Διπλωμάτες από όλο τον κόσμο συναντώνται στο Σαράγεβο σήμερα, Τρίτη, σε μια προσπάθεια να επιλύσουν ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ – Ευρώπης, με αφορμή τον διορισμό ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου, ο οποίος θα μπορούσε να ασκήσει ισχυρή επιρροή στο μέλλον της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.
Το πολιτικό «μπρα ντε φερ» αφορά τη θέση του επόμενου Υπατου Εκπροσώπου της διεθνούς κοινότητας, ένα χαρτοφυλάκιο με σημαντικές εξουσίες. Η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί μια ατζέντα με επίκεντρο τις επιχειρήσεις, ενδεχομένως σε βάρος της ευαίσθητης μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας της Βοσνίας.
Πρέσβεις από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και την ΕΕ, καθώς και απεσταλμένοι από τον Καναδά, την Ιαπωνία και την Τουρκία, αναμένεται να συναντηθούν στην πρωτεύουσα της Βοσνίας για να καταβάλουν μια δεύτερη προσπάθεια για συμφωνία για τον νέο Υπατο Εκπρόσωπο, αφού η πρώτη προσπάθεια, στις αρχές Ιουνίου, κατέληξε σε αδιέξοδο εν μέσω έντονων αντιπαραθέσεων.
Ο Σμιτ και ο αμερικανικός αγωγός
Πριν τη συνάντηση αυτή, η κυβέρνηση Τραμπ είχε προκαλέσει αναταραχή στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αφενός αξιώνοντας την απομάκρυνση του νυν ύπατου εκπροσώπου, του Γερμανού Κρίστιαν Σμιτ, αφετέρου αθετώντας μια συμφωνία σύμφωνα με την οποία ο Σμιντ θα παρέμενε στη θέση του μέχρι τις επικείμενες εκλογές στη Βοσνία, τον Οκτώβριο.
Τον Μάιο, ωστόσο, Αμερικανοί αξιωματούχοι αιτήθηκαν την άμεση αποχώρηση του Σμιντ και άρχισαν να προωθούν ενεργά την υποψηφιότητα ενός 76χρονου Ιταλού διπλωμάτη, του Αντόνιο Ζανάρντι Λάντι, προς μεγάλη έκπληξη των περισσότερων άλλων μελών του Συμβουλίου Εφαρμογής της Ειρήνης (PIC), του οποίου η διευθύνουσα επιτροπή πρόκειται να συνεδριάσει την Τρίτη.
Ο Λάντι δεν διαθέτει σημαντική πρότερη εμπειρία ή γνώση της Βοσνίας. Στο παρελθόν, έχει εκφράσει συμπάθεια για τη Σερβία, όπου είχε υπηρετήσει κάποτε ως διπλωμάτης, αλλά δεν έχει δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για τη γειτονική της χώρα.
Παρότι η Ουάσιγκτον δεν έχει αποκαλύψει τους λόγους της «σπουδής» αυτής στις εξελίξεις, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι στο Σαράγεβο εκτιμούν πως ίσως συνδέεται με τη νέα προτεραιότητα των ΗΠΑ στην περιοχή: το πράσινο φως για μια σύμβαση αγωγού φυσικού αερίου, αξίας 1 δισ. δολαρίων, τη «Southern Interconnection». Η σύμβαση αυτή έχει ανατεθεί προσωρινά στην AAFS Infrastructure and Energy, μια εταιρεία με έδρα τις ΗΠΑ που διαθέτει ελάχιστη εμπειρία στον τομέα των υποδομών, αλλά ισχυρούς προσωπικούς δεσμούς με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Τον περασμένο μήνα, η κυβέρνηση Τραμπ παρουσίασε μια νέα πολιτική για τα Βαλκάνια, δηλώνοντας ότι εφεξής οι ενέργειες των ΗΠΑ στην περιοχή θα υπαγορεύονται από τον στόχο των «άμεσων αποδόσεων» για τις αμερικανικές εταιρείες.
