Τα πρώτα ναυάγια που φέρεται να συνδέονται με τους πραγματικούς πειρατές της Καραϊβικής ανακαλύφθηκαν στις Μπαχάμες από μια διεθνή αποστολή αρχαιολόγων.
Ο Εντουαρντ Τιτς, γνωστός ως Μαυρογένης, και ο «Κάλικο» Τζακ Ράκχαμ, οι δύο διαβόητοι Αγγλοι πειρατές, ήταν μεταξύ όσων μετέτρεψαν το Νασάου, μεταξύ του 1690 και του 1720, κατά τη λεγόμενη χρυσή εποχή της πειρατείας, σε κρησφύγετό τους, σχεδιάζοντας εκεί τις επόμενες θαλάσσιες ληστείες τους και μοιράζοντας τη λεία τους.
Σήμερα, σύμφωνα με τον Guardian, μετά την πρώτη επίσημη άδεια κατάδυσης στην κλειστή ζώνη του λιμανιού του Νασάου, μια αποστολή του Wreckwatch, μιας πλατφόρμας για την εξερεύνηση ναυαγίων, την υποβρύχια αρχαιολογία, την ιστορία, την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, εντόπισε έξι ναυάγια, εκ των οποίων τα τρία χρονολογούνται από τη «χρυσή εποχή» της πειρατείας.
Οι πειρατές ήταν γνωστό πως κατέστρεφαν τα αποδεικτικά στοιχεία της δράσης τους, πυρπολώντας τα πλοία που προηγουμένως είχαν λεηλατήσει. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ένα καμένο ξύλινο κουφάρι.
Τα περιστρεφόμενα κανόνια, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε άξονες, ήταν τα όπλα που προτιμούσαν οι πειρατές για να σπέρνουν τον πανικό στα εχθρικά πληρώματα. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν αυτό που περιέγραψαν ως ένα τέτοιο παράδειγμα –«μια υπογραφή των πειρατικών επιθέσεων», όπως χαρακτήρισαν το εύρημα– μαζί με ένα σιδερένιο κανόνι και δεκάδες μολύβδινες σφαίρες μουσκέτου, καθώς και μια πέτρα λείανσης για το ακόνισμα των σπαθιών.
Τα ευρήματα ξεπέρασαν τις προσδοκίες των επιστημόνων, καθώς ο βυθός είχε υποστεί εκτεταμένη εκσκαφή λόγω βυθοκόρησης.
«Αυτά τα ευρήματα είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Μου προκάλεσε κατάπληξη η απροσδόκητη διατήρηση ενός ξύλινου σκάφους – τα πλοία ήταν, άλλωστε, το βασικό εργαλείο της πειρατικής τρομοκρατίας. Είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν δεκάδες ακόμη ναυάγια μέσα και γύρω από το λιμάνι», σημειώνει στον Guardian ο δρ Σον Κίνγκσλεϊ, Βρετανός θαλάσσιος αρχαιολόγος και συνεπικεφαλής της αποστολής.
Αναφερόμενος στο καμένο σκάφος πρόσθεσε: «Το να το δω και να το αγγίξω ήταν πραγματικά μια μοναδική εμπειρία και πολύ συγκινητική».
Το 1695, ο Χένρι Εϊβερι έγινε ο πλέον καταζητούμενος κακοποιός της εποχής του, αφού πραγματοποίησε την πιο κερδοφόρα ληστεία στην ιστορία της πειρατείας, λεηλατώντας χρυσό, ασήμι, ζαφείρια, σμαράγδια και διαμάντια αξίας άνω των 85 εκατ. λιρών σε σημερινή αξία.

Οταν οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν το καμένο σκάφος, του οποίου τα ξύλα συγκρατούνταν με ξύλινα καρφιά, αναρωτήθηκαν αν αυτό θα μπορούσε να είναι το θρυλικό «Fancy», η πειρατική ναυαρχίδα του Εϊβερι. Το σκάφος αυτό είχε καεί μέχρι την ίσαλο γραμμή, άλλο ένα στοιχείο που συνηγορεί πως ενδέχεται να είναι το σκάφος ενδιαφέροντος των αρχαιολόγων.
«Το κάψιμο των πλοίων μέχρι την ίσαλο γραμμή ήταν μια διαβόητη τακτική για την απόκρυψη εγκληματικών πράξεων από τις αρχές. Το σκάφος του Νασάου φέρει όλα τα σημάδια πειρατικών πράξεων», εξηγεί ο δρ Μάικλ Πέιτμαν, συνεπικεφαλής της αποστολής και πρεσβευτής για θέματα ιστορίας, πολιτισμού και μουσειολογίας στις Μπαχάμες.
«Το πλοίο ήταν βαριά οπλισμένο, ιδίως με περιστρεφόμενα πυροβόλα, Τοποθετημένα στις ράγες του καταστρώματος, αυτά τα αντιαρματικά εξαπέλυαν καταστροφικό πυρ κατά των εχθρικών πληρωμάτων», προσθέτει.
Η ομάδα ανακάλυψε επίσης κομμάτια ιστιοφόρου, γυάλινα μπουκάλια και εξαρτήματα από το μαγειρείο του πλοίου που είχαν διατηρηθεί, καθώς και 143 πήλινες πίπες καπνού, μερικές από τις οποίες προεξείχαν από την άμμο δίπλα σε θραύσματα ξύλινων κιβωτίων μεταφοράς.
Οι πίπες ήταν διακοσμημένες με μονόκερους, άλογα, το βρετανικό στέμμα και το βασιλικό οικόσημο της Αγγλίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι κατασκευάστηκαν στο Λονδίνο γύρω στη δεκαετία του 1740.
«Η διατήρηση του ναυαγίου, που έχει υποστεί σοβαρές ζημιές από την παράκτια ανάπτυξη, είναι ένα θαύμα. Το φορτίο του εμπορικού πλοίου, που περιλάμβανε κρασί σε γυάλινα μπουκάλια και πολυτελείς πίπες καπνίσματος, ρίχνει σπάνιο φως στο ότι το Νασάου έγινε ένα κανονικό εμπορικό λιμάνι, ανακάμπτοντας από την πειρατική αναρχία», σημειώνει ο Κίνγκσλεϊ.
Οι ανακαλύψεις καθίστανται ακόμη πιο συναρπαστικές, καθώς το συγκεκριμένο θαλάσσιο σημείο φιλοξενεί μία από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις καρχαριών στον κόσμο. «Ομως, δεν ενοχλήσαμε ο ένας τον άλλον κάτω από το νερό», λέει ο Κίνγκσλεϊ. «Φροντίσαμε να σεβαστούμε τον κόσμο τους».
«Χάρη στο Χόλιγουντ, όλοι αγαπούν τον μύθο», λέει ο Κίνγκσλεϊ, αναφερόμενος στη σειρά ταινιών «Οι Πειρατές της Καραϊβικής», έναν εμπορικό θρίαμβο 4,5 δισ. δολαρίων. «Ομως, πέρα από τη μυθοπλασία, κανείς δεν ξέρει πώς ζούσαν πραγματικά οι θαλασσόλυκοι… και τι απέγιναν τα μέσα με τα οποία έσπερναν τον όλεθρο – τα ξύλινα πλοία».
Πηγή: Guardian

