Επειτα από δύο 24ωρα διπλωματικής σύγχυσης, επαφών και διαρροών, η Ουάσιγκτον χθες, Δευτέρα, δεν είχε καταφέρει ακόμη να οριστικοποιήσει την πρότασή της προς το Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Στις διαπραγματεύσεις συμμετείχαν και χώρες όπως το Πακιστάν, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία.
Αντ’ αυτού, την ίδια ημέρα, ο Τραμπ δημοσίευσε μήνυμα στο Truth Social στο οποίο ανέφερε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Κατάρ, του Πακιστάν, της Tουρκίας, της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και του Μπαχρέιν, τους ζήτησε την «υποχρεωτική» ταυτόχρονη ένταξή τους στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Πρόσθεσε ότι όποιοι δεν συμμετάσχουν «δεν πρέπει να θεωρούνται μέρος της συμφωνίας», αυξάνοντας αιφνιδιαστικά την πίεση στις χώρες του Κόλπου. Αφησε, δε, ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής ένταξης ακόμη και του Ιράν στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Ακολουθεί ένας «οδηγός» για τις εν λόγω συμφωνίες και για το αν είναι εφικτή επέκτασή τους στο προσεχές μέλλον.
Τι είναι οι Συμφωνίες του Αβραάμ
Οι πρώτες συμφωνίες, που υπογράφηκαν το 2020 στον Λευκό Οίκο, καθιέρωσαν διπλωματικές σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και δύο αραβικών κρατών του Κόλπου: του Μπαχρέιν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ακολούθησε συμφωνία και με το Mαρόκο.
Μέχρι τότε, μόνο η Αίγυπτος και η Ιορδανία είχαν επίσημες σχέσεις με το Ισραήλ, ενώ τα περισσότερα αραβικά κράτη αρνούνταν την αναγνώριση μέχρι τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.
Η απουσία διπλωματικών σχέσεων σήμαινε περιορισμούς σε ταξίδια, εμπόριο και συνεργασία, που συχνά γίνονταν ανεπίσημα ή παρασκηνιακά.
Ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τις Συμφωνίες του Αβραάμ ως το σημαντικότερο επίτευγμα της πρώτης του θητείας, ενώ έχουν τύχει ευρείας πολιτικής στήριξης στις ΗΠΑ.
Τι αντίκτυπο είχαν
Οι συμφωνίες άνοιξαν δρόμο για το εμπόριο, τον τουρισμό και τη συνεργασία στην ασφάλεια.
Ισραηλινοί τουρίστες και επενδυτές κατέκλυσαν το Ντουμπάι, ενώ υπεγράφησαν συμφωνίες σε τεχνολογία και ενέργεια. Το 2024, το διμερές εμπόριο Ισραήλ – Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ξεπέρασε τα 3 δισ. δολάρια.
Το Mαρόκο είδε επίσης αύξηση τουρισμού από το Ισραήλ, ενώ σε αντάλλαγμα οι ΗΠΑ αναγνώρισαν τη Δυτική Σαχάρα ως μέρος του Μαρόκου.
Στο Μπαχρέιν, ο αντίκτυπος ήταν πιο περιορισμένος και οι αντιδράσεις συχνά έντονες.
Ωστόσο, οι συμφωνίες δεν έλυσαν τη σύγκρουση Ισραήλ – Παλαιστινίων, ενώ η κατάσταση στη Δυτική Οχθη επιδεινώθηκε.
Είναι πράγματι ειρηνευτική συμφωνία;
Πολλοί ηγέτες αναφέρονται σε αυτές κάνοντας λόγο για «ειρηνευτική συμφωνία», όμως ειδικοί τονίζουν ότι δεν υπήρξε προηγούμενος πόλεμος μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΑΕ ή του Μπαχρέιν.
Στην ουσία, οι Συμφωνίες του Αβραάμ παρέκαμψαν το κεντρικό ζήτημα της περιοχής: τη σύγκρουση Ισραήλ – Παλαιστινίων, σύμφωνα με παλαιότερη ανάλυση των ΝΥΤ.
Μπορούν να επεκταθούν;
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιδιώκουν την ένταξη περισσότερων χωρών, με βασικό στόχο τη Σαουδική Αραβία.
Ομως, αυτή η προοπτική παραμένει αβέβαιη, καθώς αραβικά κράτη ζητούν προηγουμένως δημιουργία παλαιστινιακού κράτους με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ, κάτι που το Ισραήλ απορρίπτει.
Η κοινή γνώμη σε πολλές χώρες παραμένει έντονα αρνητική ως προς την προοπτική εξομάλυνσης με το Ισραήλ, περιορίζοντας σημαντικά τα διπλωματικά περιθώρια.
Παράλληλα, διπλωματικές πηγές από τη Σαουδική Αραβία που επικαλούνται οι ΝΥΤ επαναλαμβάνουν ότι η θέση τους παραμένει αμετάβλητη: απαιτείται «μη αναστρέψιμη πορεία προς παλαιστινιακό κράτος» πριν από οποιαδήποτε εξομάλυνση με το Ισραήλ.
Επιπλέον, αναλυτές επισημαίνουν ότι η πίεση των ΗΠΑ εκλαμβάνεται από τις χώρες της περιοχής ως μονομερής και αποκομμένη από τις πραγματικές ισορροπίες, ενώ ορισμένες χώρες του Κόλπου φαίνεται να επιδιώκουν πλέον μια πιο αυτόνομη περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας, με λιγότερη εξάρτηση από την Ουάσιγκτον, σύμφωνα με ανάλυση της γαλλικής Le Monde.
Στο παρασκήνιο, η Σαουδική Αραβία φέρεται να εξετάζει ακόμη και συμφωνία μη επίθεσης με το Ιράν, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας αποκλιμάκωσης στην περιοχή.
Με πληροφορίες από NYT, Reuters