Ο Τζιμ Ο’Μπράιεν, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης, σε άρθρο του στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, ανέφερε ότι η ανακοίνωση «αντανακλά αυτό που ήδη συμβαίνει στην περιοχή υπό τη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ», καθώς «Αμερικανοί με πολιτικές διασυνδέσεις επιδιώκουν να κερδίσουν χρήματα αποδυναμώνοντας… τους διεθνείς θεσμούς».
«Αυτή η συμπεριφορά υπονομεύει την ειρήνη που διατηρείται εδώ και 30 χρόνια», δήλωσε ο Ο’Μπράιεν.
Απ’ευθείας ανάθεση
Η σύμβαση για τον αγωγό ανατέθηκε χωρίς διαγωνισμό, γεγονός που προκάλεσε τις προειδοποιήσεις της Ε.Ε πως αυτό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή ένταξη της Βοσνίας και οδήγησε σε μια αντιπαράθεση που κορυφώθηκε με τη διαμάχη γύρω από τον Λάντι και τη θέση του Υπατου Εκπροσώπου.

Ο Λάντι υπηρετεί στη χώρα ως πρέσβης του Κυρίαρχου Στρατιωτικού Τάγματος της Μάλτας στο Βατικανό. Σε επικοινωνία με την εφημερίδα «Guardian», δήλωσε ότι θα ήταν «ανόητο εκ μέρους μου να εμπλακώ στη θερμή συζήτηση», αλλά υποστήριξε ότι το μανιφέστο του με τα «βασικά σημεία και προτεραιότητές» του, το οποίο έχει κυκλοφορήσει μεταξύ των μελών της διευθύνουσας επιτροπής του PIC, ήταν «απόλυτα σύμφωνο με τις ευρωπαϊκές θέσεις».
Στο μανιφέστο του, το οποίο περιήλθε σε γνώση του «Guardian» και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από τον βοσνιακό ιστότοπο ερευνητικής δημοσιογραφίας «Istraga», ο Λάντι υπόσχεται να μην ανατρέψει τα διατάγματα των προηγούμενων Υπατων Εκπροσώπων, να συμβουλεύεται το Συμβούλιο Εφαρμογής της Ειρήνης πριν από τη λήψη ουσιαστικών μέτρων και να μην κλείσει μονομερώς το γραφείο του Υπατου Εκπροσώπου.
Λονδίνο, Παρίσι και Βερολίνο δεν έχουν πειστεί από την εκστρατεία του Λάντι και, από χθες, έχουν ταχθεί υπέρ ενός Γάλλου υποψηφίου, του Ρενέ Τροκάζ, απεσταλμένου της Γαλλίας στα Βαλκάνια.
O θεσμός του Υπατου Εκπροσώπου
Η διαμάχη υπογραμμίζει το πόσο η σημερινή πραγματικότητα της Βοσνίας εξακολουθεί να καθορίζεται από τον πόλεμο του 1992-95 – ο οποίος στοίχισε τη ζωή σε 100.000 ανθρώπους, κυρίως Μουσουλμάνους Βόσνιους που σφαγιάστηκαν από τις σερβικές δυνάμεις και, σε μικρότερο βαθμό, από Κροάτες.
Η ειρηνευτική συμφωνία του Ντέιτον, που επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ στα τέλη του 1995, έθεσε τέλος στην αιματοχυσία, αλλά κατοχύρωσε τον κυρίαρχο ρόλο της εθνοτικής πολιτικής και τη διαίρεση της χώρας σε δύο οντότητες: τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας και την Ομοσπονδία Βοσνίας και Ερζεγοβίνης.
Το γραφείο του Yπατου Εκπροσώπου ιδρύθηκε με σημαντικές εξουσίες για την εποπτεία της συμφωνίας του Ντέιτον και τη συμβολή στην καθοδήγηση της Βοσνίας προς μεγαλύτερη εθνοτική ολοκλήρωση.
