Πριν από πέντε δεκαετίες, τέσσερις διαρρήκτες παραβίασαν το χρηματοκιβώτιο ενός δισεκατομμυριούχου, πυροδοτώντας μια αλυσίδα γεγονότων που έφερε στο φως και παράλληλα ματαίωσε μία από τις πιο φιλόδοξες επιχειρήσεις της CIA εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης.
Σήμερα, βετεράνοι της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών ανησυχούν ότι μια άλλη, εξίσου τολμηρή κλοπή –αυτή τη φορά με δράστη έναν αξιωματούχο της ίδιας της CIA– ενδέχεται να αποκαλύψει ένα ακόμη άκρως απόρρητο πρόγραμμα, καθώς οι Αρχές υποστηρίζουν ότι ο συγκεκριμένος αξιωματούχος έβγαλε από το γραφείο του χρυσές ράβδους αξίας 40 εκατ. δολαρίων.

Ο Ντέιβιντ Ρας της CIA (αριστερά), ο οποίος συνελήφθη τον Μάιο κατηγορούμενος για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, ήταν ανώτερο στέλεχος στη Διεύθυνση Επιστήμης και Τεχνολογίας της υπηρεσίας. Η συγκεκριμένη μονάδα σχεδιάζει τα τεχνολογικά εργαλεία κατασκοπείας που χρησιμοποιούν οι πράκτορες για να υποκλέπτουν συνομιλίες και αρχεία και να επικοινωνούν με ασφάλεια. Ο Ρας δεν έχει ακόμη παραπεμφθεί σε δίκη ούτε έχει απαντήσει δημοσίως στις κατηγορίες που τον βαραίνουν.
Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν την υπόθεση, διαχειριζόταν ένα άκρως απόρρητο πρόγραμμα πληροφοριών, εγκεκριμένο από το Κογκρέσο πριν από αρκετά χρόνια, το οποίο χρησιμοποιούσε μεγάλα ποσά μετρητών για την απόκτηση κρίσιμων πληροφοριών σχετικά με αντιπάλους των ΗΠΑ. Κατείχε μάλιστα βαθμό αντίστοιχο με εκείνον στρατηγού στον αμερικανικό στρατό.
Η υπόθεση έχει στρέψει τα φώτα στον τρόπο λειτουργίας της CIA, ενώ πρώην στελέχη της υπηρεσίας εκτιμούν ότι αναπόφευκτα θα αποκαλυφθούν λεπτομέρειες για μυστικές επιχειρήσεις που είχε υπό την ευθύνη του. Η υπόθεση θυμίζει τη διάρρηξη του 1974 στα γραφεία του εκκεντρικού αεροναυπηγού επιχειρηματία Χάουαρντ Χιουζ, η οποία οδήγησε τελικά στην αποκάλυψη μιας επιχείρησης της CIA για την ανάσυρση σοβιετικού πυρηνικού υποβρυχίου.
«Μπορεί να αρχίσουμε να βλέπουμε να αποκαλύπτονται πράγματα που δεν θα έπρεπε να συζητούνται, πράγματα εξαιρετικά ευαίσθητα», δήλωσε ο πρώην ανώτερος αξιωματούχος της CIA, Μαρκ Φλάουερ, ο οποίος είχε διευθύνει επιχειρήσεις κατασκοπείας κατά του Ιράν.
Το χρονικό της έρευνας
Η έρευνα του FBI ξεκίνησε, σύμφωνα με τις Αρχές, όταν η ίδια η CIA διαβίβασε καταγγελίες ότι ο Ρας υπέβαλε ψευδή δελτία παρουσίας. Φέρεται να ζητούσε αμοιβή για περιόδους κατά τις οποίες υποτίθεται ότι υπηρετούσε ως έφεδρος του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ στην πραγματικότητα είχε αποχωρήσει από τις Ενοπλες Δυνάμεις περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα.
Κατά την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι, παράλληλα με το πραγματικό πρόγραμμα εθνικής ασφάλειας που διαχειριζόταν, δημιούργησε και ένα εικονικό απόρρητο πρόγραμμα. Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν την υπόθεση, το υποτιθέμενο πρόγραμμα αφορούσε τη διασφάλιση της συνέχειας της λειτουργίας της κυβέρνησης σε περίπτωση καταστροφικής έκτακτης ανάγκης.
