Ενώ η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου είχε ως στόχους – όπως προβλήθηκε στην αρχή – την ανατροπή του θεοκρατικού ιρανικού καθεστώτος και την πλήρη καταστροφή του πυρηνικού του προγράμματος, ο πόλεμος εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά κι αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα στο περιεχόμενο του Μνημονίου Κατανόησης μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Ως κυρίαρχα θέματα αναδεικνύονται το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, η άρση των διεθνών κυρώσεων, η διεθνής εποπτεία του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και… ο Λίβανος, σε απόσταση μεγαλύτερη των 2.000 χιλιομέτρων από τον Κόλπο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η συγκεκριμένη χώρα αναφέρεται τρεις φορές στο πρώτο σημείο του μνημονίου. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ο “άμεσος και μόνιμος τερματισμός των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου”. Πού οφείλεται λοιπόν η συμπερίληψή του, προφανώς κατ’απαίτηση της Τεχεράνης, στην κατ’αρχήν συμφωνία της 17ης Ιουνίου;
Οι ηγεμονικές βλέψεις του Ιράν
Μια πρώτη και απαραίτητη διευκρίνιση είναι ότι το Ιράν ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για το σύνολο του Λιβάνου παρά μόνο για την Χεζμπολάχ που είναι η κυρίαρχη δύναμη στις νότιες συνοικίες της Βηρυτού, όπως και στα εδάφη έως τα σύνορα με το Ισραήλ. Εδώ και τέσσερις δεκαετίες η σιιτική παραστρατιωτική οργάνωση αποτελεί βασικό πυλώνα της στρατηγικής του ιρανικού καθεστώτος για “εξαγωγή της ισλαμικής επανάστασης” και την προβολή της περιφερειακής ισχύος του.
Μετά την πτώση της κυβέρνησης Ασαντ στη Συρία στα τέλη του 2024, η Χεζμπολάχ παραμένει ο ισχυρότερος “πληρεξούσιος” της Τεχεράνης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Συνεπώς, αποτελεί στρατηγικό στόχο του Ιράν η διάσωση του πολυτιμότερου συμμάχου του που είναι ένα μόνιμο αγκάθι στο πλευρό του Ισραήλ. Για την Τεχεράνη, ο νότιος Λίβανος αποτελεί έναν προκεχωρημένο σταθμό δίπλα στον αιώνιο εχθρό της – ή ο,τι περίπου είναι για τη Μόσχα ο θύλακας του Καλίνινγκραντ δίπλα σε χώρες μέλη του ΝΑΤΟ.
Σημειώνεται ότι το ιρανικό καθεστώς βλέπει με μεγάλη καχυποψία τις τρέχουσες συνομιλίες στην Ουάσιγκτον μεταξύ του Ισραήλ και της κυβέρνησης του Λιβάνου. Ένα από τα βασικά θέματα υπό συζήτηση είναι ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ και ο περιορισμός της επιρροής της στη χώρα. Κι αυτό διότι μια σταθερή ειρηνευτική διευθέτηση στον Λίβανο θα έθετε αναπόφευκτα το ερώτημα γιατί η σιιτική οργάνωση χρειάζεται ανεξάρτητο στρατό και θα απειλούσε τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής της.
Επιπροσθέτως, η Τεχεράνη ανησυχεί ότι μια επιτυχής έκβαση της διαπραγμάτευσης μεταξύ του Ισραήλ και του Λιβάνου θα μπορούσε σε βάθος χρόνου να οδηγήσει σε διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ, κάτι που θα περιόριζε σημαντικά την επιρροή του Ιράν σε περιφερειακή κλίμακα. Επομένως, για το Ιράν η Χεζμπολάχ δεν είναι απλώς ένας σύμμαχος – είναι το σημαντικότερο εξωτερικό του “χαρτί”, μια λέξη που αρέσκεται να χρησιμοποιεί ο Ντόναλντ Τραμπ.
