Για μήνες, η αντιμεταναστευτική ρητορική κλιμακωνόταν στη Νότια Αφρική. Στις αρχές Ιουνίου, όμως, έφτασε μέχρι την πόρτα του Καούνγκα Νιρέντα.
Ο 38χρονος κηπουρός από το Μαλάουι, που ζει σε προάστιο του Γιοχάνεσμπουργκ, περιγράφει, σύμφωνα με δημοσίευμα στο CNN, πως δύο άνδρες τον πλησίασαν και του απηύθυναν ένα ανατριχιαστικό τελεσίγραφο: έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα αλλιώς θα έχανε τη ζωή του.
«Με ρώτησαν: “Πότε θα φύγεις από τη χώρα; Θέλουμε να φτιάξουμε τη χώρα μας. Αν δεν φύγεις τώρα, θα φύγεις μέσα σε φέρετρο, γιατί μετά τις 30 Ιουνίου δεν χρειαζόμαστε κανέναν”», αφηγείται.
Η εμπειρία του αντικατοπτρίζει το κύμα ξενοφοβίας που εξαπλώνεται στη χώρα. Τις τελευταίες εβδομάδες, ομάδες διαμαρτυρίας και αυτοαποκαλούμενες ομάδες περιφρούρησης, οι οποίες υποστηρίζουν ότι οι κινητοποιήσεις τους είναι ειρηνικές, έχουν οργανώσει διαδηλώσεις που φαίνεται να πυροδότησαν επιθέσεις εναντίον τόσο νόμιμων όσο και παράτυπων μεταναστών.
Οι ξένοι κατηγορούνται ότι αφαιρούν θέσεις εργασίας από τους Νοτιοαφρικανούς, αυξάνουν την εγκληματικότητα και επιβαρύνουν τις δημόσιες υπηρεσίες.
Η κυβέρνηση απορρίπτει το τελεσίγραφο

Η κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής απέρριψε το λεγόμενο «τελεσίγραφο» που έχουν θέσει αντιμεταναστευτικές οργανώσεις, με το οποίο καλούν τους αλλοδαπούς να εγκαταλείψουν τη χώρα έως τις 30 Ιουνίου, ενώ εντείνονται οι φόβοι για κλιμάκωση της βίας.
Μία από τις οργανώσεις, η March & March, έχει προαναγγείλει μαζικές κινητοποιήσεις εάν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά της, μεταξύ των οποίων, η «άμεση και μαζική απέλαση όλων των παράτυπων μεταναστών».
Ο πρόεδρος της χώρας Σίριλ Ραμαφόζα προειδοποίησε ότι η κυβέρνηση «δεν θα ανεχθεί καμία απόπειρα αποσταθεροποίησης της χώρας», είτε αυτή προέρχεται από διαδηλωτές είτε από οποιονδήποτε άλλο.
Εχει επανειλημμένα καταδικάσει τις επιθέσεις κατά αλλοδαπών, υπογραμμίζοντας ότι δεν εκφράζουν ούτε την κοινωνία ούτε την επίσημη πολιτική της Νότιας Αφρικής. Παράλληλα, απέδωσε τα επεισόδια σε «καιροσκόπους που εκμεταλλεύονται τα πραγματικά προβλήματα των φτωχότερων στρωμάτων, πίσω από το προσωπείο του κοινωνικού ακτιβισμού».
Οι δυνάμεις ασφαλείας, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκονται σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής.
Φόβος και φυγή μεταναστών

Καθώς η ένταση αυξάνεται, η αστυνομία ερευνά σειρά δολοφονιών αλλοδαπών.
Δύο άνδρες από τη Μοζαμβίκη σκοτώθηκαν στα τέλη Μαΐου στο Μόσελ Μπέι, όπου περισσότερες από 50 παράγκες πυρπολήθηκαν. Η κυβέρνηση της Μοζαμβίκης ανακοίνωσε αργότερα ότι συνολικά πέντε πολίτες της έχασαν τη ζωή τους, κάνοντας λόγο για «ξενοφοβικές επιθέσεις».
Παράλληλα, οι αρχές διερευνούν τον θάνατο ενός πολίτη του Μαλάουι, ο οποίος φέρεται να λιντσαρίστηκε από εξαγριωμένο πλήθος σε παραγκούπολη κοντά στο Πιτερμαρίτσμπουργκ. Η επίθεση ανάγκασε εκατοντάδες μετανάστες να αναζητήσουν καταφύγιο σε εκκλησίες και τεμένη.
Με την καταληκτική ημερομηνία της 30ής Ιουνίου να πλησιάζει, ολοένα και περισσότεροι μετανάστες εγκαταλείπουν τις εστίες τους, φοβούμενοι νέες επιθέσεις.
Ενα βίντεο που κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο οποίο εμφανίζεται νεαρός να κρατά ματσέτα και να μετρά αντίστροφα μέχρι την προθεσμία, έχει εντείνει ακόμη περισσότερο την ανασφάλεια.
Ποιοι βρίσκονται πίσω από την εκστρατεία

