Για την πλειονότητα των ανθρώπων, η αναρρίχηση του ψηλότερου βουνού της Αφρικής, φαντάζει ένας ανέφικτος άθλος.
Για τον Σπένσερ Γουέστ, έναν άνθρωπο χωρίς κάτω άκρα, τίποτα δεν είναι ανέφικτο. Ή, όπως το θέτει ο ίδιος, τα πάντα είναι εφικτά.
«Γεννήθηκα με μια σπάνια γενετική ασθένεια που ονομάζεται αγενεσία του ιερού οστού (σ.σ.: sacral agenesis, σπάνια συγγενής πάθηση όπου απουσιάζει ή είναι ατροφικό το κατώτερο τμήμα της σπονδυλικής στήλης), πράγμα που σήμαινε ότι τα πόδια μου δεν λειτουργούσαν. Οταν ήμουν πέντε ετών, υποβλήθηκα σε χειρουργική επέμβαση για την ακρωτηριασμό τους. Οι γιατροί είπαν στους γονείς μου ότι ίσως να μην μπορούσα ποτέ να ζήσω όρθιος, πόσο μάλλον να γίνω ένα λειτουργικό μέλος της κοινωνίας – αλλά ως παιδί ήθελα να δοκιμάσω τα πάντα, και η μαμά μου και ο μπαμπάς μου με ενθάρρυναν πολύ», συνοψίζει ο ίδιος τη 45χρονη ζωή του.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
«Εμαθα να κινούμαι στον κόσμο περπατώντας με τα χέρια μου. Είχα επίσης αναπηρικό αμαξίδιο, ή περιπλανιόμουν στη γειτονιά μας στο Ουαϊόμινγκ με σκέιτμπορντ, ακριβώς όπως τα άλλα παιδιά», περιγράφει.
«Σπούδασα στο πανεπιστήμιο της Γιούτα και αποφοίτησα με πτυχίο στην επικοινωνία, σε μια εξαιρετικά δύσκολη αγορά εργασίας το 2003. Εργαζόμουν στον τομέα εξυπηρέτησης πελατών, αλλά αναζητούσα ένα βαθύτερο νόημα στη ζωή μου. Τότε, το 2008, ένας φίλος με προσκάλεσε να συμμετάσχω σε ένα εθελοντικό ταξίδι στην Κένυα με μια μη κερδοσκοπική οργάνωση».
Οπως εξηγεί ο ίδιος, εκεί είδε έναν άλλο κόσμο και συνάντησε ανθρώπους που ενδιαφέρθηκαν για την ιστορία του. Κάπως έτσι άρχισε να εργάζεται ως ομιλητής της οργάνωσης. Μετακόμισε στο Τορόντο και έκανε ταξίδια σε όλο τον κόσμο, διηγούμενος τη ζωή του και ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να βρουν το κίνητρο που τους λείπει και κάνουν τη διαφορά. «Παρόλα αυτά, συνέχισα να σκέφτομαι πως εγώ ο ίδιος δεν το έχω κάνει αυτό», εξομολογείται στον Guardian.
Το 2011, ο ιδρυτής της οργάνωσης στην οποία εργαζόταν, τού είπε πως κατάφερε να κατακτήσει το Κιλιμάντζαρο, ρωτώντας τον αν ενδιαφερόταν. «Νόμιζα ότι τρελάθηκε, αλλά μέσα σε λίγες μέρες άρχισα να αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να το κάνω».
Ζήτησε από δύο φίλους του, τον Αλεξ και τον Ντέιβιντ, να τον συνοδεύσουν και πέρασε τον επόμενο χρόνο προετοιμαζόμενος, με γιατρούς, έναν ειδικό στην ορειβασία, τον προσωπικό του γυμναστή και τον εργοδότη του. Τον Ιούνιο του 2012, επιβιβάστηκε στην πτήση για την Τανζανία.

