Οι κβαντικοί υπολογιστές δεν είναι σαν το λάπτοπ που κάθεται στο γραφείο σας. Είναι μηχανήματα τα οποία, για να λειτουργήσουν, χρειάζονται ειδικές συνθήκες. Συγκεκριμένα, πρέπει να είναι κλεισμένοι σε ένα ψυγείο. Και όχι σε ένα οποιοδήποτε ψυγείο αλλά σε ειδικά μηχανήματα που τους κρατάνε σε θερμοκρασία που προσεγγίζει το απόλυτο μηδέν: -273 βαθμούς Κελσίου. Αλλιώς δεν λειτουργούν. Αυτά τα ψυγεία είναι τόσο περίπλοκα μηχανήματα, που μόνο μια χούφτα εταιρείες στον κόσμο ξέρουν πώς να τα φτιάχνουν. Η διασημότερη και η μεγαλύτερη από όλες λέγεται Bluefors. Είναι μια εταιρεία από τη Φινλανδία.
Η Φινλανδία, μια αραιοκατοικημένη χώρα με 5,5 εκατομμύρια κατοίκους, μοιάζει να βγάζει δυσανάλογα πολλές διάσημες εταιρείες τεχνολογίας. Ασφαλώς έχετε ακουστά τη Nokia, που τα παλιά τα χρόνια κυριαρχούσε στις συσκευές κινητής τηλεφωνίας, αλλά σήμερα παραμένει μια από τις μόνο τρεις εταιρείες παγκοσμίως που φτιάχνουν τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Μπορεί να ξέρετε, επίσης, την ΚΟΝΕ, τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία κατασκευής ασανσέρ στον κόσμο, που πρόσφατα ανακοίνωσε ότι θα εξαγοράσει την τέταρτη μεγαλύτερη. Αλλά μπορεί να μην ξέρατε ότι η Rovio που έφτιαξε το Angry Birds ή η Supercell, που έφτιαξε το Clash of Clans (εξαιρετικά δημοφιλή παιχνίδια για κινητά και τα δύο) ή η εταιρεία delivery Wolt είναι όλες φινλανδικές. Η Φινλανδία σήμερα έχει ένα από τα πιο δραστήρια οικοσυστήματα τεχνολογίας στον κόσμο, σε μερικούς από τους πιο δυναμικούς τομείς, από την κυβερνοασφάλεια και το gaming, μέχρι τη διαστημική τεχνολογία και τις τηλεπικοινωνίες. Στο Ελσίνκι κάθε Νοέμβριο διεξάγεται η μεγαλύτερη εκδήλωση για τεχνολογικά startups και επενδυτικά κεφάλαια στον κόσμο. Πώς έγινε αυτό; Πώς το κατάφεραν; Πώς μια χώρα στην περιφέρεια της Ευρώπης, με ταραχώδη ιστορία και έναν πολύ προβληματικό γείτονα, κατόρθωσε να στήσει ένα σύστημα παραγωγής καινοτομίας και οικονομικής αξίας αξιοζήλευτο;
Την προηγούμενη Κυριακή σας έγραφα σε αυτές τις σελίδες για όσα έμαθα σε πρόσφατο ταξίδι μου στη Φινλανδία για το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Στην επίσκεψη εκείνη δεν μας πήγαν μόνο σε σχολεία. Επισκεφτήκαμε και ερευνητικούς οργανισμούς, πανεπιστήμια και, φυσικά, επιχειρήσεις διαφόρων ειδών και μεγεθών. Θα σας γράψω εδώ σήμερα τα βασικά συμπεράσματα από αυτές τις συναντήσεις. Αλλά ταυτόχρονα, αφού μάθουμε πώς το έκαναν, θα επισημάνουμε και μια σημαντική αντίφαση που προκύπτει από όλα αυτά: πώς γίνεται να φτιάχνεις ένα τέτοιο θαυμαστό σύστημα καινοτομίας, και να καταλήγεις με περισσότερη ανεργία από την Ελλάδα; Ας ξεκινήσουμε επιστρέφοντας στο ενδεικτικό και γλαφυρό παράδειγμα με τα ψυγεία.
