«Δεν με νοιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές». Ετσι δήλωσε στις 28 Μαΐου, στη συνεδρίαση υπουργικού του συμβουλίου, ο Ντόναλντ Τραμπ. Ανοησίες, θα βιαστούν να πουν πολλοί. Ως γνωστόν, αν χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου –ειδικά αν περάσει και η Γερουσία στα χέρια των Δημοκρατικών– αυτό θα σηματοδοτήσει όχι απλώς το τέλος της παντοδυναμίας του. Είναι περίπου βέβαιον ότι θα οδηγήσει σε νέες έρευνες εις βάρος του και –πολύ πιθανόν– σε μία τρίτη απόπειρα καθαίρεσής του.
Κι όμως, όπως συνήθως με τον Τραμπ, υπάρχουν φορές που πρέπει να παίρνουμε αυτά που λέει κυριολεκτικά, εκτός από σοβαρά. Προφανώς τον νοιάζει το αποτέλεσμα και θα προτιμούσε να ολοκληρώσει τη θητεία με ένα πειθήνιο Κογκρέσο στην άλλη άκρη της Λεωφόρου Πενσιλβάνια. Αλλα πράγματα, ωστόσο, τον νοιάζουν περισσότερο – και η αδιαφορία του για την τύχη της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας προκαλεί τριγμούς με το κόμμα του που δεν έχουμε ξαναδεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του.

«Ο Ντόναλντ Τραμπ πάντα ξεκαθάριζε ότι η προτεραιότητά του είναι ο εαυτός του και όχι η επιτυχία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Τα πρόσφατα σχόλιά του σχετικά με το ότι δεν ενδιαφέρεται για τις ενδιάμεσες εκλογές συνάδουν με αυτό», λέει στην «Κ» ο βετεράνος επικοινωνιολόγος των Δημοκρατικών Νταγκ Σόζνικ.
Το επεισόδιο Πάξτον
Πάνω από όλα, τον Τραμπ ενδιαφέρει η αφοσίωση στο πρόσωπό του. Αυτό ήταν που τον ώθησε, λίγες μέρες πριν από τις προκριματικές εκλογές για τη Γερουσία των ΗΠΑ στο Τέξας, που έλαβαν χώρα στις 26 Μαΐου, να υποστηρίξει τον Κεν Πάξτον, τον γενικό εισαγγελέα της πολιτείας, κατά του βετεράνου Τζον Κόρνιν. Ο Κόρνιν εκπροσωπεί το Τέξας στη Γερουσία από το 2002 και είναι εξαιρετικά αγαπητός στις τάξεις των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών. Hταν, επίσης, ξεκάθαρο φαβορί στις εκλογές του Νοεμβρίου έναντι του αναδυόμενου αστέρα των Δημοκρατικών Τζέιμς Ταλαρίκο.
Ο Πάξτον, αντιθέτως, έχει κατηγορηθεί για σωρεία σκανδάλων και εναντίον του κινήθηκε διαδικασία καθαίρεσης από την –ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς– πολιτειακή Βουλή των Αντιπροσώπων (τελικά αθωώθηκε από την πολιτειακή Γερουσία). Οι πιθανότητες νίκης του επί του Ταλαρίκο είναι πολύ λιγότερες. Ωστόσο, έχει υιοθετήσει ενθουσιωδώς την ατζέντα του Τραμπ, μεταξύ άλλων προσφεύγοντας δικαστικά για την ακύρωση των εκλογών του 2020.
Πρώτα ο εαυτός του Ο Τραμπ πάντα ξεκαθάριζε ότι προτεραιότητά του είναι ο εαυτός του και όχι η επιτυχία των Ρεπουμπλικανών. Τα σχόλιά του ότι δεν ενδιαφέρεται για τις ενδιάμεσες εκλογές συνάδουν με αυτό, λέει στην «Κ» ο επικοινωνιολόγος Νταγκ Σόζνικ.