Ο Ρας φέρεται να «ενημέρωσε» δύο συναδέλφους του για το συγκεκριμένο, ανύπαρκτο πρόγραμμα, υποστηρίζοντας ότι υλοποιούνταν από κοινού με το Πεντάγωνο. Κατάφερε να πείσει έναν από αυτούς ότι απαιτούσε χρηματοδότηση δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων μέσω συμβολαίου. Τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε στρατιωτικό προμηθευτή, από τον οποίο αγοράστηκαν ράβδοι χρυσού.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν αργότερα ότι ο χρυσός που είχε αποκτηθεί μέσω του εικονικού προγράμματος δεν βρισκόταν πλέον σε ασφαλές σημείο. Τον Μάιο, έρευνα του FBI στο σπίτι του στη Βιρτζίνια αποκάλυψε περισσότερα από 270 κιλά χρυσού σε ράβδους, πάνω από 2 εκατ. δολάρια σε μετρητά και δεκάδες Rolex, καθώς και άλλα πολυτελή ρολόγια.
Οι εξαιρετικά αυστηρές διαδικασίες ασφαλείας των λεγόμενων «μαύρων προγραμμάτων» φαίνεται πως διευκόλυναν την απάτη. Επειδή οι δύο υπάλληλοι που είχαν πρόσβαση στις πληροφορίες του προγράμματος δεν επιτρεπόταν να συζητήσουν το περιεχόμενό του με άλλους εργαζομένους ή προϊσταμένους, ο Ρας φέρεται να κατάφερε να μεταφέρει περισσότερες από 300 χρυσές ράβδους βάρους περίπου ενός κιλού η καθεμία στο σπίτι του χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Γραφειοκρατία, καχυποψία και ψεύτικο βιογραφικό
Ερευνα της Wall Street Journal πέρυσι είχε καταδείξει ότι η αδιαφάνεια που χαρακτηρίζει τη γραφειοκρατία των μυστικών προγραμμάτων έχει καλλιεργήσει κλίμα καχυποψίας στο Πεντάγωνο και επέτρεψε σε ορισμένους αξιωματούχους της Πολεμικής Αεροπορίας να δημιουργήσουν ένα ψεύτικο πρόγραμμα, υποστηρίζοντας ψευδώς ότι πρόκειται για μυστικό πρόγραμμα για τους εξωγήινους.
Οι ομοσπονδιακοί ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι ο Ρας φαίνεται να εξαπατούσε επί δεκαετίες τη σημαντικότερη υπηρεσία κατασκοπείας των ΗΠΑ με μια σειρά από ψεύδη που θα μπορούσαν εύκολα να είχαν διαπιστωθεί.
Η CIA, γνωστή για τις εξαντλητικές διαδικασίες ελέγχου των υποψηφίων της, δεν εντόπισε ότι ο Ρας είχε δώσει αντιφατικές πληροφορίες σχετικά με τις ακαδημαϊκές του σπουδές. Σε ορισμένα έγγραφα ανέφερε ότι κατείχε μεταπτυχιακό στην επιστήμη υπολογιστών, ενώ σε άλλα ότι είχε ολοκληρώσει σπουδές ηλεκτρολόγου μηχανικού.
Πράκτορας του FBI επικοινώνησε με το Πολεμικό Ναυτικό και την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι δύο υπηρεσίες απάντησαν ότι ο Ρας όχι μόνο δεν ήταν επίλεκτος πιλότος δοκιμών, όπως ισχυριζόταν στη CIA, αλλά δεν διέθετε καν πτητικά προσόντα. Επιπλέον, το πανεπιστήμιο και η μεταπτυχιακή σχολή που είχε δηλώσει ότι φοίτησε ανέφεραν ότι δεν είχαν καμία καταγραφή του ονόματός του.
Ερωτηθείσα για την υπόθεση, η CIA δήλωσε ότι τόσο η ίδια όσο και το FBI «δεσμεύονται να ακολουθήσουν τα πραγματικά δεδομένα, να διασφαλίσουν τη λογοδοσία και να επιδιώξουν την απονομή δικαιοσύνης σύμφωνα με τον νόμο». Ο δικηγόρος του Ρας αρνήθηκε να σχολιάσει.
