«Ζήτησε συνάντηση μαζί μου, αλλά δεν βλέπω κανένα λόγο σε αυτή τη φάση για κάτι τέτοιο. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια βιώσιμη συμφωνία ειρήνης». Με αυτά τα λόγια, από το βήμα του ετήσιου Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, ο Βλαντιμίρ Πούτιν απέρριψε, όπως αναμενόταν, την πρόταση που διατύπωσε μία ημέρα νωρίτερα ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μέσω ανοιχτής επιστολής που περιείχε δριμείες κατηγορίες, ακόμη και ειρωνείες εναντίον του Ρώσου προέδρου.
«Αυτή η επιστολή περιέχει ανάγωγες εκφράσεις… Αναφέρθηκε στην ηλικία μου, όμως το κύριο ζήτημα όταν πρόκειται για ηγέτες κρατών δεν είναι η ηλικία, αλλά η ικανότητα να εργάζονται», σχολίασε ο Πούτιν, σε μία αναφορά που θα μπορούσε να εικάσει κανείς ότι απευθυνόταν και προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Στο ίδιο πνεύμα, σημείωσε: «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Ουκρανία δεν θέλει την αμερικανική κυβέρνηση ως εγγυήτρια των ειρηνευτικών συνομιλιών».
Στη μακροσκελή ανοιχτή επιστολή του, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε γράψει: «Επειτα από 26 χρόνια στην εξουσία, η ηλικία αρχίζει να εισπράττει τους φόρους της. Οσο περνάει ο καιρός, η κούραση (των Ρώσων) με το πρόσωπό σας θα αυξάνεται… Είναι ένα γεγονός της Ιστορίας που το γνωρίζετε καλά: όταν η Ρωσία κουράζεται, έρχεται η αλλαγή».
Χρέος και κυρώσεις
Στη χθεσινή ομιλία του, ο Πούτιν αναγνώρισε ότι οι ουκρανικοί βομβαρδισμοί «προκαλούν ορισμένα προβλήματα», αλλά επέμεινε ότι «η ρωσική οικονομία δεν απειλείται και η χώρα είναι ελκυστική για επενδύσεις». Ανέφερε ότι το εξωτερικό χρέος της χώρας βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα (μόλις 15,5% του ΑΕΠ) και υποστήριξε ότι οι κυρώσεις της Δύσης και η «ληστεία» ρωσικών περιουσιακών στοιχείων «έχουν αναπόφευκτες επιπτώσεις στο δολάριο και στο ευρώ», καθώς «όλοι σκέφτονται ότι μπορεί αύριο να βρεθούν στη θέση της Ρωσίας». Επίσης σημείωσε ότι το 65% των ρωσικών εξαγωγών γίνεται με βάση όχι το δολάριο, αλλά το ρούβλι.
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, τόνισε ότι η Ευρώπη είναι εκείνη που ζημιώνεται περισσότερο από τη διακοπή των σχέσεων με τη Ρωσία, ιδίως στον ενεργειακό τομέα, και εκείνη που επωμίζεται τους μεγαλύτερους κινδύνους λόγω της στρατιωτικής υποστήριξης που προσφέρει στην Ουκρανία.
«Βλέπουμε τα σοκ στις αγορές ενέργειας, τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τις κοντόφθαλμες πολιτικές της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Αυτές οι πολιτικές συνοδεύονται από επιθετική ρητορική και οδηγούν στην υποβάθμιση της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία και στην υπονόμευση της περιφερειακής και παγκόσμιας ασφάλειας», είπε ο Ρώσος πρόεδρος.
Μία ημέρα νωρίτερα, μιλώντας με εκπροσώπους διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων στο περιθώριο του Φόρουμ, είχε επιχειρήσει ένα ανιχνευτικό άνοιγμα προς την Ευρώπη και ιδιαίτερα προς τη Γερμανία, λέγοντας ότι θα μπορούσε «από αύριο κιόλας» να θέσει και πάλι σε λειτουργία τον Nord Stream, αποκαθιστώντας τις ροές φυσικού αερίου εφόσον υπήρχε η αντίστοιχη βούληση από την άλλη πλευρά.
Η Ευρώπη είναι εκείνη που ζημιώνεται από τη ρήξη με τη Ρωσία, λέει ο Ρώσος πρόεδρος, δηλώνοντας πρόθυμος για εκ νέου άνοιγμα του Nord Stream.
Στην ίδια συζήτηση υποστήριξε ότι ο ρωσικός στρατός προχωράει σε όλα τα μέτωπα και έχει φτάσει να ελέγχει το 100% του Λουγκάνσκ, το 85% του Ντονέτσκ και το 80% της Ζαπορίζια. Αναγνώρισε όμως ότι η ρωσική αεράμυνα εμφανίζει κενά σε ό,τι αφορά την αναχαίτιση των ουκρανικών πυραύλων και drones, σημειώνοντας ότι είναι ένα θέμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα. Σε ό,τι αφορά τους όρους τερματισμού της σύγκρουσης, δήλωσε ότι το «κλειδί» βρίσκεται «στην εφαρμογή των συμβιβασμών που συζητήσαμε (με τον Τραμπ) στο Ανκορατζ», κάτι που παραπέμπει στη ρωσική αξίωση για παράδοση ολόκληρου του Ντονμπάς (Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ) από τους Ουκρανούς.
Πρόταση Μακρόν
Οπως ανακοινώθηκε χθες από το Ελιζέ, οι ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας θα συναντηθούν την Κυριακή στο Λονδίνο, όπου θα είναι παρών και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, για να συζητήσουν τις εξελίξεις στο Ουκρανικό. Ο Εμανουέλ Μακρόν τάχθηκε χθες υπέρ της πρότασης για συνάντηση κορυφής των δύο εμπολέμων, τονίζοντας ότι εναπόκειται στην Ουκρανία και στη Ρωσία να συμφωνήσουν στους όρους της ειρήνευσης, ενώ η Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει. Την ετοιμότητά του για διάλογο με τον Πούτιν εξέφρασε ο Φρίντριχ Μερτς, αν και υποστήριξε ότι δεν υπάρχει για την ώρα αντίστοιχη βούληση από την πλευρά του Ρώσου προέδρου.
Ο Κιρ Στάρμερ δήλωσε χθες ότι η Ρωσία θα μπορούσε να επιτεθεί στο ΝΑΤΟ «από το 2030», όπως εκτιμούν οι μυστικές υπηρεσίες της Βρετανίας. «Δεν είναι υπερβολικό να πούμε πως ζούμε στην πιο επικίνδυνη και αβέβαιη περίοδο της ζωής μας», είπε ο Βρετανός πρωθυπουργός στη διάρκεια επίσκεψης σε επιχείρηση αμυντικής βιομηχανίας στο Γιορκσάιρ. Πρόσφατα ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε επισήμανε ότι η Ρωσία «θα μπορούσε να είναι έτοιμη να προσφύγει σε στρατιωτική βία εναντίον της Συμμαχίας μέσα σε πέντε χρόνια».

