Η Τουρκία αναζητεί ξανά «κάλυψη» μέσω ΝΑΤΟ

Πώς η Αγκυρα αναπροσαρμόζει την στάση της απέναντι στη Ρωσία, για να προωθήσει τις διεκδικήσεις της από τις ΗΠΑ.

5' 25" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος σε βάρος του Ερντογάν, τον Ιούλιο του 2016, ο Πούτιν ήταν ο πρώτος ξένος ηγέτης που τηλεφώνησε και πρόσφερε υποστήριξη στον πρόεδρο της Τουρκίας. Η σχετικά αργή αντίδραση των χωρών του ΝΑΤΟ φέρεται να ενόχλησε τον Ερντογάν, ο οποίος προσέγγισε τη Ρωσία ως έναν εταίρο με τον οποίο η Άγκυρα θα μπορούσε να συνεργαστεί. Εξάλλου, η σύσφιξη των σχέσεων με τη Μόσχα υπηρετούσε τη στρατηγική της αυτονομίας στην εξωτερική πολιτική, με απώτερο σκοπό την ανέλιξη της Τουρκίας σε μια ηγεμονική περιφερειακή δύναμη.

Ακολούθησε ο «μήνας του μέλιτος» με τη Ρωσία. Η Άγκυρα ξεκίνησε στρατιωτική εισβολή στη βόρεια Συρία με τη σιωπηρή έγκριση του Κρεμλίνου. Στη συνέχεια, αγόρασε το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400. Ακόμη και όταν οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στην Τουρκία, αποβάλλοντας τη χώρα από το πρόγραμμα των F-35, η Άγκυρα επέμεινε στην επιλογή να διαφοροποιεί τις αμυντικές της συνεργασίες έστω και αν δημιουργούσαν αντιφάσεις.

Ακολούθησε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η οποία έφερε ακόμη πιο κοντά την Άγκυρα με τη Μόσχα. Η Τουρκία δεν υποστήριξε την εισβολή και προμήθευσε με drones το Κίεβο. Όμως αρνήθηκε να ενταχθεί στις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Δεκάδες χιλιάδες Ρώσοι αγόρασαν ακίνητα και άνοιξαν επιχειρήσεις στη χώρα, στηρίζοντας την ασθμαίνουσα οικονομία της. Το διμερές εμπόριο σχεδόν διπλασιάστηκε, το 2022, σε περισσότερα από 60 δισ. δολάρια, καθιστώντας την Τουρκία τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ρωσίας μετά την Κίνα. Η Άγκυρα έγινε ο τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας ορυκτών καυσίμων από τη Ρωσία, υπερδιπλασιάζοντας τις συναλλαγές μέσα σε δύο χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Από την οπτική του ΝΑΤΟ, η Τουρκία ήταν πιο μακριά από ποτέ. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που υπονόμευσε την ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στη διατλαντική συμμαχία, εξέλιξη η οποία προφανώς ωφελούσε τα ρωσικά συμφέροντα.

Ωστόσο, μεσολάβησαν δύο βασικές εξελίξεις οι οποίες φαίνεται να οδηγούν σε μια τακτική αλλαγή πλεύσης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η πρώτη έχει να κάνει με την πορεία της τουρκικής οικονομίας. Ο αυξανόμενος πληθωρισμός, η κατάρρευση της τουρκικής λίρας και η κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών αντικατοπτρίζουν αφενός τις ανορθόδοξες νομισματικές πολιτικές και την οικονομική κακοδιαχείριση εν μέσω της συνεχιζόμενης διάβρωσης των θεσμών, αφετέρου τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των επενδυτών λόγω της απομάκρυνσης της Τουρκίας του Ερντογάν από το άρμα της Δύσης, παρότι η Ε.Ε. αποτελούσε τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Άγκυρας και από τις πιο σημαντικές πηγές επενδύσεων για την τουρκική οικονομία.

Η δεύτερη εξέλιξη σχετίζεται με την αμυντική θωράκιση της Τουρκίας, η οποία φαίνεται να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η πολυδιαφημισμένη εγχώρια αμυντική παραγωγή της χώρας απαιτεί πρόσβαση σε αναντικατάστατα εξαρτήματα από τις ΗΠΑ. Επιπλέον, η αγορά αεροσκαφών Eurofighter από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που μετέχουν στο πρόγραμμα, και η δυνητική συμμετοχή της Άγκυρας στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, είναι πλέον κομβικής σημασίας για τον εκσυγχρονισμό της τουρκικής άμυνας, η οποία παραμένει αποκλεισμένη από τα αμερικανικά F-35. Εξάλλου, όπως αποκαλύφθηκε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο, όταν ιρανικοί πύραυλοι εισήλθαν πρόσφατα τον τουρκικό εναέριο χώρο, η Άγκυρα βασίζεται στα νατοϊκά συστήματα για την αντιπυραυλική της άμυνα – τα ρωσικά S-400 παρέμειναν αδρανή, τις ώρες που η Τουρκία αντιμετώπιζε ευθεία απειλή. Το ΝΑΤΟ ενίσχυσε μάλιστα την αεροπορική και πυραυλική άμυνα της Τουρκίας, μεταξύ άλλων, αναπτύσσοντας συστοιχίες Patriot στα νοτιοανατολικά της χώρας.