Η κοιτίδα
Το 1965 ο διάσημος Φινλανδός φυσικός Ολι Λούνασμα αποφάσισε να εγκαταλείψει το φημισμένο εργαστήριο Κλάρεντον στην Οξφόρδη για να επιστρέψει στη γενέτειρά του και στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Ελσίνκι (το σημερινό πανεπιστήμιο Ααλτο). Εκεί έστησε το LTL (Low Temperature Laboratory), ένα εργαστήριο που έκανε βασική έρευνα σε συναρπαστικούς τομείς όπως η υπερρευστότητα του Ηλίου-3 και η μαγνητομετρία. Το εργαστήριο έβγαλε πολλές δημοσιεύσεις και προήγαγε την επιστημονική έρευνα, αλλά έβγαλε και κάτι άλλο: μεταδιδακτορικούς φοιτητές, ερευνητές και καθηγητές, ειδικευμένους σε επιστημονικά πεδία τα οποία αργότερα θα γίνονταν πολύτιμα για την ανάπτυξη ενός νέου τύπου μηχανών: τους κβαντικούς υπολογιστές. Καθώς οι δεκαετίες περνούσαν, βεβαίως, κάποιοι έφευγαν, άλλοι έρχονταν, αλλά σταδιακά εκεί διαμορφωνόταν ένας πυρήνας σημαντικής και σπάνιας ακαδημαϊκής γνώσης. Το εργαστήριο μεγάλωνε. Γινόταν κόμβος. Επιστήμονες από άλλες χώρες, που ήθελαν να κάνουν έρευνα σε αυτό το πεδίο, έρχονταν εκεί. Πλέον κάθε χρόνο βγαίνουν 90 διδακτορικά από εκεί μέσα. Και επίσης σταδιακά, αυτή η γνώση γεννούσε και εταιρείες. Το 2008 μέσα από το εργαστήριο βγήκε η Bluefors, που εφάρμοζε στην πράξη τις ιδέες και τις τεχνικές που είχαν μελετήσει όλοι αυτοί οι ερευνητές. To 2018 στο ίδιο μέρος ιδρύθηκε και η IQM, που κατασκευάζει κβαντικούς υπολογιστές. Οπως μας είπε ο υπουργός Ανάπτυξης Σάκαρι Πούιστο ένα βροχερό πρωινό (όλα τα πρωινά ήταν βροχερά σ’ αυτή την επίσκεψη), σήμερα πάνω από 1.500 άνθρωποι εργάζονται σε αυτό τον τομέα αιχμής στη χώρα – έχουν στόχο να φτάσουν τους 10.000 μέχρι το 2030.
Παρόμοιες ιστορίες οδήγησαν στη συσσώρευση γνώσης και σε άλλους τομείς. Διάσημοι Φινλανδοί ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Ααλτο είχαν κάνει σοβαρή έρευνα στα νευρωνικά δίκτυα και τη μηχανική μάθηση, για παράδειγμα, κι όταν ήρθε η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, το οικοσύστημα δεν είχε μόνο τα μυαλά, αλλά ήδη και έτοιμες εταιρείες. Σε μια άλλη συνάντηση μιλήσαμε με ένα από αυτά τα μυαλά, τον Πέτερ Σάριν. Ο Σάριν παραιτήθηκε από το εργαστήριό του στο Πανεπιστήμιο Ααλτο το 2017 για να ιδρύσει μαζί με άλλους τη Silo AI, μια εταιρεία που φτιάχνει ΑΙ προϊόντα για άλλες εταιρείες, η οποία πρόπερσι πουλήθηκε στην AMD έναντι 665 εκατ. δολαρίων.
