Πριν από 66 χρόνια, η έγκριση του αντισυλληπτικού χαπιού από την Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) έδωσε πρώτη φορά στις γυναίκες ουσιαστική ελευθερία στη διαχείριση του σώματός τους.
Το χάπι αποσύνδεσε άμεσα το σεξ από την αναπαραγωγή ενώ οι γυναίκες δεν χρειάζονταν πλέον τη συνεργασία ενός άνδρα για τον έλεγχο της τεκνοποίησης.
«Η εισαγωγή του τη δεκαετία του 1960 έδωσε στις Αμερικανίδες αυτόν τον άνευ προηγουμένου έλεγχο πάνω στην τεκνοποίηση και στη μετέπειτα πορεία της ζωής τους», ανέφερε η Σούζαν Μπελ από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Johns Hopkins.
Η μεγαλύτερη υποστηρίκτρια του αντισυλληπτικού χαπιού ήταν βέβαια μια γυναίκα. Η Μάργκαρετ Σάνγκερ συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξή του, μαζί με την οικονομική υποστήριξη της φίλης της και φιλάνθρωπου, Κάθαριν Ντέξτερ Μακ Κόρμικ. «Καμία γυναίκα δεν μπορεί να αποκαλεί τον εαυτό της ελεύθερο έως ότου μπορέσει να επιλέξει συνειδητά αν θα γίνει ή όχι μητέρα», έλεγε η Σάνγκερ.

Οι βιολόγοι Γκρέγκορι Πίνκους και Μιν Τσουέ Τσανγκ καθώς και ο γυναικολόγος Τζον Ροκ βρίσκονται πίσω από την επιστημονική ανάπτυξη των αντισυλληπτικών. Το χάπι χρησιμοποιεί συνθετικές ορμόνες προγεστερόνης και οιστρογόνων για την πρόληψη της εγκυμοσύνης, κυρίως εμποδίζοντας την ωορρηξία αλλά και πυκνώνοντας την τραχηλική βλέννα, ώστε να δυσχεραίνεται η είσοδος του σπέρματος στη μήτρα. Οταν χρησιμοποιείται σωστά, αποτρέπει την εγκυμοσύνη στο 99% των περιπτώσεων.
Μέσα σε μόλις δύο χρόνια από την κυκλοφορία του, περισσότερες από ένα εκατομμύριο Αμερικανίδες το χρησιμοποιούσαν. Οπως ήταν αναμενόμενο, ακολούθησαν σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Οι ερευνητές έχουν συνδέσει το χάπι με την καθυστέρηση του γάμου, την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των γυναικών και τη μεγαλύτερη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, συνέβαλε καθοριστικά και στη σεξουαλική επανάσταση των δεκαετιών του 1960 και του 1970.
Το χάπι προκάλεσε, ωστόσο, και έντονες αντιδράσεις. Τη δεκαετία του 1960, ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ το καταδίκασε, ενώ πολλές πολιτείες των ΗΠΑ απαγόρευσαν τα αντισυλληπτικά. Οι παντρεμένες γυναίκες εξαιρέθηκαν από τις κρατικές απαγορεύσεις το 1965, όμως για τις ανύπαντρες η απαγόρευση παρέμεινε σε ισχύ σε ορισμένες πολιτείες επί αρκετά χρόνια.
Πιο πρόσφατα, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που κατήργησε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην άμβλωση, ορισμένοι εξέφρασαν ανησυχίες ότι θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση και η πρόσβαση στα αντισυλληπτικά.

«Οποτε μια συσκευή ή μια μέθοδος προσφέρει στις γυναίκες μεγαλύτερη αναπαραγωγική ή σεξουαλική αυτονομία, πάντα υπάρχουν ομάδες που αντιδρούν και ασκούν πίεση», τονίζει η Σούζαν Μπελ.
Σήμερα, πάντως, τα αντισυλληπτικά χρησιμοποιούνται από τουλάχιστον οκτώ εκατομμύρια γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξακολουθώντας να διαμορφώνουν ζωές και να αποτελούν ένα από τα πιο καθοριστικά επιτεύγματα στην ιστορία της γυναικείας χειραφέτησης.

