Η Ελβετία δεν είναι πια η πιο ανταγωνιστική οικονομία στον κόσμο, καθώς έχασε την πρωτιά από τη Σιγκαπούρη και έπεσε στην τρίτη θέση, την ώρα που οι υψηλοί δασμοί των ΗΠΑ και το ισχυρό ελβετικό φράγκο πλήττουν τις επενδυτικές ροές.
Η Ελβετία παραμένει μεν η πιο ανταγωνιστική οικονομία της Ευρώπης, όμως στην παγκόσμια κατάταξη την ξεπέρασε και το Χονγκ Κονγκ, όπως δείχνουν τα στοιχεία του IMD World Competitiveness Ranking για το 2026. Η Σιγκαπούρη κατάφερε να επιστρέψει στην κορυφαία θέση της έρευνας, για πρώτη φορά από το 2024, κυρίως λόγω της αποδοτικότητας των επιχειρήσεών της.

Σύμφωνα με το International Institute for Management Development (IMD), η πτώση της Ελβετίας υπογραμμίζει ότι ακόμα και οι ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου παραμένουν ευάλωτες στις μεταβολές των επενδυτικών ροών, εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Σε κάθε περίπτωση, η Ελβετία αντιμετωπίζει εντεινόμενο ανταγωνισμό, όπως έδειξαν και τα πρόσφατα στοιχεία της Boston Consulting Group, σύμφωνα με τα οποία έχασε τον τίτλο του μεγαλύτερου κέντρου διασυνοριακού πλούτου στον κόσμο από το Χονγκ Κονγκ.
Οι άμεσες επενδυτικές εισροές στην Ελβετία «γύρισαν» σε αρνητικές, ύψους 60,7 δισ. δολαρίων, με αποτέλεσμα η χώρα να βρεθεί στην τελευταία θέση ανάμεσα σε 70 χώρες στο σχετικό κριτήριο του IMD. Πάντως, οι συντάκτες της έρευνας εκτιμούν ότι η κίνηση μπορεί να είναι αποτέλεσμα προσαρμογών στις αποτιμήσεις και επαναπατρισμού κεφαλαίων και όχι μια διαρθρωτική αλλαγή που θα έχει διάρκεια.
Σταθερή στην 50η θέση η Ελλάδα
Η Ελλάδα παρέμεινε στην 50η θέση της κατάταξης ανταγωνιστικότητας, όπως και το 2025, σημειώνοντας πτώση στο κριτήριο της αποτελεσματικότητας του κράτους και των υποδομών και άνοδο στις οικονομικές επιδόσεις.
Στο κριτήριο της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων παρέμεινε σταθερή, στην 53η θέση.
Σύμφωνα με το IMD, οι βασικές προκλήσεις για την Ελλάδα είναι:
- Η συγκράτηση της διαφοράς του πληθωρισμού έναντι της Ευρωζώνης εν μέσω πιέσεων στις τιμές της ενέργειας.
- Η χαλάρωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών και η διεύρυνση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση επενδύσεων.
- Η ενίσχυση της καινοτομίας και της υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης με στόχο την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας.
- Η αντιμετώπιση της αναντιστοιχίας των δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας και του brain drain.
- Η επιτάχυνση της διπλής μετάβασης, με παράλληλη προστασία της βιομηχανίας από τα ενεργειακά σοκ.
Όπως σημειώνει ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), ως εθνικός εκπρόσωπος του IMD στην Ελλάδα, η χώρα μας παραμένει σταθερή σε σχέση με το 2025, αλλά έχει υποχωρήσει κατά 3 θέσεις σε σχέση με το 2024 και συνολικά την πενταετία 2022 – 2026 κυμαίνεται μεταξύ 47ης και 50ης θέσης.
Εχει, ωστόσο, βελτιώσει τη θέση της μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατά μία θέση σε σχέση με πέρυσι. Συγκεκριμένα, το 2026 κατατάσσεται 21η μεταξύ των χωρών της ΕΕ που συμμετέχουν, έναντι 22ης το 2025.
Η Πρόεδρος του ΣΒΕ Λουκία Σαράντη, δήλωσε: «Η διατήρηση της Ελλάδας στην 50ή θέση υπενθυμίζει ότι, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες που περιορίζουν την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλού επιπέδου, ισχυρή επιχειρηματική βάση και σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες. Για να μετατραπούν όμως αυτά τα πλεονεκτήματα σε υψηλότερη ανταγωνιστικότητα, απαιτείται μια συνεκτική εθνική στρατηγική με έμφαση στην παραγωγή, την καινοτομία, τις δεξιότητες, την ενεργειακή ανταγωνιστικότητα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Αν θέλουμε μια οικονομία πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφή και πιο ανθεκτική, χρειάζονται σταθερές πολιτικές που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και της παραγωγής. Η έκθεση δείχνει πού βρισκόμαστε. Το ζητούμενο είναι να αποφασίσουμε πόσο γρήγορα θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά».
Πηγή: MoneyReview