Ο ρόλος του κράτους
Τι χρειάστηκε για να φτιαχτεί ένα τέτοιο οικοσύστημα, και μια μικρή χώρα να ηγείται σήμερα σε έναν σημαντικό τεχνολογικό χώρο; Μερικά λαμπρά μυαλά και μερικές δεκαετίες, προφανώς. Αλλά αυτά από μόνα τους δεν φτάνουν. Υπάρχουν δυο άλλοι παράγοντες που επίσης έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο: η κουλτούρα και το κράτος.
Επένδυση στην έρευνα – Οι Φινλανδοί επενδύουν τεράστια ποσά στην έρευνα, όπως επενδύουν και στην εκπαίδευση. Πάνω από 3% του ΑΕΠ πηγαίνει σε R&D (στο τοπ-10 των χωρών παγκοσμίως – η Ελλάδα επενδύει τα μισά) με στόχο να το φτάσουν στο 4% μέχρι το 2030.
Ο ρόλος του κράτους στην ανάπτυξη του φινλανδικού συστήματος καινοτομίας ήταν και είναι κομβικός, και μάλιστα με διάφορους τρόπους. Ο πρώτος, φυσικά, είναι τα λεφτά. Οι Φινλανδοί επενδύουν τεράστια ποσά στην έρευνα, όπως επενδύουν και στην εκπαίδευση. Πάνω από 3% του ΑΕΠ πάει σε R&D (στο τοπ-10 των χωρών παγκοσμίως -η Ελλάδα επενδύει τα μισά) με στόχο να το πάνε στο 4% μέχρι το 2030, μολονότι και αυτοί, όπως όλοι, τώρα ψάχνουν να βρουν τρόπους να αυξήσουν και τις αμυντικές δαπάνες. Το πώς επενδύονται αυτά τα χρήματα από μια χώρα που δεν έχει συνηθίσει να εξαρτάται από τα ΕΣΠΑ, βεβαίως, είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα. Στη Φινλανδία έχει στηθεί ένα πλέγμα από οργανισμούς και θεσμούς που συντονίζουν τη σύνδεση της έρευνας με την αγορά, από μικρούς και στοχευμένους όπως το «Institute Q» στο Πανεπιστήμιο Ααλτο που συντονίζει το οικοσύστημα της κβαντομηχανικής, μέχρι γιγάντιους κρατικούς οργανισμούς όπως το Business Finland, που επενδύει κρατικά χρήματα σε επιχειρήσεις και σε έρευνα, το κρατικό επενδυτικό fund Tesi, το Sitra, που είναι ταυτόχρονα ερευνητικός οργανισμός και επενδυτικό όχημα, ή το VTT, ένα ερευνητικό κέντρο το οποίο λειτουργεί και ως μεσάζοντας, για διευκολύνει τη μετάβαση από τη βασική έρευνα στην εφαρμοσμένη και από εκεί στην αγορά. Θεωρητικά έχουμε και εμείς αντίστοιχους οργανισμούς, όπως τα γραφεία καινοτομίας σε κάποια πανεπιστήμια, το Enterprise Greece, η ΕΑΤΕ ή ο «Δημόκριτος». Η κλίμακα, ωστόσο, είναι εντελώς άλλη. Η Business Finland έχει 450 υπαλλήλους και το 2025 έκανε επενδύσεις ύψους 1 δισ. δολαρίων. Το Sitra διαχειρίζεται ένα κατεπίστευμα ύψους 1 δισ. δολαρίων και μόνο το ετήσιο ερευνητικό του μπάτζετ είναι 30 εκατ. δολάρια. Το VTT έχει ετήσιο μπάτζετ 300 εκατ. ευρώ, 2.400 μόνιμους υπαλλήλους, 22 εργαστήρια και γραφεία σε έξι πόλεις. Το κέντρο του, βεβαίως, είναι μέσα στο campus του Πανεπιστημίου Ααλτο. «Το 80% όλων των καινοτομιών στη Φινλανδία βγαίνουν από μια ακτίνα 5 χιλιομέτρων από εδώ που καθόμαστε», μου είπαν οι άνθρωποι του VTT, όταν τους συνάντησα.
