«Ο πόλεμος του Τραμπ λήγει με την απόλυτη ήττα… Είναι ένας ταπεινωτικός ξεπεσμός για τον ίδιο και τη χώρα του». Με αυτά τα λόγια υποδέχθηκε η σύνταξη των New York Times την προκαταρκτική συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Την άποψη αυτή συμμερίζονται όχι μόνον οι πολιτικοί αντίπαλοι του προέδρου, αλλά και η συντριπτική πλειονότητα των αμερικανικών ελίτ. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι είπε ότι «ο Ρίγκαν θα στριφογυρίζει στον τάφο του», διεκτραγωδώντας τη «χειρότερη γκάφα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και δεκαετίες».
Απειλές και συνθηκολόγηση
Τρεις μήνες νωρίτερα, ο Τραμπ απαιτούσε «άνευ όρων παράδοση» του Ιράν, απειλώντας ότι θα το γύριζε «στη λίθινη εποχή» και θα κατέστρεφε «έναν ολόκληρο πολιτισμό» αν δεν ικανοποιούσε τους όρους του: ολοκληρωτική διάλυση του πυρηνικού προγράμματος και του οπλοστασίου βαλλιστικών πυραύλων, διακοπή της στήριξης Χεζμπολάχ, Χαμάς και Χούθι.
Οικονομική καταστροφή – Ο Τραμπ παραδέχτηκε ότι έτρεμε στην ιδέα να περάσει στην Ιστορία πλάι στον Χέρμπερτ Χούβερ, τον πρόεδρο του μεγάλου κραχ του 1929. «Δεν ήθελα να παρακολουθήσω μια οικονομική καταστροφή. Θα μέναμε από πετρελαϊκά αποθέματα μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Τα ανά τον κόσμο αποθέματα θα εξαντλούνταν», εξήγησε.
Την περασμένη Τετάρτη, όμως, υποχρεώθηκε να υπογράψει μια έστω προκαταρκτική συμφωνία χωρίς να έχει πετύχει κανέναν από αυτούς τους στόχους. Το μοναδικό πράγμα για το οποίο καυχήθηκε ήταν το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, δηλαδή η λύση ενός προβλήματος που δεν υπήρχε πριν από τις 28 Φεβρουαρίου.
Το σοκ από την αποκάλυψη του μνημονίου συνεννόησης που υπέγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος την περασμένη Τετάρτη έγινε ακόμη πιο έντονο από τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε. «Δεν ήθελα να παρακολουθήσω μια οικονομική καταστροφή», είπε χαρακτηριστικά, ομολογώντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι έτρεμε στην ιδέα να περάσει στην Ιστορία πλάι στον Χέρμπερτ Χούβερ, τον πρόεδρο του μεγάλου κραχ του 1929.
«Θα μέναμε από πετρελαϊκά αποθέματα μέσα σε τέσσερις εβδομάδες πάνω – κάτω. Τα ανά τον κόσμο αποθέματα θα εξαντλούνταν», προσέθεσε, αναγνωρίζοντας ότι το Ιράν κατάφερε να κρατάει όμηρο την παγκόσμια οικονομία με το κλείσιμο των Στενών και ότι ο φοβερός και τρομερός αμερικανικός στρατός αποδείχθηκε ανίκανος να λύσει το πρόβλημα.
Για τους βαλλιστικούς πυραύλους του Ιράν ο Τραμπ είχε τώρα ωριμότερες σκέψεις: «Πρέπει να έχουν κάποιους πυραύλους γιατί και οι άλλοι έχουν. Πώς να αφήσω τη Σαουδική Αραβία να έχει πυραύλους και το Ιράν όχι;». Για τα δεσμευμένα κεφάλαια του Ιράν: «Αυτά τα χρήματα είναι δικά τους, επομένως οφείλουμε να τα επιστρέψουμε, έτσι δεν είναι;». Για τη δυνατότητα του Ιράν να εμπλουτίζει ουράνιο: «Οταν άλλα κράτη έχουν αυτή τη δυνατότητα, είναι λίγο σκληρό να τους πούμε ότι αυτοί δεν θα μπορούν να το κάνουν για να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια. Πρέπει να έχουμε λίγη κοινή λογική».
