Ο πόλεμος στο Iράν ήρθε σε μια συγκυρία με ανοιχτά ζητήματα για τις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ. Ο σκληρός πυρήνας του Ρεπουμπλικανικού κόμματος έκανε ήδη δεύτερες σκέψεις για την αμερικανική εμπλοκή στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής και το 2028 λήγει το ισχύον Μνημόνιο Κατανόησης Ασφαλείας, μεταξύ των δύο χωρών, πάνω στο οποίο βασίζεται η πρόβλεψη της στρατιωτικής βοήθειας.
Στην πραγματικότητα, οι παρενέργειες της κρίσης που σηματοδότησε η επιχείρηση «Επική Οργή» οδήγησε σε δύο διαπιστώσεις: Πρώτον, οι ΗΠΑ μπορεί να έρχονται σε αρκετά δύσκολη θέση επιχειρώντας στο πλευρό του Ισραήλ, όπως φάνηκε μέσα από την αντιπαράθεση Τραμπ-Νετανιάχου με αφορμή τα ισραηλινά πλήγματα στον Λίβανο την ώρα των διαπραγματεύσεων της Ουάσιγκτον με την Τεχεράνη. Δεύτερον, το Ισραήλ ενίοτε ασφυκτιά στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης με τις ΗΠΑ, καθώς είναι φανερό πως θα επιθυμούσε πλήρη ελευθερία κινήσεων -εν προκειμένω- με στόχο την «ολοκληρωτική νίκη» απέναντι στο ιρανικό καθεστώς και τις πληρεξούσιες δυνάμεις.
Τελευταία, αυξάνονται οι φωνές στις ΗΠΑ που ζητούν να επανεξεταστεί η διαχρονική επιλογή της Ουάσιγκτον να χορηγεί αξιοσημείωτη στρατιωτική βοήθεια στο Ισραήλ. Το ενδιαφέρον είναι ότι στο ίδιο μήκος κύματος κινείται πλέον και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός μέσα από τις δημόσιες τοποθετήσεις του.
Το 2028 λήγει το ισχύον δεκαετές πλαίσιο και οι δύο χώρες ήδη άρχισαν να διαπραγματεύονται το νέο σχήμα της αμυντικής συνεργασίας που θα αφορά στην επόμενη δεκαετία. Σύμφωνα με κείμενο εργασίας του Foundation for Defense of Democracies στην Ουάσιγκτον, βάσει της υφιστάμενης συμφωνίας, το Ισραήλ λαμβάνει ετησίως περίπου 3,3 δισ. δολάρια μέσω του προγράμματος Foreign Military Financing (FMF) και επιπλέον 500 εκατ. δολάρια για κοινά προγράμματα αντιπυραυλικής άμυνας, όπως τα Iron Dome, David’s Sling και Arrow.
Ισχυρή οικονομία
Σε συνέντευξη στον Economist, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει επισημάνει ότι η ισραηλινή οικονομία μπορεί να φτάσει το 1 τρισ. δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία και κατ’ επέκταση η αμυντική βιομηχανία της χώρας θα ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να στηρίξει μια μετάβαση που θα πετύχει την πλήρη απεξάρτηση από τη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ μέσα στην ίδια περίοδο. Μάλιστα, ο ίδιος έχει πρόσφατα αφήσει να εννοηθεί ότι το Ισραήλ θα μπορούσε ακόμη και να παραιτηθεί από μέρος της βοήθειας που προβλέπεται για τα έτη 2027–2028 στο πλαίσιο του ισχύοντος μνημονίου. Οι τοποθετήσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού βρίσκονται σε ευθυγράμμιση τόσο με στελέχη του κυβερνώντος κόμματος Λικούντ, όσο και με παράγοντες του αμυντικού κατεστημένου της χώρας, που θεωρούν ότι η μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ θα περιόριζε την ευαλωτότητα των ισραηλινών συμφερόντων απέναντι στις εκάστοτε πολιτικές πιέσεις της Ουάσιγκτον αλλά και στην αυξανόμενη πόλωση γύρω από το Ισραήλ στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Ο προϋπολογισμός του Ισραήλ για το 2026 διαθέτει περίπου 49 δισ. δολάρια στην άμυνα, αυξημένα κατά περίπου 6% σε σχέση με το 2025. Πριν από δύο δεκαετίες, οι πόροι του αμερικανικού FMF αντιστοιχούσαν περίπου στο 30% του ισραηλινού αμυντικού προϋπολογισμού. Την τελευταία δεκαετία, υποχώρησε στο 15-20%, όμως αυξήθηκε προσωρινά στο 35% το 2024, λόγω της πρόσθετης αμερικανικής βοήθειας μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023. Αν δεν ενισχυθεί περαιτέρω, το κονδύλι θα υποχωρήσει ίσως και κάτω από το 10%, καθώς οι αμυντικές δαπάνες του Ισραήλ βρίσκονται σταθερά σε ανοδική πορεία. Σημειωτέον, το Ισραήλ δαπανά πλέον περίπου το 7% του ΑΕΠ για την άμυνα, ποσοστό σαφώς υψηλότερο από οποιοδήποτε μέλος του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, κατά μία άποψη, δεν είναι αυτονόητο ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να ανταπεξέλθει χωρίς τις ΗΠΑ, ιδίως όσο παραμένουν ανοιχτά τα μέτωπα σε Ιράν και Λίβανο, και με δεδομένες τις ανάγκες για δαπανηρά συστήματα όπως αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού Boeing KC-46 Pegasus και επιπλέον μοίρες αεροσκαφών F-15 και F-35. Μετά τον πόλεμο που ξεκίνησε την 7η Οκτωβρίου 2023, η χώρα καλείται άλλωστε να διαθέσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για την αναπλήρωση και επέκταση των αποθεμάτων πυρομαχικών, πυραύλων και αναχαιτιστών αεράμυνας, εξ ου και τα ισραηλινά εξοπλιστικά σχέδια φέρονται να δεσμεύουν 20 δισ. δολάρια σε μελλοντική αμερικανική χρηματοδότηση για τη δεκαετία που ξεκινά το 2029. Μία άλλη παράμετρος αφορά επίσης στο πολιτικό μήνυμα που θα εξέπεμπε στους αντιπάλους του Ισραήλ μια διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.