Αλλά δεν είναι μόνο τα χρήματα. Το κράτος παρεμβαίνει στο οικοσύστημα τεχνολογίας ενεργά, οριοθετώντας στόχους και δίνοντας κατευθύνσεις. «Το 2017 το κράτος έκανε μια στρατηγική επιλογή να επενδύσει για τα επόμενα δέκα χρόνια στο διάστημα» μου είπαν οι ιδρυτές της ReOrbit, μιας εταιρείας που κατασκευάζει δορυφόρους που κινούνται στη γεωσύγχρονη τροχιά. «Κι αυτό είχε ένα αποτέλεσμα: να ιδρυθούν καινούργιες εταιρείες». Το κράτος διαλέγει περιοδικά σε ποιους τομείς της οικονομίας αξίζει να δοθεί προτεραιότητα, και κατευθύνει πόρους προς τα εκεί. Τα πανεπιστήμια διαθέτουν τα μυαλά και τις υποδομές, και το αποτέλεσμα είναι ότι λίγο πριν εκπνεύσει η δεκαετής στρατηγική της κυβέρνησης, στη χώρα υπάρχουν ξαφνικά 200 εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο της διαστημικής τεχνολογίας. Μια άλλη τέτοια εταιρεία, που φτιάχνει διαφορετικούς, πιο βραχύβιους δορυφόρους που κινούνται σε χαμηλότερη τροχιά, η ICEYE, έχει πλέον γραφεία και στην Ελλάδα, καθότι έχει πουλήσει τους δορυφόρους της και σε εμάς. Τα γραφεία της ICEYE, αλλά και το εργοστάσιο όπου κατασκευάζονται οι δορυφόροι, είναι κι αυτά μέσα στο campus του Πανεπιστημίου Ααλτο.
Οπότε έχουμε τα χρήματα και τη στοχοθέτηση του κράτους, τους πυρήνες επιστημονικής γνώσης και τον χρόνο. Αλλά βεβαίως υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, με κυριότερους τις υποδομές και την κουλτούρα.

Η Φινλανδία είναι ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μια χώρα με πυρηνικά εργοστάσια και μεγάλα υδροηλεκτρικά (οπότε με φτηνή ενέργεια), με τον ισχυρότερο υπερυπολογιστή της Ευρώπης, με υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας, με τον υψηλότερο ψηφιακό εγγραμματισμό στον κόσμο, με εξαιρετική δημόσια εκπαίδευση, με πολιτική σταθερότητα και με αξιοθαύμαστη κοινωνική συνοχή. Ολα αυτά είναι απαραίτητο υπόβαθρο για να βγουν υγιείς και δυναμικές επιχειρήσεις. Μέσα σε όλα αυτά τα πανεπιστήμια και όλες αυτές τις τάξεις γεμάτες με παιδιά που τα πάνε καλά στην PISA, αλλά και χάρη σε μια γιγάντια εταιρεία τεχνολογίας που έφτασε να αποτελεί το 4% του ΑΕΠ, όμως, προέκυψαν και απροσδόκητα παραπροϊόντα. Οι χιλιάδες μηχανικοί που πέρασαν από τη Nokia στα χρόνια της μεγάλης της ακμής, ήταν ένα κορυφαίο ανθρώπινο δυναμικό που εξακολουθεί να δημιουργεί νέες εταιρείες και να τροφοδοτεί αυτό το οικοσύστημα μέχρι σήμερα. Οταν ρώτησα τα στελέχη στα γραφεία της Supercell «γιατί φτιάχνονται τόσο πολλά video games, από το Alan Wake μέχρι το Angry Birds, σε αυτήν εδώ τη χώρα», μου εξήγησαν ότι είναι, βασικά, θέμα κουλτούρας. Στη Φινλανδία, μου είπαν, αναπτύχθηκε μια από τις πρώτες και ισχυρότερες «demoscenes» του κόσμου, μια υποκουλτούρα νεαρών προγραμματιστών που προσπαθούσαν να φτιάξουν με κώδικα όσο πιο φαντασμαγορικά βιντεάκια με γραφικά μπορούσαν στους παλιούς υπολογιστές της δεκαετίας του 1980 και 1990. Στο Ελσίνκι άρχισε να διεξάγεται και το μεγαλύτερο σχετικό συνέδριο-demo party του κόσμου, το διάσημο «Assembly», και μέσα από αυτή την πολύ ενεργή κοινότητα βγήκαν προγραμματιστές και ιδρυτές που άρχισαν να φτιάχνουν και video games και, για να μη σας τα πολυλογώ, σήμερα στη Φινλανδία υπάρχουν 270 game studios.