«Η Άγκυρα στρέφεται όλο και περισσότερο στους συμμάχους του ΝΑΤΟ για να τη βοηθήσουν να κλείσει τα κενά στην άμυνά της, ιδίως όσον αφορά την αποτροπή βαλλιστικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς, πυραύλων κρουζ και συντονισμένων επιθέσεων κορεσμού. Έχει προχωρήσει στις προηγουμένως καθυστερημένες διαπραγματεύσεις με τη Γαλλία και την Ιταλία για την απόκτηση και συμπαραγωγή του συστήματος πυραυλικής άμυνας SAMP/T. Η Γερμανία ανακοίνωσε ότι θα αναπτύξει μια επιπλέον συστοιχία αεράμυνας Patriot και 150 στρατιώτες στην Τουρκία στα τέλη Ιουνίου. Τούρκοι αξιωματούχοι αποκάλυψαν πρόσφατα ένα σχέδιο του ΝΑΤΟ που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2023 για την ίδρυση ενός πολυεθνικού σώματος στην Τουρκία. Η Άγκυρα στοχεύει να ολοκληρώσει το έργο έως το 2028. Η Τουρκία επεκτείνει επίσης τη συμμετοχή της στην ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας, ξεκινώντας μια πρωτοβουλία αποναρκοθέτησης που συνδέεται με το ΝΑΤΟ, μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία τον Ιανουάριο», επισημαίνει η Γκιονούλ Τολ, διευθύντρια του προγράμματος για την Τουρκία στο Middle East Institute, συγγραφέας του βιβλίου “Ο πόλεμος του Ερντογάν”, αρθρογραφώντας στο Foreign Affairs με τίτλο “Η σιωπηλή επανευθυγράμμιση της Τουρκίας”. Σημειωτέον, η αποβολή της Τουρκίας από το αμερικανικό πρόγραμμα F-35 είχε και οικονομικές προεκτάσεις, καθώς κόστισε στις τουρκικές εταιρείες δισεκατομμύρια δολάρια σε συμβόλαια, με τις κυρώσεις στην υπηρεσία αμυντικών προμηθειών της χώρας να περιπλέκουν την παραγωγή όπλων που βασίζονταν σε αμερικανικά ανταλλακτικά και να καθυστερούν τη διαπραγμάτευση νέων συμφωνιών.

Εξ ου και η Τουρκία, φαίνεται εδώ και κάποιο διάστημα να προσαρμόζει τις πολιτικές της απέναντι στη Ρωσία προκειμένου να αποφύγει και δευτερογενείς κυρώσεις από τη Δύση. Οι τουρκικές εξαγωγές προς τη Ρωσία μειώθηκαν απότομα και οι τουρκικές τράπεζες άρχισαν να κλείνουν ρωσικούς εταιρικούς λογαριασμούς, διακόπτοντας δεσμούς με τη Μόσχα. Η Άγκυρα περιόρισε επίσης τις εξαγωγές αγαθών αμερικανικής προέλευσης, όπως μικροτσίπ και συστήματα τηλεχειρισμού, για τα οποία οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ ανησυχούσαν ότι θα μπορούσαν να φτάσουν στον ρωσικό στρατό και έβαλε στο ράφι τα σχέδια για την ίδρυση ενός ρωσικού κόμβου φυσικού αερίου στην Τουρκία. Σημειωτέον, οι εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 50% της προσφοράς της Τουρκίας το 2018. Μέχρι το τέλος του 2025, είχαν μειωθεί κάτω από το 40% και, μετά τη συνάντηση Τραμπ-Ερντογάν στην Ουάσιγκτον το 2025, ακολούθησε μείωση άνω του 60% στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου προς την Τουρκία.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η πτώση του Άσαντ και η άνοδος μιας κυβέρνησης στη Δαμασκό στενά συνδεδεμένης με την Άγκυρα, εκ των πραγμάτων μειώνει την ανάγκη για τον Ερντογάν να κερδίζει την εύνοια του Πούτιν προκειμένου να υλοποιεί τις πολιτικές της Τουρκίας στη Συρία. Στο μεταξύ, ενδεικτικό της ενίσχυσης της συνεργασίας ανάμεσα στην Τουρκία και το ΝΑΤΟ είναι μάλλον το γεγονός ότι ο Πούτιν έχει καιρό να επισκεφτεί τον Ερντογάν στην Άγκυρα, παρότι έχει προσκληθεί επανειλημμένως.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη ότι έχει εγκαταλείψει η Τουρκία τη στρατηγική της αυτονομίας της. Όμως, σε αυτό το στάδιο, η Άγκυρα δείχνει να ερμηνεύει τις εξελίξεις με τρόπο που την ενθαρρύνει να επιδιώξει τα γεωπολιτικά και γεωοικονομικά της συμφέροντα μέσα από την αναθέρμανση της συνεργασίας με τη Δύση. Σε έναν βαθμό, η ωμή πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις επιπτώσεις που είχε η προσέγγιση του Ερντογάν με τον Πούτιν, υποχρεώνει την Τουρκία να στραφεί για λόγους τακτικής στην αγκαλιά του ΝΑΤΟ. Η διαπίστωση έχει προφανώς την αξία της για τις δυναμικές που αφορούν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εν όψει και της επικείμενης συνάντησης Τραμπ-Ερντογάν, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT