Γύρισα από την Αθήνα ταραγμένος με έναν τρόπο που δεν περίμενα. Οταν έφυγα από το Ισραήλ, την τέταρτη εβδομάδα του πολέμου με το Ιράν, ήλπιζα ότι η Αθήνα θα μου πρόσφερε λίγη ανάσα από τις σειρήνες, τον φόβο και τη διαρκή ένταση. Αγαπώ αυτή την πόλη για την ιστορία και την ομορφιά της. Αντί όμως για ανάσα, βρήκα κάτι άλλο: απροκάλυπτο μίσος, εξύμνηση βίαιων οργανώσεων και εκκλήσεις για βία εναντίον Ισραηλινών και «Σιωνιστών».
Δεν είχα σκοπό να γράψω αυτό το άρθρο. Ομως η ανησυχία που μου άφησε η Αθήνα παρέμεινε ακόμη και όταν επέστρεψα στη Σλοβακία για να δω την άρρωστη μητέρα μου. Σε όλη την πόλη είδα αφίσες, αυτοκόλλητα και γκράφιτι που ξεπερνούσαν κατά πολύ την πολιτική κριτική. Ενα έγραφε: «Βρες αληθινό κίνητρο – σκότωσε έναν Σιωνιστή». Είδα επίσης εικόνες που παρουσίαζαν τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου να φιλά τον Αδόλφο Χίτλερ – μέρος μιας γκροτέσκας ηθικής αντιστροφής, στην οποία οι Εβραίοι, τα ιστορικά θύματα της ναζιστικής Γερμανίας, παρουσιάζονται τώρα ως ναζί.
Υπήρχαν επίσης αφίσες που εξυμνούσαν τη Χεζμπολάχ, τη Χαμάς, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Ορισμένες από αυτές τις οργανώσεις βρίσκονται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αυτό έχει σημασία. Η Ελλάδα δεν είναι κάποιο άνομο περιθώριο. Είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οταν τέτοια κινήματα εξωραΐζονται στον δημόσιο χώρο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, αυτό δεν είναι τολμηρή διαφωνία. Είναι η κανονικοποίηση της εξτρεμιστικής βίας.
Οι οργανώσεις αυτές δεν είναι «αντίσταση». Πολλοί Παλαιστίνιοι, Λιβανέζοι και Ιρανοί δεν τις θαυμάζουν. Πολλοί βλέπουν τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και τους Φρουρούς της Επανάστασης ως πηγές καταπίεσης, καταστροφής και δυστυχίας μέσα στις ίδιες τους τις κοινωνίες. Το να τις ρομαντικοποιεί κανείς από την ασφάλεια της Ευρώπης δεν είναι αλληλεγγύη προς τους λαούς της Μέσης Ανατολής. Είναι αισθητικοποίηση της βίας εναντίον του Ισραήλ και αδιαφορία για όσους υποφέρουν υπό αυτές ακριβώς τις δυνάμεις.
Η ελευθερία της έκφρασης είναι ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατίας. Ο πολιτικός λόγος, ακόμη και όταν είναι σκληρός ή προσβλητικός, πρέπει να προστατεύεται. Η Ελλάδα, το λίκνο της δημοκρατίας, θα έπρεπε να το καταλαβαίνει αυτό καλά. Ομως η ελευθερία του λόγου δεν είναι άδεια για υποκίνηση. Η έκκληση για φόνο δεν είναι άποψη. Η εξύμνηση τρομοκρατικών οργανώσεων δεν είναι αντίσταση. Το να παρουσιάζεται η βία κατά Ισραηλινών ή Εβραίων ως κάτι αξιοθαύμαστο δεν είναι ακτιβισμός. Είναι υποκίνηση.
Αυτό που το έκανε ιδιαίτερα οδυνηρό ήταν η χρονική συγκυρία. Εφτασα στην Αθήνα απευθείας από τον πόλεμο, κουβαλώντας εβδομάδες φόβου και έντασης. Για πολλούς Ευρωπαίους, ο πόλεμος είναι κάτι που βλέπουν στις οθόνες και συζητούν με άνεση. Δεν καταλαβαίνουν ότι το τραύμα δεν τελειώνει όταν απογειώνεται το αεροπλάνο. Ετσι, τα βίαια συνθήματα και η εξύμνηση της τρομοκρατίας που συνάντησα στην Αθήνα δεν έμοιαζαν με αφηρημένη πολιτική, αλλά με την ίδια απειλή σε άλλη μορφή. Ισως ακριβώς γι’ αυτό με ενόχλησε τόσο: γιατί στην Αθήνα δεν είδα μόνο θυμό για έναν πόλεμο, αλλά μια ψυχρή ευκολία με την οποία η βία εναντίον Εβραίων και Ισραηλινών μετατρέπεται σε πολιτικό σύνθημα.
Αυτή η υποκρισία αντανακλά ένα μεγαλύτερο πρόβλημα. Ο αντισημιτισμός εξαπλώνεται ξανά, συχνά στο όνομα της δικαιοσύνης, της απελευθέρωσης και της αποαποικιοποίησης. Ομως οι εκκλήσεις να δολοφονούνται «Σιωνιστές» δεν γίνονται λιγότερο σκοτεινές επειδή η λέξη «Εβραίος» έχει αντικατασταθεί. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αντισιωνισμό και τον αντισημιτισμό παραβιάζεται τη στιγμή που η πολιτική αντιπαλότητα γίνεται άδεια για απειλή ή εκφοβισμό.
Δεν χρειάζεται να υποστηρίζει κανείς κάθε ισραηλινή πολιτική για να το δει αυτό. Δεν χρειάζεται να ασπάζεται τον σιωνισμό για να απορρίψει τις εκκλήσεις για βία κατά Σιωνιστών ως ηθικά σαθρές. Και αξίζει να ειπωθεί καθαρά τι είναι ο σιωνισμός: η πεποίθηση ότι ο εβραϊκός λαός, όπως όλοι οι άλλοι λαοί, έχει δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.
Αυτό που το κάνει ιδιαίτερα πικρό είναι ότι συμβαίνει στην Ευρώπη, σε μια ήπειρο που έχτισε μεγάλο μέρος της ηθικής της ταυτότητας πάνω στην υπόσχεση του «ποτέ ξανά». Κι όμως, σε πάρα πολλά μέρη, στους Εβραίους εξακολουθούν να λένε ότι η εθνική τους ύπαρξη είναι παράνομη, το τραύμα τους μη πειστικό και η βία εναντίον τους πολιτικά συγχωρητέα. Αυτό δεν είναι ελευθερία της έκφρασης. Είναι ηθική υποταγή.
O κ. Γιαν Καπούσνακ είναι πολιτικός επιστήμονας και αρθρογράφος με έδρα το Τελ Αβίβ.