Γερουσιαστές των Ρεπουμπλικανών προσπαθούσαν επί μήνες να πείσουν τον πρόεδρο να δηλώσει τη στήριξή του στον Κόρνιν. Είχαν συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν θα πάρει τελικά θέση – ώσπου, στις 19 του μηνός, ο Τραμπ έδωσε γραμμή μέσω του Truth Social υπέρ του Πάξτον. Είναι μία απόφαση που θα μπορούσε ακόμη και να κρίνει τον έλεγχο της πλειοψηφίας στη Γερουσία.
Παράλληλα, ο πόλεμος στο Ιράν –για τoν οποίο η στάση της κοινής γνώμης είναι εξαιρετικά αρνητική, σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας της εκτόξευσης έως 60% της τιμής των καυσίμων– έχει επιδεινώσει ακόμη περισσότερο το κλίμα για τους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των εκλογών. Ο Τραμπ υποσχόταν προεκλογικά ότι θα βάλει τέλος στην εμπλοκή των ΗΠΑ στους πολέμους και θα μειώσει στο μισό το κόστος της ενέργειας για τους Αμερικανούς. Ερωτώμενος, ωστόσο, πρόσφατα, για την αύξηση του πληθωρισμού και του κόστους ζωής που έχει προκαλέσει ο πόλεμος, ο Τραμπ απάντησε ευθέως: «Δεν σκέφτομαι τα οικονομικά των Αμερικανών […] Ούτε στο ελάχιστο».
Από την άλλη, ενώ δηλώνει αδιάφορος για την τσέπη των Αμερικανών, εξακολουθεί να φροντίζει ποικιλοτρόπως τα οικονομικά της δικής του οικογένειας (βλέπε τη φορολογική ασυλία που εξασφάλισε στον πρόσφατο «διακανονισμό» του με το υπουργείο Δικαιοσύνης).
Διολίσθηση στα γκάλοπ – Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Wall Street Journal, το ποσοστό των Ρεπουμπλικανών που «επιδοκιμάζουν σθεναρά» τα πεπραγμένα του Τραμπ στη δεύτερη θητεία του μειώθηκε τον Μάιο στο 57%, έναντι 75% τον Ιανουάριο.
Ολα αυτά έχουν οδηγήσει, τις τελευταίες εβδομάδες, σε μία σειρά αντιδράσεων: οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο αρνήθηκαν να χρηματοδοτήσουν την αίθουσα δεξιώσεων και υποχρέωσαν τον Τραμπ να εγκαταλείψει –προσωρινά τουλάχιστον– την ιδέα του «ταμείου κατά της εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης», μέσω του οποίου χρήματα των φορολογουμένων θα πήγαιναν στους φίλους και οπαδούς του. Την Τετάρτη, τέσσερις Ρεπουμπλικανοί βουλευτές συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς και ενέκριναν ψήφισμα που υποχρεώνει τον Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο κατά του Ιράν αν δεν έχει το πράσινο φως του Κογκρέσου. Και την Πέμπτη, η Βουλή, με τις ψήφους 18 Ρεπουμπλικανών και παρά την αντίθετη γραμμή της ηγεσίας, υπερψήφισε το Ukraine Support Act για την επιβολή νέων κυρώσεων στη Ρωσία και την παροχή στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία (226 υπέρ – 195 κατά).
Η διάθεση των Ρεπουμπλικανών νομοθετών να πάνε κόντρα στον Τραμπ έχει τονωθεί εξαιτίας της υπό διαρκή διολίσθηση δημοτικότητάς του. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Wall Street Journal, το ποσοστό των Ρεπουμπλικανών που «επιδοκιμάζει σθεναρά» τα πεπραγμένα του Τραμπ στη δεύτερη θητεία του μειώθηκε τον Μάιο στο 57%, έναντι 75% τον Ιανουάριο.