Ο φόβος των αποκαλύψεων
Ο Ντάρελ Μπλόκερ, πρώην αναπληρωτής διευθυντής του αντιτρομοκρατικού κέντρου της CIA, δήλωσε ότι η υπηρεσία ανησυχεί τόσο πολύ όταν ένας πράκτοράς της εμπλέκεται σε ποινική υπόθεση, ώστε ορισμένες φορές συνεργάζεται με ομοσπονδιακές αρχές για να εξαφανιστούν οι κατηγορίες πριν η υπόθεση φτάσει στη δημοσιότητα.
«Είναι αυτό που αποκαλούν “υπεράσπιση της CIA”», είπε, σημειώνοντας ότι οι δικηγόροι υπεράσπισης γνωρίζουν καλά πώς να αξιοποιούν τον φόβο της υπηρεσίας για πιθανές αποκαλύψεις, προκειμένου να αποκτούν διαπραγματευτικό πλεονέκτημα έναντι των εισαγγελέων.
Το σοβιετικό πυρηνικό υποβρύχιο των 1.750 τόνων
Αυτή η τακτική, ωστόσο, δεν βοήθησε την υπηρεσία το 1974, όταν η CIA διείδε την ευκαιρία να ανακτήσει ένα σοβιετικό πυρηνικό υποβρύχιο 1.750 τόνων, το οποίο είχε βυθιστεί στον Ειρηνικό Ωκεανό έξι χρόνια νωρίτερα μαζί με ολόκληρο το πλήρωμά του.

Η υπηρεσία προσέγγισε τον Χάουαρντ Χιουζ, τον εκκεντρικό επιχειρηματία της αεροδιαστημικής βιομηχανίας, προκειμένου να κατασκευάσει ένα γιγαντιαίο πλοίο για γεωτρήσεις σε μεγάλα βάθη, το Hughes Glomar Explorer, καταβάλλοντάς του περισσότερα από 350 εκατ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σε δισεκατομμύρια με τα σημερινά δεδομένα.
Κατά την πρώτη αποστολή του, ενώ το Hughes Glomar Explorer επιχειρούσε να ανελκύσει το υποβρύχιο, τμήμα του σκάφους διαλύθηκε και βυθίστηκε ξανά στον πυθμένα. Λίγο πριν από εκείνη την επιχείρηση, τέσσερις διαρρήκτες είχαν εξαναγκάσει έναν φύλακα να τους επιτρέψει την είσοδο στα γραφεία του Χιουζ. Αφού μπήκαν στο κτίριο, χρησιμοποίησαν οξυγονοκόλληση για να ανοίξουν ένα χρηματοκιβώτιο.
Οι δράστες πίστευαν ότι τα έγγραφα που περιείχε θα αποκάλυπταν ευαίσθητα μυστικά, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να εκβιάσουν τον Χιουζ, ο οποίος περνούσε, μερικές φορές, μήνες ολόκληρους χωρίς να βγει από το σπίτι του, τρεφόμενος σχεδόν αποκλειστικά με σοκολάτες και γάλα.

Ενας δημοσιογράφος που ερευνούσε την υπόθεση έμαθε ότι οι τοπικές αστυνομικές αρχές είχαν ενημερωθεί από ομοσπονδιακές υπηρεσίες για την ανάγκη άμεσης ανάκτησης των εγγράφων, καθώς αυτά αποκάλυπταν τη σύνδεση του Χιουζ με τη CIA. Οταν η εφημερίδα δημοσίευσε τελικά την ιστορία οκτώ μήνες αργότερα, ο Λευκός Οίκος αποφάσισε ότι μια δεύτερη αποστολή ανάκτησης ήταν υπερβολικά επικίνδυνη, φοβούμενος ότι η Μόσχα θα μπορούσε να την παρεμποδίσει.
Οι αποκαλύψεις και οι επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων προς τη CIA οδήγησαν στη διατύπωση της περίφημης πλέον «απάντησης Γκλόμαρ» (Glomar Response), σύμφωνα με την οποία η υπηρεσία δεν μπορεί «ούτε να επιβεβαιώσει ούτε να διαψεύσει» την ύπαρξη ενός προγράμματος.
Πηγή: Wall Street Journal