Γι’ αυτό και ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός κάνει στην πραγματικότητα μια ντρίπλα με τελικό στόχο να διατηρήσει την αμερικανική κάνουλα ανοιχτή, αλλά να μειώσει συγχρόνως την εξάρτηση από το θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο των ΗΠΑ. «Αυτό που υποστηρίζουν σιωπηλά κορυφαίοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, δεν είναι μια μείωση της αμερικανικής υποστήριξης αλλά μια αναδιοργάνωσή της: μεταφορά δισεκατομμυρίων από επιχορηγήσεις ξένης βοήθειας που διαχειρίζεται το υπουργείο Εξωτερικών σε γενικούς λογαριασμούς προμηθειών του Πενταγώνου και βιομηχανικές συνεργασίες. Η μετατόπιση θα αφαιρέσει τους πολιτικούς και διπλωματικούς μηχανισμούς εποπτείας που καθιστούν τη σχέση δημόσια υπόλογη, μετακινώντας την σε έναν αδιαφανή μηχανισμό αμυντικών προμηθειών, όπου η εποπτεία είναι περιορισμένη και η πολιτική λογοδοσία ελάχιστη. Το αποτέλεσμα θα είναι μια αμυντική σχέση ταυτόχρονα βαθύτερη και λιγότερο διαφανής», ισχυρίζεται ο Στίβεν Σάιμον, ανώτερος ερευνητής του Quincy Institute for Responsible Statecraft της αμερικανικής πρωτεύουσας.
Το βασικό ερώτημα όμως αφορά στην ίδια τη στρατηγική των ΗΠΑ. Εδώ και δεκαετίες, ο λόγος για τον οποίο έχουν κατοχυρώσει νομοθετικά τη δέσμευση στο Ισραήλ είναι η διασφάλιση και διατήρηση του λεγόμενου ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος – Qualitative Military Edge (QME) στη Μέση Ανατολή. Ο εφοδιασμός του Ισραήλ με αμερικανικά οπλικά συστήματα απαλλάσσει τον αμερικανικό στρατό από την ανάγκη να αναλαμβάνει ο ίδιος επιχειρησιακούς ρόλους στην περιοχή.
«Το Ισραήλ είναι το μεγαλύτερο αμερικανικό αεροπλανοφόρο στον κόσμο που δεν μπορεί να βυθιστεί, δεν μεταφέρει ούτε έναν Αμερικανό στρατιώτη, και βρίσκεται σε μια περιοχή κρίσιμη για την αμερικανική εθνική ασφάλεια», είχε πει -καθόλου τυχαία- πριν από 35 χρόνια ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και στρατηγός του αμερικανικού στρατού, Αλεξάντερ Χέιγκ. Η Αμερικανική Εβραϊκή Κοινότητα, με επικεφαλής τον Τεντ Ντόιτς, υπενθυμίζει μάλιστα παλαιότερη δήλωση του Τζο Μπάιντεν, όταν υπηρετούσε ακόμη ως γερουσιαστής: «Αν δεν υπήρχε το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να εφεύρουν ένα Ισραήλ, για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή».
Οι υπέρμαχοι της άποψης ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να διατηρήσουν τον μηχανισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ επισημαίνουν άλλωστε ότι τα σχεδόν 4 δισ. δολάρια που διατίθενται ετησίως γι’ αυτόν τον σκοπό αντιπροσωπεύουν ένα ελάχιστο ποσοστό των ομοσπονδιακών δαπανών της χώρας – το 2025, αντιστοιχούσε περίπου στο 5% του συνόλου της αμερικανικής εξωτερικής βοήθειας. Υπογραμμίζουν δε ότι οι δαπάνες για την αρωγή προς το Ισραήλ υλοποιούνται στις ΗΠΑ, οι οποίες κατασκευάζουν τα οπλικά συστήματα δημιουργώντας θέσεις εργασίας στην αμερικανική οικονομία. Επιπλέον, η αμερικανική βιομηχανία αντλεί στο πλαίσιο αυτό προηγμένη τεχνολογία η οποία αναπτύσσεται από το Ισραήλ. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ο Σιδερένιος Θόλος, ο οποίος εφευρέθηκε από το Ισραήλ, παράγεται από τις ΗΠΑ, και έχει καταστεί μέρος του αμυντικού συστήματος του αμερικανικού στρατού.
Συμπερασματικά, η κατάργηση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ θα ήταν μια σύνθετη διαδικασία, η οποία θα πρέπει να προσμετρήσει μια σειρά από παραμέτρους. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική συγκυρία στις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τις στρατηγικές ανάγκες της κυβέρνησης Νετανιάχου, εγείρουν για πρώτη φορά ζήτημα δυνητικής αλλαγής στο πλαίσιο της αμυντικής συνεργασίας που έχει συνοδεύσει επί δεκαετίες τις στενές σχέσεις των δύο χωρών.