Η σημερινή ένταση συνδέεται με οργανώσεις όπως η March & March και η Operation Dudula, το όνομα της οποίας στη γλώσσα Ζουλού σημαίνει περίπου «απωθήστε τους» ή «διώξτε τους έξω».
Η Operation Dudula έχει στο παρελθόν στοχοποιήσει επιχειρήσεις αλλοδαπών, έχει διενεργήσει ελέγχους ταυτοτήτων στον δρόμο και έχει επιχειρήσει να εμποδίσει την πρόσβαση μεταναστών στα δημόσια νοσοκομεία.
Κεντρικό πρόσωπο του κινήματος είναι ο Νκοσικόνα Νταμπαντάμπα, γνωστός ως «Phakel’umthakathi», ο οποίος διαθέτει περισσότερους από 1,7 εκατομμύρια ακολούθους στο Facebook και δηλώνει ότι ήταν ο εμπνευστής του τελεσιγράφου της 30ής Ιουνίου.
Σε βίντεο που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο εμφανίζεται να προτρέπει έναν άνδρα από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό να εγκαταλείψει τη χώρα, χωρίς καν να τον ρωτήσει αν βρίσκεται νόμιμα στη Νότια Αφρική.
«Η 30ή Ιουνίου είναι η προθεσμία, αλλά δεν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι τότε. Φύγε τώρα», λέει, προσθέτοντας ότι μετά την ημερομηνία αυτή «δεν θα μπορώ να ελέγξω τον λαό της Νότιας Αφρικής».
Ο ίδιος αρνήθηκε στο CNN ότι οι υποστηρικτές του έχουν εμπλακεί σε βίαιες ενέργειες, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε άλλες ομάδες.
Χιλιάδες αναχωρούν από τη χώρα

Η Υπηρεσία Διαχείρισης Συνόρων της Νότιας Αφρικής ανακοίνωσε ότι μέσα στις τελευταίες δύο εβδομάδες περισσότεροι από 13.000 αλλοδαποί είτε επαναπατρίστηκαν οικειοθελώς είτε απελάθηκαν. Ανάμεσά τους βρίσκονται περίπου 9.000 πολίτες του Μαλάουι, 3.000 από τη Ζιμπάμπουε, 900 από τη Γκάνα και 300 από τη Νιγηρία.
Ο Ραμαφόζα αναγνώρισε ότι η παράτυπη μετανάστευση αποτελεί πρόβλημα, επισημαίνοντας ότι ασκεί πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες και στρεβλώνει την αγορά εργασίας, καθώς ορισμένοι εργοδότες εκμεταλλεύονται φθηνότερο εργατικό δυναμικό. Τόνισε, ωστόσο, ότι οι μετανάστες δεν πρέπει να μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους για τα βαθύτερα οικονομικά προβλήματα της χώρας.
Οι βαθύτερες αιτίες

Περισσότερα από τριάντα χρόνια μετά το τέλος του απαρτχάιντ, η Νότια Αφρική εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολύ υψηλή ανεργία, βαθιές κοινωνικές ανισότητες και ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανθρωποκτονιών στον κόσμο.
Η ανεργία διαμορφώθηκε στο 32% το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τους νέους να πλήττονται περισσότερο.
Παρά τις δυσκολίες, η χώρα εξακολουθεί να αποτελεί προορισμό για εργαζομένους από γειτονικά κράτη, οι οποίοι αναλαμβάνουν χαμηλόμισθες θέσεις στην οικιακή εργασία, την ασφάλεια και τη γεωργία.
Ο ερευνητής του Πανεπιστημίου North-West, Αντρέ Ντιβενχάχε, σημειώνει ότι πολλοί εργοδότες προτιμούν τους μετανάστες επειδή δέχονται χαμηλότερους μισθούς και, ως μη πολίτες, απολαμβάνουν λιγότερες εργασιακές προστασίες.
Γνώριμος κύκλος ξενοφοβικής βίας

Οι επιθέσεις κατά μεταναστών δεν είναι καινούργιο φαινόμενο στη Νότια Αφρική. Το 2008 ξέσπασε ένα από τα χειρότερα κύματα ξενοφοβικής βίας, με τουλάχιστον 62 νεκρούς και χιλιάδες εκτοπισμένους, ενώ νέα επεισόδια σημειώθηκαν το 2015 και το 2019.
Σήμερα ζουν στη χώρα περισσότεροι από τρία εκατομμύρια μετανάστες, περίπου το 5% του πληθυσμού, κυρίως από τη Ζιμπάμπουε, τη Μοζαμβίκη και το Μαλάουι.
Ο επιχειρηματίας Τόνιε Ιριμς εκτιμά ότι η βία στρέφεται κυρίως εναντίον φτωχών μαύρων Αφρικανών μεταναστών, ενώ οι οικονομικά ισχυρότεροι αλλοδαποί και οι λευκοί κάτοικοι σπάνια γίνονται στόχοι.
Κατά την άποψή του, η οικονομική εξουσία εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε μια εύπορη λευκή μειονότητα αφρικάνερ, γεγονός που αφήνει πολλούς μαύρους Νοτιοαφρικανούς χωρίς ουσιαστικές προοπτικές. Αντί όμως να στρέφουν την οργή τους απέναντι στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, συχνά την εκτονώνουν σε ευάλωτους μετανάστες.
«Γιατί πολεμάς κάποιον που πεινά όπως κι εσύ;»
Για τον Καούνγκα Νιρέντα, οι κινητοποιήσεις είναι βαθιά υποκριτικές, καθώς στοχοποιούν αποκλειστικά φτωχούς μαύρους Αφρικανούς.
Επειτα από 16 χρόνια ζωής στη Νότια Αφρική, αποφάσισε να επιστρέψει στο Μαλάουι.
«Εχουν κινητοποιηθεί ενάντια στους φτωχούς μαύρους Αφρικανούς», λέει, προσθέτοντας: «Γιατί να πολεμάς κάποιον που πεινά όπως κι εσύ, αφήνοντας στο απυρόβλητο εκείνους που συγκέντρωσαν όλο τον πλούτο;».
Πηγή: CNN