Η μάχη για τη Γερουσία
Σε αυτή τη φάση, η ανάκτηση του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων από τους Δημοκρατικούς θεωρείται περίπου βέβαιη. Αλλά και η έκβαση της μάχης για τη Γερουσία, που μέχρι πριν από λίγους μήνες εθεωρείτο άπιαστο όνειρο για την αντιπολίτευση, εκτιμάται σήμερα στο 50/50. Οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές πρέπει να υπερασπιστούν όλες τις δικές τους έδρες, με πιο δύσκολη την κούρσα που αντιμετωπίζει ο Τζον Οσοφ στην Τζόρτζια, και να κερδίσουν τέσσερις πολιτείες υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών, μόνο μία εκ των οποίων –το Μέιν– ήταν στη δική τους στήλη στις προεδρικές εκλογές του 2024. Αν τα καταφέρουν στο Μέιν, παρά τους πολλούς σκελετούς στο ντουλάπι του σχεδόν βέβαιου υποψηφίου τους, θα χρειαστεί να κάνουν την υπέρβαση σε τρεις από τις πέντε κόκκινες πολιτείες όπου, επί του παρόντος, δείχνουν να έχουν μία πραγματική ευκαιρία.
Οι αμφίρροπες αναμετρήσεις
ΤΕΞΑΣ. Ο τελευταίος Δημοκρατικός που εξελέγη γερουσιαστής στην πολιτεία ήταν ο Λόιντ Μπέντσεν (η τελευταία εκλογική του νίκη ήταν το 1988). Ωστόσο, ο 37χρονος Τζέιμς Ταλαρίκο των Δημοκρατικών, πρώην ιεροσπουδαστής και δεινός ρήτορας, έχει τη δυνατότητα να προσεγγίσει συντηρητικούς ψηφοφόρους. Ο Κεν Πάξτον, από την πλευρά του, έχει τον Τραμπ, του οποίου η καθαρή δημοτικότητα μεταξύ Ισπανόφωνων βρίσκεται στο -51 (NYT/Siena).
ΟΧΑΪΟ. Η κατ’ εξοχήν πολιτεία της «ζώνης της σκουριάς» έχει στραφεί αποφασιστικά προς τα δεξιά στην εποχή Τραμπ (η διαφορά υπέρ του στις εκλογές του 2024 ήταν 11 μονάδες). O Σέροντ Μπράουν, όμως, ένθερμος υποστηρικτής των συνδικάτων και γερουσιαστής των Δημοκρατικών στο Οχάιο με τρεις θητείες στο ενεργητικό του, έχει τη δυνατότητα να κάνει την ανατροπή.
ΑΛΑΣΚΑ. Μεγάλες είναι οι προσδοκίες των Δημοκρατικών και στον αρκτικό Βορρά, παρότι η Αλάσκα ψηφίζει σταθερά για τους Ρεπουμπλικανούς στις προεδρικές εκλογές από το 1968. Η Μέρι Πελτόλα, βουλευτής το 2022-25, ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της τον περασμένο Ιανουάριο, αναβιώνοντας το σύνθημα από την προηγούμενη εκστρατεία της: «Fish, family and freedom» και προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις από τότε που ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της.
ΑΪΟΒΑ. Η μεσοδυτική πολιτεία ψήφισε δύο φορές για τον Μπαράκ Ομπάμα, αλλά αγκάλιασε στη συνέχεια το κίνημα MAGA, ψηφίζοντας τρεις φορές για τον Τραμπ – το 2024 με διαφορά μεγαλύτερη από 13 μονάδες. Ωστόσο, η οργή για την πολιτική των δασμών έχει φουντώσει στην αγροτική κοινότητα της Αϊόβα και οι Δημοκρατικοί μόλις έδωσαν το χρίσμα τους για τη Γερουσία σε έναν χαρισματικό χρυσό παραολυμπιονίκη και πολιτειακό βουλευτή, τον Τζος Τούρεκ.
ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ. Πρόκειται για την πιο αμφίρροπη από τις πέντε πολιτείες, με τη διαφορά υπέρ του Τραμπ το 2024 να περιορίζεται στις 3,2 μονάδες. Οι Δημοκρατικοί έπεισαν τον Ρόι Κούπερ, δημοφιλή, μετριοπαθή κυβερνήτη της Βόρειας Καρολίνας μεταξύ 2017-25 και πρωτύτερα γενικό εισαγγελέα για 16 χρόνια, να κατέβει στην κούρσα.

