Η συζήτηση για το κατά πόσο η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται σε επενδυτική «φούσκα» επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις διαπιστώνουν ότι, παρά τις εντυπωσιακές δυνατότητές της, το κόστος ανάπτυξης και χρήσης της παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και συχνά δυσανάλογο των προσδοκώμενων οφελών.
Σύμφωνα με το Axios, η συζήτηση γύρω από την AI πέρασε μέσα σε τρία χρόνια από τρεις διαδοχικές φάσεις. Αρχικά, κυριάρχησε η καχυποψία, καθώς ιστορικά υψηλά κεφάλαια κατευθύνθηκαν στον κλάδο πριν αποδειχθεί ότι η τεχνολογία μπορεί να αυτοματοποιήσει αξιόπιστα την εργασία. Στη συνέχεια ήρθε η περίοδος της μανίας, με εργαλεία όπως το Claude Code και οι αυτόνομοι agents να ενισχύουν την πεποίθηση ότι η AI πρέπει να ενσωματωθεί παντού. Τώρα, η συζήτηση έχει περάσει στη φάση του απολογισμού.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν η τεχνολογία λειτουργεί, αλλά αν η τεράστια ισχύς της αξίζει το τίμημα. Η πρώτη φάση αμφισβητούσε την ίδια την AI, η δεύτερη σχεδόν τη θεοποίησε, ενώ η τρίτη -που κερδίζει έδαφος στις αμερικανικές επιχειρήσεις- εξετάζει αν τα οφέλη μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τις δαπάνες.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι νέες επιφυλάξεις δεν προέρχονται πια μόνο από επικριτές εκτός του κλάδου, αλλά από εταιρείες που βρίσκονται στην καρδιά της έκρηξης. Η Uber περιόρισε τη χρήση AI από τους εργαζομένους της, αφού εξάντλησε μέσα σε τέσσερις μήνες τον ετήσιο προϋπολογισμό της για το Claude Code. Στέλεχος της εταιρείας ανέφερε ότι οι δαπάνες γίνονταν όλο και πιο δύσκολο να δικαιολογηθούν, καθώς δεν υπήρχε σαφής σύνδεση ανάμεσα στη χρήση tokens και στη δημιουργία πιο χρήσιμων λειτουργιών για τους καταναλωτές.
Αντίστοιχα, η Amazon έκλεισε εσωτερικό πίνακα κατάταξης για τη χρήση tokens, καθώς εργαζόμενοι φέρονται να τον αξιοποιούσαν με πρόχειρες εργασίες μόνο και μόνο για να ανέβουν στην κατάταξη. Στέλεχος της εταιρείας κάλεσε το προσωπικό να μη χρησιμοποιεί την AI απλώς για χάρη της χρήσης.
Την ίδια ώρα, το GitHub μετέφερε το Copilot σε μοντέλο χρέωσης βάσει χρήσης, επιδιώκοντας ένα πιο βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο. Η αλλαγή αιφνιδίασε χρήστες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με το πραγματικό κόστος της εντατικής χρήσης AI. Ερευνα της Bain σε 951 μεγάλες επιχειρήσεις έδειξε ότι οι εξοικονομήσεις από την AI υπολείπονται σημαντικά των προβλέψεων, παρότι οι περισσότερες εταιρείες σχεδιάζουν να αυξήσουν τις δαπάνες τους.
Η Wall Street πήρε νέα γεύση αυτής της ανησυχίας την Παρασκευή, όταν ο Nasdaq υποχώρησε 4,2%, στη χειρότερη συνεδρίασή του εδώ και πάνω από έναν χρόνο, ενώ ο Philadelphia Semiconductor Index βούτηξε 10,3%, στη μεγαλύτερη πτώση του εδώ και περισσότερα από έξι χρόνια.
Το συμπέρασμα είναι ότι η AI μπορεί να αυξήσει θεαματικά την παραγωγικότητα όταν εφαρμόζεται σωστά και στοχευμένα. Η πραγματική «φούσκα», όμως, ίσως ήταν η υπόθεση ότι μπορεί να διαχυθεί οριζόντια σε εταιρείες, εργαζομένους και διαδικασίες και να αποδώσει αυτόματα.
Πηγή: MoneyReview

