Αρθρο Τίμοθι Γκάρτον Ας: Με ποιον τρόπο μπορεί να ηττηθεί ο Πούτιν

Αρθρο Τίμοθι Γκάρτον Ας: Με ποιον τρόπο μπορεί να ηττηθεί ο Πούτιν

Πίεση στην οικονομία της Ρωσίας, αποτροπή νέων επιθέσεών της, υπομονή και σαφείς στοχεύσεις των κρατών της γειτονιάς

6' 24" χρόνος ανάγνωσης

Κανένας δικτάτορας δεν μένει στη θέση του για πάντα. Κάποια μέρα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα φύγει. Ειδικοί επισημαίνουν ότι η ρωσική οικονομία αρχίζει να εμφανίζει σημάδια εξασθένησης, η κοινωνική δυσαρέσκεια ενισχύεται και η εμπιστοσύνη στο καθεστώς υποχωρεί. Θα ήταν, όμως, αφελές να πιστέψουμε ότι το τέλος πλησιάζει. Μόνον ο θάνατος ή η ρωσική κοινωνία μπορούν να αποκαθηλώσουν τον Πούτιν, ενώ ουδείς γνωρίζει πότε και πώς θα γίνει αυτό. Αυτό που μπορούν να κάνουν οι δημοκρατίες της Ευρώπης, και πέρα από αυτήν, είναι να σχεδιάσουν στρατηγική με στόχο την ήττα των διεθνών φιλοδοξιών του. Ακολουθούν μερικά γνωρίσματα που θα πρέπει να έχει αυτή η στρατηγική:

• Να έχει σαφή στόχο. Ο Πούτιν σχεδιάζει να καθυποτάξει την Ουκρανία, να αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού τη ρωσική αυτοκρατορία, να καταστρέψει την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ, να υπονομεύσει την Ε.Ε. και να επαναφέρει την Ανατολική Ευρώπη στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί αυτή η προοπτική είναι να ηττηθεί ο Πούτιν.

• Διατήρηση σταθερής πορείας στην Ουκρανία. Στις 11 Ιουνίου, ο ρωσικός ολοκληρωτικός πόλεμος κατά της Ουκρανίας θα έχει ξεπεράσει σε διάρκεια τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επιτυχία της Ουκρανίας να συγκρατήσει έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο είναι εντυπωσιακή. Στο νέο αυτό πόλεμο των drones, η έκβαση της σύρραξης δεν πρόκειται να κριθεί στην πρώτη γραμμή, με τις δύο πλευρές να σφυροκοπούν τα μετόπισθεν, πλήττοντας ενεργειακές υποδομές, την οικονομία και το ηθικό. Η απόφαση του προέδρου Τραμπ να αποσύρει την αμερικανική βοήθεια προς το Κίεβο δυσχέρανε την ουκρανική άμυνα, χωρίς ωστόσο να την εξαφανίσει. Η πτώση του Βίκτορ Ορμπαν στην Ουγγαρία απελευθέρωσε 90 δισ. ευρώ σε οικονομική βοήθεια, η οποία θα καλύψει τις ελλείψεις στον ουκρανικό προϋπολογισμό μέχρι τα τέλη του 2027. Παρότι τα πιθανά σενάρια είναι πολλά, όλα δείχνουν ότι ο πόλεμος θα συνεχισθεί.

Ακόμη όμως και όταν λήξουν οι εχθροπραξίες, ο πόλεμος δεν θα έχει τελειώσει. Σε αντίθεση με τη νίκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1945, αυτή τη φορά δεν θα γνωρίζουμε ποιος νίκησε όταν σιγήσουν τα όπλα. Η «ειρήνη» –που θα έχει κατά πάσα πιθανότητα τη μορφή κατάπαυσης του πυρός, εξελισσόμενη σε μακροπρόθεσμο «πάγωμα» των μαχών κατά μήκος της σημερινής πρώτης γραμμής– θα αποτελέσει ακόμη μία επικίνδυνη στιγμή για την Ουκρανία. Στο εσωτερικό της χώρας, οι κοινωνικές ανισότητες και το συσσωρευμένο τραύμα των ετών πολέμου θα μπορούσαν να εκδηλωθούν σε οργίλη προεκλογική εκστρατεία για την προεδρία, διαμορφώνοντας πολιτικό σκηνικό οξείας πόλωσης.