Οι διαδοχικοί Yπατοι Εκπρόσωποι, όλοι Ευρωπαίοι, δίσταζαν να ασκήσουν τις εξουσίες τους για να διαμορφώσουν το πολιτικό σύστημα της Βοσνίας, αλλά ο Σμιτ παρενέβη πέρυσι για να ακυρώσει τις αποσχιστικές ενέργειες του Μίλοραντ Ντόντικ, γεγονός που οδήγησε στην απομάκρυνση του εθνικιστή ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας, τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Προς στιγμήν, διαφάνηκε πως η 28ετής κυριαρχία του σκληροπυρηνικού ηγέτη στη Δημοκρατία Σέρπσκα είχε σπάσει, αλλά τους επόμενους μήνες η κυβέρνηση Τραμπ έσπευσε να σώσει τον Ντόντικ, αίροντας ξαφνικά τις κυρώσεις που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Μπάιντεν στον ίδιο και τους συνεργάτες του για διαφθορά και «εθνικιστική ρητορική που υποκινεί τη διχόνοια».
Στους μήνες που ακολούθησαν, κατά τη διάρκεια των οποίων ο γιος του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, επισκέφθηκε την Μπάνια Λούκα, πρωτεύουσα της Σερβικής Δημοκρατίας, ο Ντόντικ έδωσε την έγκρισή του για τον αγωγό «Southern Interconnection». Τα εμπόδια που υπολείπονταν για την προώθηση του έργου ήταν οι ευρωπαϊκές αντιρρήσεις και το γεγονός ότι περίπου το ένα τρίτο του αγωγού θα κατασκευαζόταν σε κρατική ιδιοκτησία.
Η ιδιοκτησία των εδαφών, των δασικών εκτάσεων και των πλούσιων κτηματικών πόρων της Βοσνίας αποτελεί ένα από τα ακανθώδη ζητήματα που έπρεπε να επιλυθούν μετά τον πόλεμο. Ο Ντόντικ επιμένει ότι ό,τι βρίσκεται σε περιοχές υπό σερβικό έλεγχο πρέπει να ανήκει στη Δημοκρατία Σέρπσκα και όχι στο βοσνιακό κράτος.
Ενα πιθανό σενάριο, όπως το περιέγραψε στον Guardian αξιωματούχος του Σαράγεβο, ήταν ότι, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του, ο Λάντι θα εξέδιδε έναν ειδικό νόμο που θα μοίραζε την κρατική περιουσία μεταξύ της Δημοκρατίας Σέρπσκα και της Ομοσπονδίας, κάτι που θα έφερνε τον αγωγό ένα βήμα πιο κοντά στην υλοποίησή του. Στο πρόγραμμα του ο Λάντι δεν έκανε αναφορά στην κρατική περιουσία, αλλά, σύμφωνα με πληροφορίες, ένας αξιωματούχος της εταιρείας AAFS ενημέρωσε κορυφαίους Βόσνιους βουλευτές ότι το ζήτημα θα επιλυόταν εάν και όποτε ο Λάντι αναλάμβανε καθήκοντα ως Υπατος Εκπρόσωπος.
Οι ΗΠΑ απείλησαν να επανεξετάσουν τον «ρόλο τους στην τρέχουσα διεθνή παρουσία» εάν ο Λάντι δεν αναλάμβανε τη θέση κατά τη συνεδρίαση της PIC την Τρίτη. Εως το βράδυ της Δευτέρας, δεν ήταν ακόμη σαφές ποια θέση θα ακολουθήσουν οι Ευρωπαίοι και αν θα υποκύψουν στην πίεση ή θα συσπειρωθούν γύρω από τον Τροκάζ ή έναν νέο υποψήφιο κοινής αποδοχής.
Πηγή: Guardian