Η δημιουργία τέτοιων κοινοτήτων είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός συστήματος καινοτομίας. Αυτοί οι άνθρωποι είναι η μαγιά. Και το καλύτερο παράδειγμα από όλα, βεβαίως, είναι το Slush, το μεγαλύτερο συνέδριο για startups και επενδυτές στον κόσμο, που διοργανώνεται κάθε Νοέμβριο στο Ελσίνκι από (σχεδόν αποκλειστικά εθελοντές) φοιτητές και φοιτήτριες. Στα «Panathenea» της περασμένης εβδομάδας συνάντησα την 26χρονη CEO του Slush Νόορα Σάκσα, που μου εξήγησε το γιατί η Φινλανδία είναι ένα μέρος εύφορο για την ανάπτυξη τέτοιων κοινοτήτων.«Στη Φινλανδία εμπιστευόμαστε τους νέους ανθρώπους», μου είπε η κ. Σάκσα. «Τους δίνουμε τις δυνατότητες και τις ευκαιρείς για να δοκιμάσουν να φτιάξουν πράγματα». Με τα χρόνια έχει φτιαχτεί ένα δίκτυο 15.000 ανθρώπων που κάποια στιγμή έχουν δουλέψει εθελοντικά από το Slush, μια κοινότητα καταρτισμένων και φιλόδοξων νέων που αποτελούν ένα μοναδικό κοινωνικό κεφάλαιο. Ολες αυτές οι κοινότητες και οι υποομάδες του πληθυσμού δημιουργούν μια κουλτούρα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά -κάτι που μόνο οργανικά χτίζεται και δύσκολα αντιγράφεται.
Οπότε, συνοψίζοντας, έχουμε:
- χρήματα και στοχοθέτηση από το κράτος
- πυρήνες γνώσης στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα
- υποδομές και θεσμοί
- κουλτούρα και ενδυνάμωση και, τέλος,
- χρόνος
Αυτά χρειάζονται για να φτιάξει μια χώρα ένα σύστημα καινοτομίας που λειτουργεί. Είναι πολλά, είναι δύσκολα και υπερβαίνουν έναν εκλογικό κύκλο. Προϋποθέτουν μακροχρόνια στρατηγική, πολιτική σταθερότητα και σύμπνοια και ένα μίνιμουμ κοινωνικής στήριξης, καθότι μιλάμε για μια διαδικασία που δημοσιονομικά κοστίζει πολύ.
