Ακόμη και με τα δεδομένα της εποχής Τραμπ, οι δύο προηγούμενες εβδομάδες ήταν η επιτομή του τραγέλαφου. Τη Δευτέρα 18 Μαϊου, ο Αμερικανός πρόεδρος αποφάσισε ένα νέο κύμα βομβαρδισμών εναντίον του Ιράν. Την ίδια μέρα ακύρωσε την εντολή που (υποτίθεται ότι) είχε δώσει ο ίδιος, ανακοινώνοντας «σοβαρές διαπραγματεύσεις». Την Παρασκευή 22 Μαϊου γνωστοποίησε ότι δεν θα πήγαινε στον γάμο του μεγαλύτερου γιου του, στις Μπαχάμες, λόγω «εξελίξεων» στο Ιρανικό.
Όλοι υπέθεσαν ότι οι φλόγες του πολέμου θα άναβαν ξανά στον Κόλπο. Κι όμως, το Σαββατοκύριακο ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο αισιοδοξούσε για επίτευξη συμφωνίας από ώρα σε ώρα. Τη Δευτέρα, το τρελό εκκρεμές βρέθηκε ξανά στο αντίθετο άκρο, με αμερικανικούς βομβαρδισμούς στα Στενά του Ορμούζ, κάτι που επαναλήφθηκε δύο ημέρες αργότερα. Ωστόσο, την Παρασκευή ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι ήταν έτοιμος να άρει τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών με αντάλλαγμα το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν και την παράδοση του ιρανικού αποθέματος ισχυρά εμπλουτισμένου ουρανίου στις ΗΠΑ.
Ανοίγουν τα Στενά – Το «μνημόνιο συνεννόησης» που βρίσκεται στο τραπέζι προβλέπει παράταση της εκεχειρίας κατά 60 ημέρες σε Ιράν και Λίβανο, άνοιγμα των Στενών και από τους δύο εμπολέμους και απελευθέρωση των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου.
Αμέσως μετά, συγκάλεσε σύσκεψη με επιτελείς του στην Αίθουσα Επιχειρήσεων για να οριστικοποιήσει τις αποφάσεις του. Η σύσκεψη κράτησε δύο ώρες χωρίς να αποσαφηνίσει ο Αμερικανός πρόεδρος τις προθέσεις του. Η κατάσταση παρέμενε συγκεχυμένη, καθώς το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών ξεκαθάριζε ότι δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία, ότι η Τεχεράνη δεν προτίθεται να παραδώσει στους Αμερικανούς το εμπλουτισμένο ουράνιο και ότι δεν θα ανοίξει τα Στενά αν οι ΗΠΑ δεν απελευθερώσουν δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια, ύψους τουλάχιστον 12 δισ δολαρίων.
Απειλές παντού
Η σχιζοειδής συμπεριφορά του Τραμπ προέρχεται από το γεγονός ότι, ενώ η σύγκρουση στον Κόλπο διανύει πλέον τον τέταρτο μήνα της, η Τεχεράνη δεν εννοεί όχι να συνθηκολογήσει, αλλά ούτε καν να του επιτρέψει να σώσει τα προσχήματα. Τις τελευταίες ημέρες έγινε γνωστό ότι το Ιράν συζητούσε με το Ομάν τον από κοινού έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, με τις δύο χώρες να εισπράττουν τέλη από όλα τα διερχόμενα πλοία. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο Τραμπ δήλωσε ότι «το Ομάν θα συμπεριφερθεί όπως όλος ο κόσμος, διαφορετικά θα πρέπει να το τινάξουμε στον αέρα». Όταν ένας Αμερικανός ηγέτης απειλεί «να τινάξει στον αέρα» μια αραβική χώρα σύμμαχο των ΗΠΑ, η οποία εργάστηκε ως μεσολαβητής μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, αντιλαμβάνεται κανείς ότι έχει χάσει τα σημεία του ορίζοντα.