Αποκορύφωμα ήταν η νέα άποψή του για το καθεστώς της Τεχεράνης. Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τους Ιρανούς ηγέτες «έξυπνους», «όχι ριζοσπαστικοποιημένους» και «ισχυρές» προσωπικότητες, που «θέλουν το καλό της χώρας τους», ενώ προηγουμένως είχε χαρακτηρίσει τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου «δύσκολο τύπο», που «δεν έχει fucking κρίση», για να προσθέσει: «Δεν είναι ανάγκη να κατεδαφίζεις ολόκληρη πολυκατοικία κάθε φορά που ψάχνεις ένα άτομο της Χεζμπολάχ».
Οι όροι
Η ουσία αλλά και η φρασεολογία του μνημονίου, ενός σύντομου κειμένου δύο σελίδων και 14 σημείων, δημιουργεί τη βάσιμη υπόνοια ότι πρόκειται για κείμενο που γράφτηκε στην Τεχεράνη και εγκρίθηκε, με οριακές τροποποιήσεις, από την Ουάσιγκτον. Το σημείο 1 αναφέρει τρεις φορές μέσα σε επτά γραμμές ότι οι εχθροπραξίες πρέπει να σταματήσουν αμέσως και στον Λίβανο, ικανοποιώντας τον αδιαπραγμάτευτο όρο του Ιράν που θέλει να προστατέψει τη Χεζμπολάχ. Το σημείο 2 μιλάει για «μη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων» – και μάλλον δεν αναφέρεται σε προσπάθειες της Τεχεράνης για αλλαγή καθεστώτος στην Ουάσιγκτον. Το σημείο 4 λέει ότι η Αμερική θα άρει αμέσως τον ναυτικό αποκλεισμό και «δεσμεύεται να απομακρύνει τις δυνάμεις της από τον περίγυρο της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν εντός 30 ημερών από την υπογραφή τελικής συμφωνίας».
Ασφαλώς ο Τραμπ θα επιδιώξει να εξασφαλίσει, στις νέες διαπραγματεύσεις που ήδη ξεκίνησαν, μια συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα έστω και οριακά καλύτερη για τις ΗΠΑ, από εκείνη που πέτυχε ο Ομπάμα το 2015. Δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα τα καταφέρει. Ενώ διερρήγνυε τα ιμάτιά του για το 1,7 δισ. δολάρια που εισέπραξε η Τεχεράνη από εκείνη τη συμφωνία, το μνημόνιο που υπέγραψε προβλέπει τη συγκρότηση ταμείου επενδύσεων, από το οποίο το Ιράν θα εισπράξει 300 δισ. για την ανοικοδόμηση των υποδομών του – πέρα από την απελευθέρωση των «παγωμένων» κεφαλαίων και την άρση όλων των αμερικανικών κυρώσεων.
Αλλά και στο θέμα του Ορμούζ προβλέπεται στο σημείο 5 ότι «η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα διεξαγάγει διάλογο με το σουλτανάτο του Ομάν», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής τελών, δηλαδή διοδίων με άλλο όνομα, κάτι που, αν συμβεί, θα πρόκειται για παγκόσμιας σημασίας εξέλιξη. Θυμίζουμε ότι ο Τόμας Τζέφερσον κήρυξε, το 1801, την πρώτη ναυτική εκστρατεία της νεαρής Αμερικής έξω από το δυτικό ημισφαίριο (πρώτος πόλεμος της Μπαρμπαριάς) για να εξασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο.
Δεν τα κατάφεραν
Ο δρόμος για την οριστική συμφωνία ειρήνευσης παραμένει ναρκοθετημένος, όπως έδειξε η αναβολή των προγραμματισμένων για την Παρασκευή διαπραγματεύσεων στη Γενεύη, όπου επρόκειτο να μεταβεί και ο Τζέι Ντι Βανς, λόγω των ισραηλινών επιθέσεων στον Λίβανο. Για την ώρα, όμως, τα αποτελέσματα της επιχείρησης «Επική Οργή» διαγράφονται ολέθρια για τους εμπνευστές της.
Ηταν ένα νέο Βιετνάμ – «Στρατηγική καταστροφή πολύ μεγαλύτερης σημασίας από την ήττα στον πόλεμο του Βιετνάμ» χαρακτηρίζει τη σύγκρουση με το Ιράν ο αρθρογράφος του Foreign Policy Πολ Μασγκρέιβ. Ο ισχυρότερος στρατός και η ισχυρότερη κατασκοπεία του κόσμου απέτυχαν απέναντι σε έναν θεωρητικά πολύ ασθενέστερο αντίπαλο.