Η άλλη όψη
Υπάρχουν, ωστόσο, και δύο σημαντικά προβλήματα. Το πρώτο έχει να κάνει με τη διαχείριση και τη μακροπρόθεσμη αξιοποίηση όλης αυτής της επιτυχίας, μια πρόκληση που σχετίζεται περισσότερο με αντικειμενικούς παράγοντες, οι οποίοι είναι δύσκολο να αλλάξουν. Στο άρθρο αυτό έχουμε αναφέρει πολλές εταιρείες. Κάποιες από αυτές, όπως η Nokia και η KONE, είναι πυλώνες της φινλανδικής οικονομίας. Αλλες, όμως, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε αυτό το θαυμαστό σύστημα καινοτομίας, αλλά όταν έφτασαν σε ένα κρίσιμο μέγεθος, το μεταίχμιο που χωρίζει τις μεγάλες από τις τεράστιες εταιρείες, πουλήθηκαν. Τη Supercell την αγόρασε η κινεζική Tencent. Τη SiloAI, όπως είπαμε, την πήρε η αμερικανική AMD. Tη Wolt την αγόρασε η επίσης αμερικανική DoorDash. Το σύστημα καινοτομίας της Φινλανδίας απέδειξε ότι μπορεί να δημιουργήσει ακόμα και εταιρείες που παράγουν hardware σε αυτή τη χώρα, καταναλωτικά προϊόντα που κυκλοφορούν σε όλο τον κόσμο και καταφέρνουν να αντέξουν στον ανταγωνισμό από κολοσσούς όπως η Samsung και οι Κινέζοι, και να νικήσουν. Η Oura, που παράγει το δημοφιλέστερο «έξυπνο» ηλεκτρονικό δαχτυλίδι στον κόσμο, έχει έδρα στο Ούλου, μια πόλη στη βόρεια Οστροβοθνία με πληθυσμό αντίστοιχο της Πάτρας. Το μέγεθος του χρηματιστηρίου και της οικονομίας της χώρας, όμως, δεν μπορεί και να υποστηρίξει την ανάπτυξή της πέρα από ένα επίπεδο. Σήμερα μόνο το 5% της Oura ανήκει πια σε Φινλανδούς. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδρυτές, οι πρώτοι εργαζόμενοι και πολλοί άλλοι επωφελούνται πολύ από την ανάπτυξη του οικοσυστήματος, αλλά μετά οι επιχειρήσεις αυτές εν μέρει φεύγουν από τη χώρα, και η όποια υπεραξία από τη συνεχιζόμενη επιτυχία τους φεύγει, αποδίδεται αλλού. Η κυβέρνηση, βεβαίως, προσπαθεί τώρα να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, επενδύοντας απευθείας σε περισσότερες εταιρείες -ειδικά στον κλάδο της άμυνας. Αλλά είναι ένα δομικό πρόβλημα, που δύσκολα λύνεται.
Παρότι στη Φινλανδία τα κάνουν τόσο ωραία και αξιοθαύμαστα, σήμερα έχουν 12 δισ. δολάρια δημοσιονομικό έλλειμμα, ανεργία πάνω από 10% και το 2025 η ανάπτυξη ήταν στο 0,2%. Αυτά δεν είναι νούμερα για ένα «startup nation» που καλπάζει
Το δεύτερο θέμα είναι ότι, μολονότι στη Φινλανδία τα κάνουν τόσο ωραία και αξιοθαύμαστα, σήμερα έχουν 12 δισ. δολάρια δημοσιονομικό έλλειμμα, ανεργία πάνω από 10% και το 2025 η ανάπτυξη ήταν στο 0,2%. Αυτά δεν είναι νούμερα για ένα «startup nation» που καλπάζει. Και μας θυμίζει ότι υπάρχουν κι άλλοι, πολύ σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας, από τις γεωπολιτικές εξελίξεις μέχρι τις δημογραφικές τάσεις -και τίποτε από αυτά δεν πάει καλά για τη Φινλανδία.
Παρ’ όλα αυτά, μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι, αν δεν είχε ένα ζωντανό σύστημα καινοτομίας, η Φινλανδία σήμερα θα βρισκόταν σε ύφεση. Οτι η επένδυση στη γνώση, την εκπαίδευση και την έρευνα, ακόμα και αν δεν οδηγούν σε εντυπωσιακή ανάπτυξη συνέχεια, κάθε χρόνο, για ολόκληρη τη χώρα, συνεισφέρουν στον δυναμισμό και την ανθεκτικότητα και της αγοράς, αλλά και της κοινωνίας εν γένει. Και, τελικά, ότι, όπως είπε και ο πρόεδρος της χώρας Αλεξάντερ Στουμπ, όταν τον ρώτησαν σχετικά, «η ευτυχία δεν μετριέται με το ΑΕΠ».
Την περασμένη εβδομάδα η Φινλανδία ανακηρύχθηκε για όγδοη συνεχόμενη χρονιά «η πιο ευτυχισμένη χώρα του κόσμου».