Εγκλωβισμένος στο τέλμα μιας κρίσης την οποία ο ίδιος επέλεξε, ο Τραμπ καλούνταν να επιλέξει μεταξύ τριών κακών εναλλακτικών. Η πρώτη θα ήταν η επιστροφή στον πόλεμο, ενδεχομένως και με τη συμμετοχή χερσαίων δυνάμεων, υπό το πρίσμα της λογικής που λέει πως ό,τι δεν καταφέραμε χθες με τη βία, μπορεί να το καταφέρουμε αύριο με περισσότερη βία. Ωστόσο κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν μεγαλύτερες απώλειες Αμερικανών στρατιωτών, θα έφερνε την παγκόσμια οικονομία πιο κοντά στο χείλος της οδυνηρής ύφεσης και θα εξέθετε τα αραβικά κράτη του Κόλπου σε νέα ιρανικά πλήγματα, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τους την ύπαρξη ως λειτουργικές κοινωνίες. Ο βομβαρδισμός αμερικανικής βάσης στο Κουβέιτ, την Τετάρτη, ήταν μια ισχυρή υπενθύμιση.
Εναλλακτικά, οι Αμερικανοί θα μπορούσαν να παρατείνουν τον ναυτικό αποκλεισμό, με την προσδοκία ότι τα οξύτατα οικονομικά προβλήματα του Ιράν θα αναγκάσουν την ηγεσία του να συνθηκολογήσει. Όλοι οι σοβαροί αναλυτές, όμως, εκτιμούσαν πως ο χρόνος κυλούσε εναντίον των ΗΠΑ και ότι αν τα Στενά μείνουν κλειστά και τον Ιούλιο, ο Αύγουστος θα φέρει εκατόμβες στις διεθνείς αγορές. Τούτων δοθέντων, απομένει η τρίτη, εξαιρετικά δύσπεπτη για τον Τραμπ λύση: να συρθεί σε μια συμφωνία που θα α
Το πυρηνικό πρόγραμμα – Τα ακανθώδη ζητήματα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και του τελικού καθεστώτος του Ορμούζ φαίνεται πως παραπέμπονται σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σοβαρή νίκη για την ιρανική διπλωματία.
ποτελεί, επί της ουσίας, νίκη για το Ιράν, όσο κι αν ο ίδιος θα προσπαθήσει να την εξωραϊσει- «να φάει το κοράκι, βαφτίζοντάς το αστακό» όπως έγραψε ο αρθρογράφος των New York Times, Τόμας Φρίντμαν.
Η φόρμουλα
Τούτων δοθέντων, ο Αμερικανός πρόεδρος προσανατολίστηκε προς την τρίτη λύση. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» που βρίσκεται στο τραπέζι προβλέπει παράταση της εκεχειρίας κατά 60 ημέρες σε Ιράν και Λίβανο, άνοιγμα των Στενών και από τους δύο εμπολέμους και απελευθέρωση των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου. Τα ακανθώδη ζητήματα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και του τελικού καθεστώτος του Ορμούζ παραπέμπονται σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μια πρώτη, σοβαρή νίκη για την ιρανική διπλωματία, που πάσχιζε εξ αρχής να μεταθέσει σε δεύτερο χρόνο τη συζήτηση για το πυρηνικό πρόγραμμα, ώστε να έχουν εξασθενήσει οι μοχλοί πίεσης των Αμερικανών.
«Το χειρότερο σφάλμα που μπορεί να διαπράξεις όταν επιδιώκεις μια συμφωνία, είναι να δείξεις ότι ποθείς απεγνωσμένα να την κλείσεις. Τότε ο άλλος θα μυριστεί αίμα και θα σε τελειώσει». Αυτά έγραφε ο Ντόναλντ Τραμπ το 1987 στο βιβλίο του The Art of the Deal (Η Τέχνη της Συμφωνίας). Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, δυσκολεύτηκε να εφαρμόσει τις συμβουλές του, πράγμα που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τα «γεράκια» στους κόλπους των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών. Ο Τεντ Κρουζ χαρακτήρισε την επικείμενη συμφωνία «ολέθριο σφάλμα», ενώ ο Λίντσεϊ Γκράχαμ παρατήρησε ότι «όλοι θα αναρωτιούνται γιατί ξεκινήσαμε τον πόλεμο». Περισσότερο δηκτικός, ο Μάικ Πομπέο, υπουργός Εξωτερικών στην πρώτη προεδρία Τραμπ, είπε ότι «θα πληρώνουμε τους Φρουρούς της Επανάστασης για να τρομοκρατούν τον κόσμο».