Συγχρόνως, αξιώνοντας να σταματήσουν οι εχθροπραξίες στον Λίβανο ή, ακριβέστερα, τα ισραηλινά πλήγματα στη Χεζμπολάχ, η Τεχεράνη φέρνει στο φως τις αποκλίνουσες στρατηγικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Είναι αναμφισβήτητη επιτυχία του Ιράν το γεγονός ότι έχει αναδείξει την δύσκολη θέση, στην οποία έχουν περιέλθει οι ΗΠΑ και το Ισραήλ τέσσερις μήνες μετά την έναρξη ενός πολέμου χωρίς σαφείς και εναρμονισμένους στρατηγικούς στόχους.
Τέλος, αλλά χωρίς να είναι ήσσονος σημασίας, το θεοκρατικό καθεστώς συνδέεται στενά με τη Χεζμπολάχ λόγω της ταύτισής της με το αυστηρό δόγμα shahadat (“θάνατος για την πίστη”) του Ιράν. Αυτό δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για τους Χούθι της Υεμένης, αλλά ούτε και για τον έκπτωτο πλέον πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ, ο οποίος είναι Αλεβίτης.
Οι τακτικοί ελιγμοί της Τεχεράνης
Σε επίπεδο δε τακτικής, η ιρανική ηγεσία έχει αναγάγει το θέμα του Λιβάνου στο ύψος των άλλων προτεραιοτήτων της, όπως είναι το πυρηνικό της πρόγραμμα, ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ ή η εξασφάλιση πόρων για την ανοικοδόμηση του Ιράν. Πρόκειται για μια επιλογή που βασίζεται σε ολοφάνερη σκοπιμότητα και σχετίζεται με το ασίγαστο μίσος μεταξύ της Χεζμπολάχ και του Ισραήλ.
Υψηλόβαθμοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν δηλώσει κατ’επανάληψη ότι τα στρατεύματά τους θα παραμείνουν στον νότιο Λίβανο για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί, μέχρις ότου αφοπλιστεί η Χεζμπολάχ. Ωστόσο, αυτό το ενδεχόμενο δεν μοιάζει ρεαλιστικό, καθώς οι ηγέτες της σιιτικής οργάνωσης απορρίπτουν κατηγορηματικά την προοπτική του αφοπλισμού και, μάλιστα, έχουν καλέσει την κυβέρνηση του Λιβάνου να αποσυρθεί από τις συνομιλίες με το Ισραήλ στην αμερικανική πρωτεύουσα.
Ενώ οι συγκρούσεις στα νότια τμήματα της χώρας έχουν υποχωρήσει τις τελευταίες μέρες, η εκεχειρία παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Δεδομένου ότι είναι απίθανο το Ισραήλ να κάνει εκπτώσεις ως προς την εθνική ασφάλειά του και να σταματήσει τις πολεμικές επιχειρήσεις στον Λίβανο, η Τεχεράνη θα έχει το πρόσχημα ανά πάσα στιγμή να διακόπτει την διαπραγμάτευση στην Ελβετία, ισχυριζόμενη – όχι αβάσιμα – πως η ισραηλινή κυβέρνηση τορπιλίζει την εφαρμογή του Μνημονίου Κατανόησης. Αυτή η δυνατότητα απορρέει από το σημείο 13 του εγγράφου, όπου αναφέρεται ρητά πως οι διαπραγματεύσεις για την τελική συμφωνία θα ξεκινήσουν “υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει αρχίσει η εφαρμογή των παραγράφων 1, 4, 5, 10 και 11”.
Υπ’αυτήν την έννοια, η επιμονή της Τεχεράνης στον Λίβανο είναι ταυτόχρονα ουσιαστική ως προς το στρατηγικό σκέλος των επιδιώξεών της, όσο ακριβώς και παρελκυστική σε επίπεδο τακτικής. Κατά τρόπο έξυπνο μεν, αλλά και απροκάλυπτα κυνικό, το καθεστώς του Ιράν χρησιμοποιεί την πολύπαθη χώρα της Ανατολικής Μεσογείου για λόγους καθαρά ιδιοτελείς, ως πιόνι στη γεωπολιτική σκακιέρα της περιοχής.
*Ο Πλάμεν Τόντσεφ είναι επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών,
Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