«Την πρώτη μέρα, ο καιρός ήταν καλός· ήμασταν ενθουσιασμένοι. Φορούσα γάντια κωπηλασίας με επένδυση και σκόπευα να ανέβω το μισό της διαδρομής με τα χέρια μου και το άλλο μισό με αναπηρικό αμαξίδιο – αλλά το αμαξίδιο ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθεί σε αυτό το έδαφος. Σε διάστημα επτά ωρών, έκανα το 80% της ανάβασης με τα χέρια μου, ενώ η σκόνη με χτυπούσε στο πρόσωπο. Ολοι το βρήκαμε πιο δύσκολο από ό,τι περιμέναμε και ανησυχούσαμε για τη δεύτερη μέρα», περιγράφει.
Παρά τις δυσκολίες, ο Γουέστ και η ομάδα βρήκαν τον ρυθμό τους, συνεχίζοντας την πορεία προς την κορυφή, εκ περιτροπής στο αναπηρικό αμαξίδιο και με τα χέρια.
«Την έκτη μέρα, καθώς κατευθυνόμασταν προς την κορυφή των 5.895 μέτρων, υπήρχε χιόνι και πάγος, καθώς και ισχυροί άνεμοι. Ενιωθα σαν να έκανα ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω. Εβαλα πιο χοντρά γάντια. Το έδαφος ήταν δύσκολο, η κλίση απότομη και το υψόμετρο σε άφηνε χωρίς ανάσα. Οι φίλοι μου έκαναν εμετό, αλλά εγώ ήμουν εντάξει – αστειευόμασταν ότι αυτό οφειλόταν στο ύψος μου».
«Η ημέρα της ανάβασης στην κορυφή περιελάμβανε ένα μονοπάτι ζιγκ-ζαγκ. Ξυπνήσαμε στις 4 το πρωί. Ενας αχθοφόρος με τύλιξε σε μια κουβέρτα και με έδεσε στην πλάτη του για το πρώτο τμήμα της διαδρομής, επειδή ήταν πολύ επικίνδυνο να προχωρήσω με τα χέρια μου. Οι φίλοι μου με έβρισκαν χαριτωμένο. Συνέχισα το υπόλοιπο της διαδρομής με τα χέρια και, στην κορυφή, καθώς βλέπαμε τη νύχτα να μετατρέπεται σε μέρα, καταρρεύσαμε, αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε».

«Η ορειβασία μού πρόσφερε πολλές στιγμές περισυλλογής. Εμαθα πόσο σημαντικό είναι να ζητάς βοήθεια – αυτό επηρέασε κάθε πτυχή του ταξιδιού μου. Με βοήθησε επίσης επαγγελματικά: άρχισα να μιλώ σε μεγαλύτερα ακροατήρια», παραδέχεται.
Οταν οργάνωση για την οποία δούλευε, έκλεισε, συνέχισε μόνος του. «Καθώς με ενδιέφερε η δικαιοσύνη για τα άτομα με αναπηρία, άρχισα να δημιουργώ περιεχόμενο στο διαδίκτυο σχετικά με τη δύσκολη – και συχνά χιουμοριστική – εμπειρία του να είσαι ομοφυλόφιλος και ΑμεΑ», λέει ο ίδιος για μία συνθήκη πολλαπλής ευαλωτότητας που αντιμετωπίζεται με προκατάληψη, αν όχι κοινωνικό αποκλεισμό.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
«Είμαι 45 ετών και δεν νομίζω ότι το σώμα μου θα μπορούσε να αναρριχηθεί ξανά σε βουνό, αλλά ξαναζώ τις αναμνήσεις μου όταν μιλώ σε ακροατήρια. Eχω γράψει ένα βιβλίο, με τίτλο “Breaking Free”, αντλώντας διδάγματα από την εμπειρία μου για να βοηθήσω τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι μπορούν κι αυτοί να ξεκολλήσουν από το σημείο όπου βρίσκονται».
«Συχνά με ρωτούν από πού αντλώ την αντοχή μου. Η απάντηση είναι ότι δεν έχω άλλη επιλογή – ή θα είμαι ανθεκτικός ή δεν μπορώ να ζήσω τη ζωή που εγώ θέλω».
Πηγή: Guardian, CBS