Πύραυλοι εντυπώσεων
Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι οι περιορισμένοι αμερικανικοί βομβαρδισμοί της Δευτέρας και της Τετάρτης είχαν ως κύριο στόχο να κατευνάσουν την εσωτερική κριτική, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι ο Αμερικανός πρόεδρος διαπραγματεύεται από θέση ισχύος. Προκειμένου να σώσει τα προσχήματα, ο Τραμπ θα επιμείνει σε κάποιες υποχωρήσεις του Ιράν στο θέμα του πυρηνικού προγράμματος ώστε να μπορεί να ισχυριστεί ότι η δική του συμφωνία θα είναι καλύτερη από εκείνη που πέτυχε ο Ομπάμα το 2015.
Υπό το ίδιο πρίσμα, προσέθεσε μια άλλη, ουρανοκατέβατη αξίωση. Στη διάρκεια του περασμένου Σαββατοκύριακου, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και του Πακιστάν για να τους πει ότι η συμμετοχή τους στις Συμφωνίες του Αβραάμ (με το Ισραήλ) θεωρείται από τον ίδιο «υποχρεωτική» και κατεπείγουσα. Η ιστοσελίδα Axios έγραψε ότι οι συνομιλητές του έμειναν άφωνοι και απέφυγαν να απαντήσουν, ενώ λίγο αργότερα το Πακιστάν την απέρριψε κατηγορηματικά.
Παρά την υποτιθέμενη εκεχειρία της 10ης Οκτωβρίου στη Γάζα, το Ισραήλ συνέχισε τη γενοκτονία των Παλαιστινίων, και αυτή την εβδομάδα ο Νετανιάχου ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να καταλάβει το 70% της παλαιστινιακής γης. Κενό γράμμα είναι και η εκεχειρία της 16ης Απριλίου στον Λίβανο, όπου ο ισραηλινός στρατός βομβαρδίζει ανελέητα και εννοεί να εκκενώσει όλα τα εδάφη νότια του ποταμού Ζαχράνι- μια έκταση γύρω στα 2.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, εξαπλάσια της Γάζας. Το να πιστεύει ο Τραμπ ότι σε αυτή τη συγκυρία αρκεί να χτυπήσει ο ίδιος τα δάχτυλά του για να σπεύσουν να προσκυνήσουν τον Νετανιάχου όλοι οι Άραβες ηγέτες της περιοχής, προδίδει την πλήρη απογείωσή του από την πραγματικότητα.
Ο αντίκτυπος
Γεγονός είναι ότι ο πόλεμος όχι μόνο δεν ανέτρεψε, αλλά ενίσχυσε πολιτικά το καθεστώς του Ιράν, δίνοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία, εκεί όπου η οικονομική κρίση και το κύμα των διαδηλώσεων το είχαν φέρει σε υπαρξιακή κρίση. Εξίσου ενισχυμένη εμφανίζεται η γεωστρατηγική θέση του. «Το Ιράν θα διαθέτει στο εξής αυξημένη επιρροή, έχοντας αποδείξει ότι μπορεί να ελέγξει τα Στενά, να πλήξει τους γείτονές του και τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή, προκαλώντας τεράστιες ζημιές», δήλωσε στους Financial Times ο Νταν Σαπίρο, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Ισραήλ.
Την περασμένη Δευτέρα, το κύριο άρθρο της γαλλικής Le Figaro, αφιερωμένο στην πολιτική των ΗΠΑ έναντι του Ιράν, είχε τίτλο «Χάρτινη Τίγρη». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τραμπ θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να διασκεδάσει το ισχυρό πλήγμα που δέχεται το αμερικανικό γόητρο στον Κόλπο με επίδειξη ισχύος κάπου αλλού, πιθανότατα στην Κούβα, όπου μια οικονομική γενοκτονία σε αργή κίνηση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Σε κάθε περίπτωση, δύσκολα θα αποφύγει να χρεωθεί τη μεγαλύτερη γκάφα στα χρονικά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να φύγει από τον Λευκό Οίκο με το χειρότερο στίγμα που θα μπορούσε να φανταστεί: εκείνο του loser.

