Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί από όλες τις πλευρές μετά την έναρξη του εμφύλιου πολέμου στη Μιανμάρ και το στρατιωτικό πραξικόπημα του 2021, ανακοίνωσε σήμερα, Τετάρτη, οργάνωση που ειδικεύεται στην παρακολούθηση των ένοπλων συγκρούσεων.
Ο στρατός ανέτρεψε το 2021 την κυβέρνηση της Αούνγκ Σαν Σου Τσι. Οι διαδηλώσεις κατά της χούντας που ακολούθησαν κατεστάλησαν βίαια από τις δυνάμεις ασφαλείας, όμως οι φιλοδημοκρατικοί ακτιβιστές έφυγαν από τις πόλεις για να πολεμήσουν κατά της στρατιωτικής κυβέρνησης στο πλευρό ένοπλων ομάδων εθνοτικών μειονοτήτων οι οποίες είναι εδώ και χρόνια εχθρικές προς την κεντρική εξουσία.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της αμερικανικής μη κυβερνητικής οργάνωσης Acled (Armed Conflict Location and Event Data), η οποία καταγράφει περιστατικά που αναφέρθηκαν στα μέσα ενημέρωσης, οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει συνολικά 100.114 θανάτους.
Δεν υπάρχει επίσημος απολογισμός και οι εκτιμήσεις ποικίλλουν σημαντικά, όμως οι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή τη σύγκρουση είναι η πιο αιματηρή αυτή τη στιγμή στην Ασία.
«Είναι ένας ατελείωτος πόνος», τόνισε η 49χρονη Θέιν Αγιε Νου, της οποίας ο σύζυγος σκοτώθηκε σε αεροπορική επιδρομή τον Ιούνιο. «Είμαι πολύ θυμωμένη, αλλά δεν ξέρω σε ποιον να απευθυνθώ πια», τόνισε.
1.200 ομάδες ενόπλων
Ο επικεφαλής της χούντας Μιν Αούνγκ Χλάινγκ εξελέγη πρόσφατα πρόεδρος της Μιανμάρ, έπειτα από διαδικασία που χαρακτηρίστηκε από το εξωτερικό ελιγμός για να παραταθεί το στρατιωτικό καθεστώς υπό το πρόσχημα της πολιτικής εξουσίας.
«Αν δεν είχε γίνει πραξικόπημα, τα παιδιά θα πήγαιναν σχολείο», είπε ένας άνδρας από την κεντρική περιοχή Μαγκουάι, του οποίου ο έφηβος γιος σκοτώθηκε πρόσφατα σε μάχη αφού έφυγε για να ενταχθεί σε αντάρτικη ομάδα.
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, περισσότεροι από 3,7 εκατ. άνθρωποι είναι εσωτερικά εκτοπισμένοι στη Μιανμάρ και ένας στους πέντε βρίσκεται σε κατάσταση επισιτιστικής ανασφάλειας.
Η μεγαλύτερη πόλη, η Γιανγκόν, βιώνει σχετική ομαλότητα, αλλά η βία μπορεί εκεί να λάβει τη μορφή σποραδικών δολοφονιών. Αλλες περιοχές γίνονται καθημερινά στόχος αεροπορικών επιδρομών που πραγματοποιούνται από στρατιωτικά αεροσκάφη τα οποία παρέχουν στη Μιανμάρ η Ρωσία και η Κίνα.
Η Acled έχει καταγράψει περισσότερες από 1.200 διαφορετικές ένοπλες ομάδες στον χαοτικό εμφύλιο, τον οποίο χαρακτηρίζει «την πιο κατακερματισμένη σύγκρουση στον κόσμο».
«Η σύγκρουση έχει εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα», σχολίασε ο Σουν Μον Θαντ, αναλυτής της Acled. «Παρατηρούμε περισσότερες σφαγές. Ο στρατός έχει στοχοθετήσει σχολεία, κλινικές, φυλακές…».
«Στέλνονται στον θάνατο»
Η δυναμική της σύγκρουσης μετατοπίζεται ανάμεσα στον στρατό και στους αντάρτες τα τελευταία πέντε χρόνια.
Κοινή επίθεση από αρκετές ομάδες ανταρτών τούς επέτρεψε να σημειώσουν θεαματική πρόοδο στα τέλη του 2023, πλησιάζοντας τη Μανταλέι, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας.
Ομως η κατάσταση άλλαξε υπέρ του στρατού της Μιανμάρ πέρυσι, σύμφωνα με αναλυτές, αφού η Κίνα του προσέφερε την υποστήριξή της και διευκόλυνε την υπογραφή κατάπαυσης του πυρός με δύο από τις πιο ισχυρές εθνοτικές ένοπλες ομάδες.
Το γενικό επιτελείο του στρατού εισήγαγε την υποχρεωτική θητεία τον Φεβρουάριο του 2024 για να ενισχύσει τις τάξεις του, στρατολογώντας βίαια περίπου 50.000 πολίτες.
«Αυτοί οι νεοσύλλεκτοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Είναι σαν να τους στέλνουν απλώς στον θάνατο», δήλωσε 20χρονος άνδρας που λιποτάκτησε έπειτα από έξι μήνες στην πρώτη γραμμή. «Αν δεν πεθάνεις σε ένα μέρος, σε στέλνουν κάπου αλλού».
Ο πόλεμος έχει επηρεάσει έμμεσα και γειτονικές χώρες, όπου έχουν καταφύγει πολλοί πρόσφυγες από τη Μιανμάρ, σε καταυλισμούς στην Ταϊλάνδη ή το Μπανγκλαντές.
Σύμφωνα με παρατηρητές, ένοπλες ομάδες χρηματοδοτούνται από τα έσοδα του λαθρεμπορίου ναρκωτικών, όπως της ηρωίνης και της μεθαμφεταμίνης.
Εξάλλου, οι παραμεθόριες περιοχές έχουν γίνει εστία για διαδικτυακά κέντρα απάτης που συχνά λειτουργούν μέσα από συγκροτήματα τα οποία φυλάσσονται από πολιτοφυλακές.
Με πληροφορίες από AFP, ΑΠΕ – ΜΠΕ