Στο εξωτερικό, η προσοχή της Ευρώπης μπορεί να στραφεί γρήγορα σε άλλες κατευθύνσεις, όπως έγινε στη Βοσνία μετά τις συμφωνίες ειρήνης του Ντέιτον το 1995. Υπαρκτή είναι δυστυχώς η προοπτική τα τρία τέταρτα των ουκρανικών εδαφών που δεν κατέλαβε η Ρωσία να μετατραπούν σε αραιοκατοικημένο, δυσλειτουργικό κράτος. Αυτό θα αποτελούσε νίκη για τον Πούτιν και το εναλλακτικό σχέδιο του Κρεμλίνου, το οποίο αφορά την καταστροφή της Ουκρανίας, εφόσον ο έλεγχός της από τη Μόσχα θα είναι αδύνατος. Μόνον όταν η Ουκρανία γίνει ένα μετρίως εύπορο, ασφαλές, σταθερό και δημοκρατικό κράτος-μέλος της Ε.Ε., θα μπορούμε να πούμε ότι ο Πούτιν ηττήθηκε εκεί.

• Ενίσχυση της οικονομικής πίεσης πάνω στη Ρωσία. Ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν οδήγησε σε αύξηση των πετρελαϊκών εσόδων της Ρωσίας και σε μερική άρση των κυρώσεων πάνω σε αυτά. Για να νικήσουμε τον Πούτιν πρέπει να συμβεί το αντίθετο. Πέρα από την ενίσχυση των κυρώσεων και τη στήριξη των βομβαρδισμών μεγάλου βεληνεκούς εναντίον ρωσικών ενεργειακών υποδομών, η Ευρώπη οφείλει να κινηθεί με μεγαλύτερη αυστηρότητα κατά του ρωσικού σκιώδους στόλου. Σχεδόν το ήμισυ των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου πραγματοποιείται μέσω της Βαλτικής, συχνά με ήδη υποκείμενα σε κυρώσεις δεξαμενόπλοια.

• Αποτροπή νέας ρωσικής επίθεσης. Μεγάλη προσοχή έχει δικαίως δοθεί στον σχεδιασμό μεταβατικής περιόδου πέντε και δέκα ετών από τη σημερινή αμερικανοεξαρτημένη ευρωπαϊκή ασφάλεια σε νέα αμυντική εποχή, στην οποία η Ευρώπη θα είναι ικανή να αμύνεται αυτόνομα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ρωσικής επίθεσης εναντίον του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. εντοπίζεται στη μεταβατική αυτή περίοδο, ιδιαίτερα το 2027-28. Ο Πούτιν είναι ένας βιαστικός ηλικιωμένος, με εμμονή στην αποκατάσταση του ρωσικού μεγαλείου και –όπως συμβαίνει με πολλούς δικτάτορες– ολοένα και πιο αποκομμένος από την πραγματικότητα. Ο στρατός του είναι μεγάλος και η οικονομία της χώρας του προσαρμοσμένη στον πόλεμο. Αντιμετωπίζει μια Ευρώπη που μόλις αρχίζει τον επανεξοπλισμό της και έναν Αμερικανό πρόεδρο που δεν αναμένεται να σεβασθεί το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ και την απορρέουσα από αυτό δέσμευση αμοιβαίας άμυνας. Ο Πούτιν όμως μπορεί μόνο να βασισθεί στο ότι ο Τραμπ θα βρίσκεται στον Λευκό Οίκο μέχρι την 20ή Ιανουαρίου 2029. Αυτή είναι έτσι η καλύτερη και ίσως η τελευταία ευκαιρία του να αποδείξει ότι το ΝΑΤΟ είναι μια χάρτινη τίγρη. Κάτι τέτοιο δεν θα απαιτούσε τεράστια μετωπική επίθεση, αλλά την κατάληψη μόλις λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων εδάφους σε Εσθονία, Λιθουανία, σε κάποιο νησί της Βαλτικής ή κάπου αλλού στα ανατολικά νώτα της Ευρώπης.

Η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει ο Ρώσος πρόεδρος είναι η στρατιωτική και οικονομική ισχύς, που ασκείται με πολιτική βούληση.

Παρότι οι πιθανότητες τέτοιας επίθεσης είναι χαμηλές, οι κίνδυνοι που τη συνοδεύουν είναι τόσο μεγάλοι που η ενισχυμένη αποτροπή είναι ζωτικής σημασίας. Εάν μπορούσαμε να στηριχθούμε στον Αμερικανό πρόεδρο, η παρούσα αμυντική δομή του ΝΑΤΟ θα επαρκούσε γι’ αυτόν τον ρόλο. Αφού δεν μπορούμε να βασισθούμε στις ΗΠΑ, πρέπει να εκπονήσουμε γρήγορα εναλλακτικό σχέδιο, στο οποίο ευρωπαϊκές δυνάμεις του ΝΑΤΟ –συμπεριλαμβανομένων και γερμανικών– μαζί με τοπικές αμυντικές δομές όπως η Κοινή Εκστρατευτική Δύναμη Βρετανίας – Σκανδιναβίας – Ολλανδίας θα μπορέσουν να αποκρούσουν τέτοιες επιθέσεις. Αυτό είναι πολύ δύσκολο, αλλά επιβεβλημένο.