Ο αρθρογράφος του Foreign Policy Πολ Μασγκρέιβ εκτιμά ότι πρόκειται για «στρατηγική καταστροφή πολύ μεγαλύτερης σημασίας από την ήττα στον πόλεμο του Βιετνάμ». Το γεγονός ότι ο ισχυρότερος στρατός του κόσμου, ο αμερικανικός, σε συνεργασία με την ισχυρότερη κατασκοπεία του κόσμου, την ισραηλινή, δεν κατάφεραν να υποτάξουν έναν πολύ ασθενέστερο, θεωρητικά, αντίπαλο αποτελεί σημείο ιστορικής καμπής.
Στη Μέση Ανατολή, το Ιράν, παρά τις καταστροφές που υπέστη, εδραιώνεται ως ισχυρή περιφερειακή δύναμη, την οποία ουδείς μπορεί να αγνοεί. Οι αραβικές χώρες του Κόλπου, που υπέστησαν τις μεγαλύτερες καταστροφές από τον πόλεμο των Αμερικανών και των Ισραηλινών και είδαν να τινάζεται στον αέρα το μοντέλο που τις ήθελε οάσεις ασφάλειας και μαγνήτες επενδύσεων, θα επανεξετάσουν τη μονόπλευρη εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ (και το Ισραήλ στις περιπτώσεις των Εμιράτων και του Μπαχρέιν). Ηδη η προθυμία τους να προχωρήσουν σε βαθύτερη οικονομική ενοποίηση με το Ιράν μέσω του ταμείου επενδύσεων, όπως και η θεαματική σύσφιγξη των σχέσεων Ριάντ – Μόσχας, λέει πολλά.
Αντίθετα, το Ισραήλ βρίσκεται περισσότερο απομονωμένο από κάθε άλλη φορά και μάλλον δεν θα αποφύγει ορισμένο εξορθολογισμό της πολύ ειδικής σχέσης του με τις ΗΠΑ. Ο Μπιλ Κλίντον βγήκε από την πρώτη συνάντησή του με τον Νετανιάχου, το 1996, βγάζοντας καπνούς και φωνάζοντας στους συνεργάτες του: «Ποιος νομίζει ότι είναι αυτός ο fucking τύπος; Ποια είναι η fucking υπερδύναμη εδώ πέρα;». Η απάντηση ήρθε, 30 χρόνια μετά, από τον Ντόναλντ Τραμπ στη σύνοδο του G7, στο Εβιάν: «Εμείς είμαστε ο μεγάλος εταίρος και αυτοί (το Ισραήλ) είναι ο μικρός».
Ενεργειακή στροφή
Σε παγκόσμια κλίμακα, το θρίλερ των προηγούμενων μηνών θα επιταχύνει τη στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ή και την πυρηνική ενέργεια, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τα ευεπίφορα σε γεωπολιτικούς κλονισμούς ορυκτά καύσιμα. Η εξέλιξη αυτή θα ευνοήσει κυρίως την Κίνα, που είναι πρωτοπόρος σε όλα τα πεδία της πράσινης ενέργειας, ενώ η Αμερική με το «drill baby, drill» του Τραμπ είναι ουραγός. Η ιρανική κρίση θα φέρει μεγάλες ανατροπές και στα πεδία των εξοπλισμών, αφού (μαζί με την ουκρανική) κατέδειξε την αδυναμία του ισχυρού και τη δύναμη του αδυνάμου, με τα drones να αναχαιτίζουν αποτελεσματικά αεροπλανοφόρα (ή τεθωρακισμένα).
Η αρθογράφος των New York Times Μισέλ Γκόλντμπεργκ έγραψε πρόσφατα ότι η επιλογή του Τραμπ να μετατρέψει τον περίβολο του Λευκού Οίκου σε καρικατούρα Κολοσσαίου, με ευτελή επίδειξη μονομάχων στην επέτειο των 250 χρόνων της Δημοκρατίας, ήταν «μια φαντασμαγορική επίδειξη αμερικανικής παρακμής». Στο κλασικό έργο του «Η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων» ο Πολ Κένεντι αναδεικνύει τη στρατιωτική υπερεπέκταση, πέραν των οικονομικών και κοινωνικών ορίων κάθε αυτοκρατορίας, από την εποχή της Ρώμης και μετά, ως τη βασική αιτία της παρακμής της. Ο Ντόναλντ Τραμπ γράφει αυτόν τον καιρό άλλο ένα διδακτικό κεφάλαιο.

