Παγκοσμίως το κάπνισμα μειώνεται τα τελευταία χρόνια – όχι όμως και στην Κίνα, όπου αντιθέτως αυξήθηκε κατά 39% την περίοδο μεταξύ 2003 και 2023. Κάθε χρόνο στην πολυπληθή ασιατική χώρα πωλούνται 2,4 τρισ. τσιγάρα. Πρόκειται για σχεδόν το ήμισυ του παγκόσμιου συνόλου, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι New York Times.
Αν και το ποσοστό των καπνιστών στην Κίνα έχει μειωθεί τα τελευταία 13 χρόνια επί του συνόλου του πληθυσμού χάρη στους νέους, οι πωλήσεις τσιγάρων αυξάνονται. Οι τιμές παραμένουν χαμηλές: ένα πακέτο στο Πεκίνο κοστίζει κατά μέσον όρο 3 δολάρια (2,5 ευρώ), περίπου μόλις το ένα τρίτο της τιμής στις ΗΠΑ.
Οσες προσπάθειες έχουν γίνει από την πλευρά της κυβέρνησης και των Αρχών για να μειωθεί η κατανάλωση έχουν πέσει στο κενό, σύμφωνα με τους NY Times. Ο λόγος: το πανίσχυρο λόμπι της Κρατικής Διοίκησης Μονοπωλίου Καπνού της Κίνας που λειτουργεί ως ρυθμιστής του καπνοβιομηχανικού κλάδου και παράλληλα ως διαχειριστής του μεγαλύτερου κατασκευαστή τσιγάρων της χώρας, της Εταιρείας Καπνού Κίνας (China National Tobacco Corporation). Το 2025 η εν λόγω βιομηχανία είχε περίπου 244 δισ. δολάρια κέρδη και έσοδα από φορολογία (καθώς είναι κρατική), σχεδόν όσα η Κίνα λέει ότι ξοδεύει για την άμυνα, σημειώνουν οι NYT. Ωστόσο, το οικονομικό κεφάλαιο που η Διοίκηση Μονοπωλίου Καπνού «επενδύει» στο κράτος μεταφράζεται σε πολιτική επιρροή. Ενδεικτικά, ο επικεφαλής διοικητής της κατέχει βαθμό αντίστοιχο με εκείνον αναπληρωτή υπουργού της κυβέρνησης.
Το 2022 η Διοίκηση Μονοπωλίου Καπνού διεύρυνε την εξουσία της και στην αγορά των ηλεκτρονικών τσιγάρων, επιβάλλοντας αυστηρότερους κανόνες. Το άτμισμα, σε αντίθεση με άλλες χώρες, δεν έχει μειώσει τη ζήτηση τσιγάρων στην Κίνα, υπογραμμίζουν οι New York Times. Το Πεκίνο παρότι επικύρωσε τη σύμβαση-πλαίσιο του ΠΟΥ για τον έλεγχο του καπνού του 2005, δεν έχει εφαρμόσει τις αυστηρότερες διατάξεις της.
Η μεγαλύτερη νίκη για την κινεζική Διοίκηση Μονοπωλίου Καπνού ήρθε γύρω στο 2017, όταν μπλόκαρε μια πολυετή προσπάθεια για πανεθνική απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους, μεταφέροντας την ευθύνη στις τοπικές αρχές, αλλά σε τοπικό επίπεδο οι έλεγχοι και η εφαρμογή του νόμου συχνά είναι ελλιπείς.
Οι τοπικοί κανονισμοί για το κάπνισμα στην Κίνα προσφέρουν ελάχιστη προστασία από το παθητικό κάπνισμα, ιδιαίτερα σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της χώρας. Σε αντίθεση με τα γεμάτα προειδοποιήσεις για την υγεία δυτικά πακέτα τσιγάρων, οι συσκευασίες στην Κίνα φέρουν μόλις μια φράση μαζί με εικόνες εθνικών συμβόλων.
Μια μελέτη του 2022 που δημοσιεύθηκε από το κινεζικό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων αναφέρει ότι η αδυναμία της χώρας να περιορίσει το κάπνισμα ήταν αποτέλεσμα της «διφορούμενης στάσης» της κυβέρνησης.
Η πανδημία του κορωνοϊού ενέτεινε την «τοπική» επιρροή της Διοίκησης Μονοπωλίου Καπνού, καθώς οι φόροι παραγωγής και κατανάλωσης τσιγάρων συνέδραμαν τους τοπικούς προϋπολογισμούς που ήταν υπό πίεση.
Ερευνα του Πανεπιστημίου Διοίκησης Επιχειρήσεων και Διεθνών Οικονομικών στο Πεκίνο (University of International Business and Economics) διαπίστωσε ότι περίπου τα μισά έσοδα από κάθε τσιγάρο που πωλούν Κινέζοι κατασκευαστές εισέρρεαν στα κυβερνητικά ταμεία.
Η State Tobacco Monopoly Administration φαίνεται επίσης να πολεμάει κάθε αντικαπνιστική καμπάνια, μικρή ή μεγάλη, σημειώνουν οι NYT. Στις αρχές της θητείας του ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ είχε παρουσιαστεί πρόθυμος να αμφισβητήσει τη βιομηχανία καπνού. Το 2013 απαγόρευσε το κάπνισμα στους κυβερνητικούς αξιωματούχους σε δημόσιους χώρους. Η οδηγία έγινε ο πρόδρομος για την ανάδειξη του Πεκίνου ως μίας από τις πρώτες πρωτεύουσες που περιόρισαν το κάπνισμα σε εσωτερικούς χώρους.
Ωστόσο, η πίεση για εθνική απαγόρευση του καπνίσματος σε εσωτερικούς χώρους έχασε το μομέντουμ της περίπου την ίδια εποχή. Μια σειρά από ζητήματα οδήγησαν σε αυτό: η κρατική καταστολή των ξένων ΜΚΟ που έκαναν αντικαπνιστικές εκστρατείες, η χαλαρή επιβολή των αντικαπνιστικών μέτρων σε εσωτερικούς χώρους και αργότερα η πανδημία που μετατόπισε τις προτεραιότητες της κινεζικής Επιτροπής Υγείας. Επισήμως η Κίνα εξακολουθεί να στοχεύει σε μείωση των καπνιστών σε 20% επί του συνόλου του πληθυσμού έως το 2030 από το τρέχον 23%.