• Οχι μόνο άμυνα στο υβριδικό μέτωπο. Σε πρόσφατη δημοσίευση, το ινστιτούτο ECFR υποστηρίζει ότι δεδομένης της κλίμακας της ρωσικής υβριδικής εκστρατείας κατά της Ευρώπης, δεν αρκεί να αμυνόμαστε, αλλά να περάσουμε στην αντεπίθεση, με προσεκτικούς τρόπους.

• Να απευθυνθούμε σε όλους τους Ρώσους. Υπήρξαν συζητήσεις για διορισμό υψηλόβαθμου Ευρωπαίου εκπροσώπου, επιφορτισμένου για συνομιλίες με τον Πούτιν. Τι θα συζητούσαν όμως, ακόμη και αν ο Ρώσος πρόεδρος ήταν πρόθυμος να ακούσει; Η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με το Κρεμλίνο είναι όντως χρήσιμη, όπως είναι και οι άτυπες επαφές. Η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει όμως ο Πούτιν είναι η στρατιωτική και οικονομική ισχύς, που ασκείται με πολιτική βούληση.

Πιο σημαντική είναι η συζήτηση με τις παρακάτω κοινωνικές κατηγορίες στη Ρωσία: τις επιχειρήσεις, τις επαγγελματικές και γραφειοκρατικές ελίτ, την ευρύτερη ρωσική κοινωνία και την «άλλη Ρωσία», που ζει έξω από τη χώρα και επιθυμεί όσο κανείς άλλος την πτώση του Πούτιν. Παρότι το κάθε μήνυμα πρέπει να διαφέρει, θα υπάρχει κοινό θέμα: «Μια άλλη σχέση με τη Ρωσία είναι εφικτή, εφόσον…». Αυτό θα έχει ελάχιστη βραχυπρόθεσμη επίπτωση, αλλά μπορεί να αποφέρει καρπούς τη στιγμή των αλλαγών.

• Να απαλλαγούμε από τους δικούς μας εθνικιστές. Ο Πούτιν δεν διαθέτει αντικαταστάτη του Ούγγρου πρωθυπουργού Ορμπαν, ως τοποτηρητή των ευνοϊκών για τη Μόσχα βέτο στις Βρυξέλλες. Ο Σλοβάκος Ρόμπερτ Φίτσο δεν συγκρίνεται. Αντι-φιλελεύθερα, λαϊκιστικά, εθνικιστικά κόμμα συνεχίζουν να ενισχύονται στην Ευρώπη. Ενας πρόεδρος Μπαρντελά το 2027 στη Γαλλία ή η ανάδειξη της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) ως του μεγαλύτερου κόμματος στην Μπούντεσταγκ το 2029 θα προσέφεραν στον Πούτιν νέες ευκαιρίες να σπείρει τη διχόνοια στην Ευρώπη.

• Μην κάνετε κάτι, καθίστε με σταυρωμένα τα χέρια. Πέρασα πολλά χρόνια της ζωής μου μελετώντας τη δυτική πολιτική απέναντι στην ΕΣΣΔ. Ενα συμπέρασμα ήταν ξεκάθαρο: η σημαντικότερη συμβολή στη νίκη στον Ψυχρό Πόλεμο δεν προήλθε από την εξωτερική πολιτική, αλλά από τη σταθερότητα, την ασφάλεια, την ευημερία και τα θέλγητρα των κοινωνιών μας, χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτα. Ετσι και τώρα. Οι σημαντικές πολιτικές αλλαγές στη Ρωσία μπορεί να εκδηλωθούν αύριο ή σε δέκα χρόνια. Η μεγαλύτερη πρόκληση γι’ αυτό το ευρωπαϊκό τσούρμο αταίριαστων φιλελεύθερων δημοκρατιών είναι και η δυσκολότερη: η στρατηγική της υπομονής. Αν την επιτύχουμε, τότε ο χρόνος θα είναι με το μέρος μας.

* Ο κ. Τίμοθι Γκάρτον Ας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT