Στη διάρκεια της οκταετούς σύγκρουσης με το Ιράκ, ο ιδρυτής της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν Ρουχολάχ Χομεϊνί είχε ορκιστεί ότι δεν θα σταματούσε τον πόλεμο μέχρι την ολοκληρωτική συντριβή του εχθρού. Oταν ανακοίνωσε στους ομοεθνείς του, την 21η Ιουλίου του 1988, ότι είχε δώσει το πράσινο φως για μια συμφωνία ειρήνης που θα άφηνε τον Σαντάμ Χουσεΐν στη θέση του, είπε ότι «αυτή η απόφαση είναι πιο φονική κι από δηλητήριο», αλλά αποφάσισε να πιει το πικρό ποτήρι για το καλό της χώρας του. Παρόμοια γεύση θα αφήσει στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κλείνει σήμερα τα 80 του χρόνια, το Μνημόνιο Συνεννόησης που προβλέπεται να υπογράψουν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, από ώρα σε ώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.
Τα μπρος – πίσω
Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά ότι η αισιόδοξη πρόβλεψη του Αμερικανού προέδρου θα βγει αληθινή. Το CNN μέτρησε 35 περιπτώσεις, από τα τέλη Μαρτίου μέχρι την περασμένη εβδομάδα, όπου ο Τραμπ προεξοφλούσε ειρήνευση εντός ολίγων ημερών ή και ωρών, για να επιστρέψει ευθύς αμέσως στις εχθροπραξίες. Η 36η κυβίστησή του ήταν η πιο θεαματική. Την Τρίτη και την Τετάρτη εξαπέλυσε δύο κύματα βομβαρδισμών, επικαλούμενος την κατάρριψη αμερικανικού ελικοπτέρου «Απάτσι» από τους Ιρανούς, για να εισπράξει και στις δύο περιπτώσεις απαντητικά πυρά εναντίον αμερικανικών βάσεων σε Ιορδανία, Μπαχρέιν και Κουβέιτ. Το πρωί της Πέμπτης απειλούσε ότι θα καταλάβει το στρατηγικής σημασίας νησί Χαργκ και θα θέσει υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ όλο το ιρανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο «λίγο-πολύ, όπως κάναμε στη Βενεζουέλα». Λίγες ώρες αργότερα, όμως, ακύρωσε τα πολεμικά του σχέδια και προεξόφλησε υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης εντός του Σαββατοκύριακου, πιθανόν στην Ευρώπη.
Το Ιράν δεν συμμερίστηκε τη βιασύνη του Αμερικανού προέδρου. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι το κείμενο του σχεδίου συμφωνίας είχε «σε μεγάλο βαθμό οριστικοποιηθεί» από τους διαπραγματευτές, αλλά η τελική έγκριση από την ανώτατη ηγεσία δεν είχε ακόμη δοθεί. Oταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, δεν είχε δημοσιοποιηθεί το ακριβές περιεχόμενο του Μνημονίου. Αμερικανικά μέσα που επικαλούνταν ανώτερους αξιωματούχους ανέφεραν ότι το υπό έγκριση σχέδιο παρατείνει την εκεχειρία κατά 60 ημέρες και περιλαμβάνει και τον Λίβανο – κάτι που, αν επιβεβαιωθεί, θα αποτελέσει οδυνηρό ράπισμα για τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος δήλωσε ότι η χώρα του δεν αποτελεί μέρος της επικείμενης συμφωνίας
Τα Στενά του Ορμούζ προβλέπεται να ανοίξουν εντός 30 ημερών, χωρίς το Ιράν να εισπράττει διόδια, με παράλληλη άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών από τις ΗΠΑ. Επιπλέον, θα αρθούν οι κυρώσεις σε ό,τι αφορά την πώληση ιρανικού πετρελαίου και θα αποδεσμευθεί ένα μέρος των δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων σε τρίτες χώρες, όπως το Κατάρ. Τα κρίσιμα θέματα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και της άρσης των υπόλοιπων αμερικανικών κυρώσεων θα είναι αντικείμενα εντατικών διαπραγματεύσεων στους δύο μήνες της εκεχειρίας. Οι πληροφορίες λένε ότι ο Τραμπ είναι έτοιμος να αποδεχθεί την αραίωση των υπαρχόντων αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου στο εσωτερικό του Ιράν υπό διεθνή επίβλεψη, μια σημαντική υποχώρηση από τις μέχρι τώρα θέσεις του.
Μπορεί ευλόγως να εικάσει κανείς ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είχε πάρει εδώ και κάμποσες ημέρες την απόφαση να πιει το πικρό ποτήρι και ότι οι βομβαρδισμοί και οι απειλές της περασμένης εβδομάδας δεν ήταν παρά θεατρικές χειρονομίες για να σωθούν τα προσχήματα μιας χωλαίνουσας υπερδύναμης που δήθεν διαπραγματεύεται από θέση ισχύος. Αλλά τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Η Αμερική και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο στις 28 Φεβρουαρίου με τέσσερις διακηρυγμένους στόχους: Πρώτον, τη γρήγορη ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Δεύτερον, την ολοσχερή καταστροφή του πυρηνικού του προγράμματος. Τρίτον, τον δραστικό περιορισμό του οπλοστασίου και της εμβελείας των βαλλιστικών του πυραύλων. Και τέταρτον, την οριστική διάρρηξη του δεσμού ανάμεσα στην Τεχεράνη και στον «Aξονα της Αντίστασης» Χεζμπολάχ – Χούθι – Χαμάς – σιιτικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ.
Yστερα από 106 ημέρες πολέμου, Τραμπ και Νετανιάχου δεν έχουν πετύχει κανέναν από τους στόχους τους. Αν και έχασε κορυφαία στελέχη του, το ιρανικό καθεστώς είναι σήμερα, από πολιτικής απόψεως, πολύ ισχυρότερο από ό,τι ήταν την 28η Φεβρουαρίου, έχοντας συσπειρώσει τον λαό γύρω από τη σημαία. Το πυρηνικό του πρόγραμμα, παρά τα πλήγματα που δέχθηκε τον Ιούνιο του 2025, συνεχίζεται και οι βαλλιστικοί του πύραυλοι τρυπούν την ισραηλινή αντιπυραυλική ασπίδα και πλήττουν αμερικανικές βάσεις. Ο δεσμός με τη Χεζμπολάχ είναι πιο ισχυρός από ποτέ, με το Ιράν να πλήττει για πρώτη φορά απευθείας το Ισραήλ σε αντίποινα για τη φονική εκστρατεία του στον Λίβανο, ενώ οι Χούθι απειλούν να κλείσουν τα Στενά του Μπαμπ αλ Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα, σε συμπαράσταση προς την Τεχεράνη.
Σε αυτά ήρθε να προστεθεί ένα τέταρτο, τεράστιο πρόβλημα που δεν υπήρχε την 28η Φεβρουαρίου, ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, το οποίο μάλιστα δελεάζει το Ομάν να συμπράξει σε ένα μελλοντικό σύστημα είσπραξης «τελών» (διοδίων με άλλο όνομα). Με άλλα λόγια, αυτός ο πόλεμος οδηγεί όντως σε μια νέα τάξη πραγμάτων στη Μέση Ανατολή, μόνο που αυτή θα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που οραματίζονταν οι Τραμπ και Νετανιάχου τον περασμένο Φεβρουάριο.
Ο μεγάλος χαμένος
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η «Επική Γκάφα» του Τραμπ κατέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο τα όρια της αμερικανικής ισχύος, πράγμα που θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες σε πολλά μέτωπα. Σε περιφερειακή κλίμακα, ο μεγάλος χαμένος είναι το Ισραήλ. Ο γνωστός Αμερικανός νεοσυντηρητικός Ρόμπερτ Κέιγκαν έγραφε πρόσφατα στο περιοδικό The Atlantic ότι «το εβραϊκό κράτος θα βγει από τον πόλεμο περισσότερο απομονωμένο από κάθε άλλη στιγμή της Ιστορίας του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον πιο αξιόπιστο προστάτη του, τις Ηνωμένες Πολιτείες». Η έκρηξη οργής του Τραμπ απέναντι στον Νετανιάχου, με βωμολοχίες που διέρρευσαν σκόπιμα και ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν από τον Λευκό Οίκο και με υπεροπτικά σχόλια του τύπου «θα κάνει ό,τι του υπαγορεύσω», αποτελούν σημεία των καιρών. Αν η γενοκτονία της Γάζας προκάλεσε γενική κατακραυγή από την προοδευτική Αμερική, το γεγονός ότι ο Τραμπ ακολούθησε τον Νετανιάχου στον ατυχή πόλεμο κατά του Ιράν διεύρυνε τη δυσφορία απέναντι στο Ισραήλ σε μεγάλη μερίδα συντηρητικών πολιτών.
Το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο εγγύς μέλλον παραμένει αβέβαιο. Hδη την Παρασκευή, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη εμφάνιζαν συγκρουόμενες εκδοχές για το περιεχόμενο του σχεδίου συμφωνίας, ενώ οι αρχικές πληροφορίες περί υπογραφής συμφωνίας την Κυριακή στη Γενεύη δεν επαληθεύονταν. Αλλά ακόμη κι αν υπογραφεί το Μνημόνιο, θα πρόκειται μόνο για μια προκαταρκτική συμφωνία, που θα αφήνει μείζονα ζητήματα ανοιχτά. Ο όποιος συμβιβασμός θα είναι εύθραυστος, καθώς και τα δύο μέρη θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται με το δάχτυλο στη σκανδάλη – άλλωστε οι προηγούμενες εκεχειρίες στη Γάζα, στον Λίβανο και στον Κόλπο έδειξαν ότι παρόμοιες συμφωνίες έχουν την τάση να διαρκούν μέχρι να στεγνώσει το μελάνι στο χαρτί με τις υπογραφές. Ο Νετανιάχου θα κάνει το παν για να ανατινάξει τις γέφυρες συνεννόησης, καθώς η συνέχιση του πολέμου, ή μάλλον των πολέμων, είναι ο μόνος δρόμος που βλέπει για να αποφύγει την επαπειλούμενη εκλογική καρμανιόλα – ήδη ο υπουργός Aμυνας Iσραελ Κατς απείλησε με ανάληψη μονομερούς δράσης εναντίον του ιρανικού πυρηνικού προγράμαμτος. Με αυτά τα δεδομένα δεν αποκλείεται η διολίσθηση σε μια ζώνη λυκόφωτος, του τύπου «ούτε πόλεμος, ούτε ειρήνη», με περιορισμένες συγκρούσεις που θα απειλούν ανά πάσα στιγμή να κακοφορμίσουν σε γενικευμένο πόλεμο. Από αυτήν την άποψη, η νέα Μέση Ανατολή δεν θα παύει να θυμίζει την παλιά.


