένοντας να αποκτήσουν μεγαλύτερη εμπορική αξία, οι τράπεζες ανακαλύπτουν ότι το απόθεμα αυτό είναι πολύ λιγότερο «ρευστό» απ’ όσο έδειχνε στα χρόνια της άνθησης του μπέρμπον.
Η προσφορά αμερικανικού ουίσκι έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ξεπερνώντας τη ζήτηση. Την ίδια ώρα, οι δασμοί έχουν πλήξει τις εξαγωγές, ενώ η κατανάλωση αλκοόλ επιβραδύνεται μετά την πανδημική έκρηξη. Πρόσθετη πίεση ασκούν οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες, από την άνοδο των φαρμάκων απώλειας βάρους έως τη νομιμοποίηση της κάνναβης σε αρκετές αμερικανικές πολιτείες.
Το αποτέλεσμα είναι ότι βαρέλια που κάποτε θεωρούνταν ισχυρό ενέχυρο για δάνεια, αποδεικνύονται δύσκολο να πωληθούν στις τιμές που είχαν υπολογιστεί. Για τις μικρότερες αποσταγματοποιίες, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο. Όπως το έθεσε ο Thomas Mooney, πρώην επικεφαλής της House Spirits Distillery μιλώντας στο Bloomberg, «η θεωρητική αξία των βαρελιών δεν έχει σημασία αν δεν υπάρχουν αγοραστές».
Από τα αποθέματα στα δικαστήρια
Το ζήτημα έχει ήδη φτάσει στις δικαστικές αίθουσες. Οι διαμάχες δεν αφορούν τη γεύση, το branding ή την ποιότητα του προϊόντος, αλλά την αποτίμηση του ουίσκι πριν αυτό είναι έτοιμο να εμφιαλωθεί και να φτάσει στα ράφια.
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση της Uncle Nearest στο Τενεσί. Περίπου 56.000 βαρέλια παλαιωμένου ουίσκι είχαν δοθεί, μαζί με άλλα περιουσιακά στοιχεία, ως εγγύηση για δάνεια περίπου 100 εκατ. δολαρίων από τη Farm Credit Mid-America. Μετά τις καθυστερήσεις πληρωμών που οδήγησαν την εταιρεία σε καθεστώς διαχείρισης, τα βαρέλια έπρεπε να αποτιμηθούν όχι ως ένα μελλοντικό premium προϊόν, αλλά ως ένα προβληματικό ενέχυρο.
Η απόκλιση στις εκτιμήσεις είναι ενδεικτική της κατάστασης. Οι ιδρυτές της Uncle Nearest υποστήριξαν ότι τα βαρέλια θα μπορούσαν να αξίζουν έως 1.495 δολάρια το καθένα, συνολικά περίπου 81,2 εκατ. δολάρια. Ωστόσο, όταν επιχειρήθηκε η πώληση 10.000 βαρελιών προς 1.000 δολάρια το βαρέλι, κατατέθηκε μόνο μία προσφορά: για 1.000 βαρέλια, στα 400 δολάρια το καθένα.
Το δικαστήριο εκτίμησε ότι η αξία της επιχείρησης κυμαίνεται πιθανότατα μεταξύ 50 και 125 εκατ. δολαρίων, ποσό χαμηλότερο από τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της, που φτάνουν περίπου τα 208 εκατ. δολάρια. Οι ιδρυτές της εταιρείας αμφισβητούν την απόφαση περί αφερεγγυότητας και υποστηρίζουν ότι μια αναγκαστική πώληση δεν μπορεί να αποτυπώσει την πραγματική αξία των αποθεμάτων.
«Κακό ενέχυρο» για τις τράπεζες
Ανάλογες πιέσεις καταγράφηκαν και στη χρεοκοπία της Kentucky Owl, η οποία είχε προσφύγει στο Chapter 11 του αμερικανικού πτωχευτικού κώδικα το 2024. Το δικαστήριο απέρριψε σχέδιο εξόδου από την πτώχευση που προέβλεπε την αποπληρωμή της Fifth Third Bank μέσω μεταβίβασης περίπου 30.000 βαρελιών και έτοιμου προϊόντος, για χρέος άνω των 77 εκατ. δολαρίων.
Ο δικαστής επισήμανε ότι οι τιμές βρίσκονται σε μία καθοδική πορεία, καθώς νέες μεγάλες αποσταγματοποιίες αύξησαν περαιτέρω την ήδη υψηλή προσφορά. Βαρέλια που πριν από λίγα χρόνια κόστιζαν περίπου 950 δολάρια για να γεμίσουν, πλέον γεμίζονται σχεδόν στη μισή τιμή, μόνο και μόνο για να διατηρηθεί η παραγωγή σε λειτουργία.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν τα βαρέλια είναι νεαρής ηλικίας. Στην περίπτωση της Kentucky Owl, περίπου τα μισά ήταν κάτω των τεσσάρων ετών, γεγονός που σήμαινε ότι η πώλησή τους ήταν δύσκολη χωρίς μεγάλες εκπτώσεις. Για τις τράπεζες, αυτά τα αποθέματα θεωρούνται πια κάθε άλλο παρά μια σίγουρη εξασφάλιση δανείου.
Πίεση σε όλο τον κλάδο
Η κρίση πλήττει τόσο γνωστά brands όσο και νεότερες εταιρείες που αναπτύχθηκαν με ταχύτητα στη διάρκεια της άνθησης του premium αμερικανικού ουίσκι. Πάνω από 30 αποσταγματοποιίες έχουν καταθέσει αίτηση πτώχευσης από το 2024, ενώ αρκετές μικρότερες επιχειρήσεις έχουν βάλει λουκέτο.
Σύμφωνα με την American Craft Spirits Association, ο αριθμός των ενεργών craft αποσταγματοποιιών στις ΗΠΑ μειώθηκε από 3.069 σε 2.282 μέσα σε διάστημα 12 μηνών από τον Αύγουστο του 2024.
Οι τράπεζες, από την πλευρά τους, δεν θέλουν να βρεθούν με βαρέλια ουίσκι στα χέρια. Η πώλησή τους είναι δύσκολη, οι τιμές πιέζονται και οι αγοραστές είναι περιορισμένοι. Γι’ αυτό μεγάλο μέρος της αγοράς επιλέγει προς το παρόν τη στάση αναμονής, ελπίζοντας σε ανάκαμψη της ζήτησης.
Πηγή: MoneyReview

